Ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στο συνέδριο του Economist

στις

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Ευχαριστώ για την ιδιαίτερη τιμή να απευθύνω αυτή την ομιλία στο κλείσιμο του συνεδρίου του Economist, το κύρος και η διεθνής απήχηση του οποίου μου δίνει σήμερα σε μια ιδιαίτερη στιγμή την ευκαιρία να απευθυνθώ τόσο σε εσάς όσο και στην παγκόσμια κοινότητα,  και μάλιστα σε μια στιγμή κατά την οποία λαμβάνουν χώρα σημαντικές εξελίξεις που αφορούν την Ελλάδα και το μέλλον της.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου σας ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις τόσο για την Ελλάδα όσο και  για την Ευρωζώνη, για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και για τις αναγκαίες αλλαγές στις οποίες πρέπει να προχωρήσει. Ακούστηκαν βεβαίως όμως και ιδιαίτερα και ενδιαφέρουσες  προτάσεις και για πρώτη φορά τόσο πολλά καλά λόγια  για την Ελλάδα, για την νέα κατάσταση  που διαμορφώνεται για τη χώρα μας, και για τις προοπτικές που διανοίγονται το αμέσως επόμενο διάστημα.

Θέλω λοιπόν με τη σειρά μου να ξεκινήσω από τον εύστοχο τίτλο του συνεδρίου, και το σκέλος που αφορά την Ελλάδα, και να υπερθεματίσω ότι πράγματι, σήμερα, στην χώρα μας πνέει ένας ευνοϊκός άνεμος.

Ένας άνεμος ανανέωσης, αισιοδοξίας και ανάκαμψης. Για να φυσήξει όμως αυτός ο άνεμος, όπως και στο γνωστό μύθο, χρειάστηκαν θυσίες, επιμονή και αποφασιστική δουλειά.

Προσπαθήσαμε από την πρώτη στιγμή που αναλάβαμε, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, δραματικές συνθήκες, τριάμισι χρόνια πριν, να επιμερίσουμε τα βάρη της προσαρμογής δίκαια, στον καθένα ανάλογα με τις δυνάμεις του  και παράλληλα να ξεκινήσουμε μια μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που σήμερα αναγνωρίζεται από άκρη σε άκρη σε όλη την Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Μια μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια προκειμένου να διορθώσουμε τις αδικίες του παρελθόντος και τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση και στην χρεοκοπία.

Την ίδια στιγμή όμως, δώσαμε και μια μεγάλη μάχη για να αποκαταστήσουμε το κύρος και το ρόλο το διεθνή της χώρας, τη θέση της χώρας στη διεθνή σκηνή, στο διεθνές πεδίο. Αναφέρομαι σε ένα ρόλο και σε μια θέση που επηρεάστηκε στα χρόνια της κρίσης που προφανώς δεν είχε μονοσήμαντα οικονομικές συνέπειες. Και σήμερα οφείλω να πω ότι αισθάνομαι περήφανος που καταφέραμε μέσα σε αυτά τα χρόνια μέσα από μια πολυδιάστατη, ενεργητική εξωτερική πολιτική, να αναβαθμίσουμε την εικόνα της χώρας, τη θέση της χώρας στο διεθνές γίγνεσθαι. Αλλά και να ανοίξουμε διαύλους συνεργασίας, να ενισχύσουμε τους διαύλους συνεργασίας με τους παραδοσιακούς μας συμμάχους, αλλά και να ανοίξουμε νέους διαύλους με τις αναδυόμενες χώρες στο παγκόσμιο γίγνεσθαι το οποίο αλλάζει με γοργούς ρυθμούς.

Και φυσικά πετύχαμε να χτίσουμε βήμα-βήμα και σχέσεις εμπιστοσύνης που είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη σταθερότητα στην περιοχή μας με τις γειτονικές μας χώρες, ιδιαίτερα στη ζωτική για τα ελληνικά συμφέροντα, περιοχή των Βαλκανίων.

Ζωτική τόσο από γεωπολιτικής πλευράς, όσο όμως και από οικονομική σκοπιά. Καθώς τα Βαλκάνια, αποτελούν μια περιοχή που θα έλεγα ότι είναι ο κατεξοχήν ευνοϊκός χώρος, για ελληνικές επενδύσεις,  για ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα  και για την ενίσχυση των εξαγωγών μας.

Με αυτή την έννοια, θα έλεγα ότι  η πρόσφατη συμφωνία στην οποία καταλήξαμε μετά από έξι μήνες δύσκολης διαπραγμάτευσης με τους βόρειους γείτονές μας για την επίλυση της μακροχρόνιας διένεξης σε ότι αφορά το όνομα της ΠΓΔΜ, συνιστά μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη, μια ιστορικής σημασίας επιτυχία για την Ελλάδα, με πολλαπλά οφέλη και στο οικονομικό πεδίο.

Διότι, η διαιώνιση αυτού του προβλήματος, όχι απλά στερούσε δυνατότητες από την χώρα μας, όχι απλά σπαταλούσε άγονα τις δυνάμεις μας στον τομέα της διπλωματίας, αλλά στερούσε τη δυνατότητα στη χώρα μας να συνάψει και ισχυρούς δεσμούς οικονομικής συνεργασίας και συνανάπτυξης με την γειτονική μας χώρα και άρα να διαδραματίσει τον ηγετικό ρόλο που της αναλογεί, που της αξίζει, στην ευρύτερη περιοχή της βαλκανικής.

