Γράφει ο Νίκος Ζώης για την Καθημερινή

«Λοιπόν, Κοροβέση, για να τελειώνουμε. Αν δεν μιλήσεις, θα σε δώσω σε αυτό το κτήνος με το μουστάκι (…). Ξέρεις, αυτός είναι από χωριό και δεν καταλαβαίνει από πολλές τσιριμόνιες. Αν πέσεις στα χέρια του, θα βλαστημήσεις το γάλα της μάνας σου. Θα παρακαλάς να μιλήσεις, αλλά τότε θα’ναι αργά. Χώρια που μπορεί να λες και να μην θέλει να σταματήσει. Γιατί, ξέρεις, τη γλεντάει αυτή τη δουλειά. Λοιπόν, σκέψου και πες μου σε πέντε λεπτά».

Ο Περικλής Κοροβέσης το σκέφτηκε και δεν μίλησε. Οι βασανιστές του συνέχισαν να τον απειλούν («Εδώ είναι Νταχάου, ρε. Πάρ΄το απόφαση» και, «Θα περάσεις καλά στα Ες Ες, έννοια σου»), όμως εκείνος, ενταγμένος από μικρός στο μαχητικό, δημοκρατικό κίνημα της Αριστεράς, έκανε την επιλογή που οδηγεί σε βασανιστήρια, φυλακίσεις, εξορίες.

Τα κατέγραψε στους συνταρακτικούς «Ανθρωποφύλακες» (από όπου και τα παραπάνω αποσπάσματα), που κυκλοφόρησαν πρώτα το 1969 σε λίγα αντίτυπα στη Γενεύη κι έπειτα, μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες, φανέρωσαν σε ολόκληρο τον κόσμο το πραγματικό πρόσωπο της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ελεύθερος, ο Κοροβέσης θα διήγε το βίο ενός συγγραφέα που απολάμβανε τη γραφή, τη δημιουργία, τον έρωτα, τη δράση, αλλά κι ενός ακτιβιστή που ήταν πάντοτε παρών στα πολιτικοκοινωνικά τεκταινόμενα ή ενός πολιτικού που στεκόταν κριτικά απέναντι σε κάθε εξουσία και γραφειοκρατία. Το Σάββατο το πρωί, νοσηλευόμενος σε νοσοκομείο της Αθήνας, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών.

Γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1941 στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Ήρθε οικογενειακώς στην Αθήνα το 1957. Εργάστηκε από νεαρή ηλικία, φοιτώντας παράλληλα σε νυχτερινή σχολή εμποροϋπαλλήλων. Σπούδασε θέατρο στο πλάι του Δημήτρη Ροντήρη, στο Ωδείο Αθηνών, αλλά και σημειολογία με τον Ρολάν Μπαρτ ή μαθήματα των Πιερ Βιντάλ-Νακέ, Μαρσέλ Ντετιέν, Κορνήλιου Καστοριάδη και άλλων, όσο βρισκόταν στο Παρίστι.

Πίστευε ότι θα γίνει ηθοποιός και όπως θα έλεγε σε κατοπινές συνεντεύξεις του, τα νιάτα του χαρακτηρίστηκαν από καλλιτεχνικά εγχειρήματα ανατρεπτικά, ρηξικέλευθα και πρωτοποριακά. Ένα από αυτά ίσως ήταν κι ο Σύλλογος Σπουδαστών Δραματικών Σχολών «Θέσπις», τον οποίο συνίδρυσε το 1962, μαζί με άλλους καλλιτέχνες προσκείμενους στην ΕΔΑ.

Ενταγμένος από νωρίς σε αντιστασιακές ομάδες, ο Περικλής Κοροβέσης συνελήφθη από τη χούντα στο σπίτι του, μια νύχτα που οι άνθρωποι της ασφάλειας εισέβαλλαν και το έκαναν άνω-κάτω. «Από την αρχή ως το τέλος αυτής της περιπέτειας (σύλληψη, ανάκριση, βασανιστήρια κ.τ.λ.) ένα αγαθό διακυβεύεται, πέρα από τη ζωή στη σωματική ακεραιότητα και την ελευθερία ενός ανθρώπου: ο ανθρώπινος λόγος. Ο κρατούμενος μιλάει στους δημίους ως άνθρωπος πολιτικός, με συνείδηση δικαιωμάτων του πολίτη, μεταξύ των οποίων είναι η αντίσταση κατά της παρανομίας, αλλά και ως πολιτικός με την πανάρχαιη έννοια: φορέας πολιτισμού, κάτοχος λόγου», σημείωνε ο Δημήτρης Ραυτόπουλος στην επανέκδοση των «Ανθρωποφυλάκων» το 2007, από τις εκδόσεις Ηλέκτρα.

Για τα ηλεκτροσόκ, για την απομόνωση και για όλη τη φρικτή εμπειρία του στο στρατόπεδο των ΕΑΤ-ΕΣΑ, ο Κοροβέσης θα κατέθετε στο Συμβούλιο της Ευρώπης, τον πρώτο διεθνή θεσμό όπου αποκαλύφθηκε το στυγνό πρόσωπο της δικτατορίας. Κι όμως, ο ίδιος θα έλεγε αργότερα: «εγώ έτυχε να το καταγράψω. Το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μου έχει γίνει είναι ότι πολλοί που έπαθαν τα ίδια, μου είπαν ότι θα μπορούσαν να το έχουν γράψει κι εκείνοι».

Μετά τους «Ανθρωποφύλακες» κυκλοφόρησε αρκετά βιβλία, όπως «Επιχείρησις Ιουδίθ», «Νοσταλγία μνήμης», «Αριστερή Ανακύκλωση», «Παράπλευρες καθημερινές απώλειες», «Γυναίκες ευσεβείς του πάθους», «Γύρω από το νησί η θάλασσας», «Τρομοκρατία και άλλα δαιμόνια», «Στο κέντρο του περιθωρίου». Θεατρικά έργα επίσης («Tango Bar») ή παιδικά παραμύθια («Η συνέλευση των ζώων», «Ο Γιαννάκης και η Μαρδίτσα»). Αρθρογράφησε σε εφημερίδες όπως Ελευθεροτυπία, Εποχή και Εφημερίδα των Συντακτών, συνεργάστηκε με περιοδικά όπως το Δίφωνο και η Γαλέρα, ενώ συμμετείχε και σε διαδικτυακά ραδιοφωνικά εγχειρήματα, όπως του radiobubble.

Το 1998 εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων με τον συνδυασμό του ΚΚΕ, ενώ εκλέχθηκε και βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ το 2007, μέχρι που το 2009 αποχώρησε. Παντρεύτηκε δύο φορές και απόκτησε ένα γιο. Τα συλλυπητήριά της στην οικογένειά του εξέφρασε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου με ανάρτησή της στο twitter, ενώ τα δύο κόμματα τον αποχαιρέτησαν με ανακοίνωσή τους.

Ο ίδιος, είχε ίσως συνοψίσει το πολιτικό του στίγμα σε συνέντευξή του στην 50η επέτειο από την επιβολή της δικτατορίας στη χώρα. «Το σημαντικό είναι ότι στη χούντα, εγώ ήμουν ελεύθερος», είχε πει. «Έκανα αυτό που ήθελα, που λέγανε οι πεποιθήσεις μου. Και μια χούντα αντίστοιχη, όχι βέβαια με βασανιστήρια, υπάρχει και σήμερα που φυλακίζει τους νέους. Να φύγουν από το κελί τους και να κάνουν αυτό που ζητάει η καρδιά τους, η ψυχή τους».