Στερούσε τη δυνατότητα από τη βόρεια Ελλάδα και κυρίως από τη Θεσσαλονίκη να μετατραπεί από άτυπη συμπρωτεύουσα των Αθηνών, σε ουσιαστική πρωτεύουσα οικονομικών, εμπορικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων ολόκληρης της Βαλκανικής.

Και το χειρότερο η διαιώνιση αυτού του ανοιχτού προβλήματος, της ανοιχτής πληγής άφηνε διάπλατα ανοιχτό το δρόμο σε πρόθυμες τρίτες χώρες, να σπεύδουν μέσω επενδύσεων, και γενικότερα οικονομικής στήριξης στους γείτονες μας, ώστε να εξυπηρετήσουν τα δικά τους ιδιοτελή συμφέροντα στο γεωπολιτικό πεδίο.

Επομένως, η χώρα με τις δύσκολές επιλογές μας και τη σκληρή μας προσπάθεια, τούτες τις μέρες που διεξάγεται αυτό το, πάντοτε κάθε χρόνο ενδιαφέρον συνέδριο, τούτες τις μέρες όμως αφήνει πίσω της μια μακρά εποχή μιζέριας και καχεξίας τόσο στην οικονομία όσο και στις διεθνείς της σχέσεις. Άρα τούτες τις μέρες η χώρα μας γυρίζει σελίδα περνάει σε μια νέα εποχή και για αυτό το λόγο πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να κάνουμε έναν απολογισμό και να κοιτάξουμε το μέλλον με ακόμα μεγαλύτερη αισιοδοξία.

Γιατί μέσα σε τρία χρόνια καταφέραμε ότι άλλες κυβερνήσεις δεν κατάφεραν και σε ευκολότερες μάλιστα περιστάσεις, εδώ και πολλά χρόνια.

Η Ελλάδα δεν είναι πια μια χώρα με καχεκτική οικονομία που παράλληλα χάνει ερείσματα στο διεθνές επίπεδο.

Η Ελλάδα είναι πλέον  μια χώρα που η οικονομία της ανακάμπτει δυναμικά και ταυτόχρονα μετρά πλέον νέους φίλους, νέους συμμάχους στο διεθνές στερέωμα.

Και για τους λόγους αυτούς, θα έλεγα ότι έχει ανακτήσει και στον υπέρμετρο βαθμό, σ’ αυτόν που πριν από κάνα δυο χρόνια κανείς σε αυτή εδώ την αίθουσα δεν θα μπορούσε να φανταστεί, την εμπιστοσύνη, τον σεβασμό και την αξιοπιστία της έναντι των διεθνών εταίρων της χώρας.

Και όσοι,  φίλες και φίλοι, αυτό δεν το καταλαβαίνουν ή κάνουν ότι δε το καταλαβαίνουν προκειμένου να εξυπηρετήσουν μικροπολιτικά παιχνίδια στο εσωτερικό, πιστέψτε με δεν καταφέρνουν τίποτε παραπάνω από το να υπενθυμίζουν ότι εκπροσωπούν την Ελλάδα του χθες.

Την Ελλάδα  της αποτυχίας, την Ελλάδα της μιζέριας, την Ελλάδα της χρεοκοπίας.

Και επειδή οι ίδιοι δεν μπορούν να αντέξουν τη δική τους ευθύνη για τη χρεοκοπία της χώρας, τη δική του ευθύνη για τη χρεοκοπία της Ελλάδας του χθες, αγωνίζονται τούτες τις μέρες να μας στερήσουν το δικαίωμα, τη δυνατότητα να χτίσουμε την Ελλάδα του αύριο.

Όμως δε θα τα καταφέρουν.

Η Ελλάδα της οικονομικής ανάκαμψης, της ισχυρής παρουσίας στα Βαλκάνια και στη  νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα της σταθερότητας και της προόδου, είναι ήδη εδώ.

Και πιστέψτε με κανείς δε θα μπορέσει να τη γυρίσει πίσω.

Ο απεγκλωβισμός μας από το ειδικό καθεστώς των μνημονίων  που ζήσαμε με τον πιο δραματικό τρόπο  για 8 χρόνια τώρα και η επιστροφή μας, επιτέλους, στο δρόμο της ανάπτυξης είναι πια γεγονός και ήταν το αποτέλεσμα ενός διαρκούς και καθημερινού αγώνα όλα αυτά τα 8 χρόνια.

Και σήμερα, βλέπουμε πια, σιγά-σιγά αρχίζουν να φαίνονται τα θετικά αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας, και μπορούμε τόσο εμείς, και κυρίως ο ελληνικός λαός, γιατί πρόκειται για συλλογική προσπάθεια, να αισθανόμαστε δικαιωμένοι αλλά και πλέον πολύ πιο σίγουροι ότι μπορούμε να βασιστούμε στις δικές μας δυνάμεις, να πατήσουμε στα δικά μας πόδια για την επόμενη μέρα της χώρας μας μετά το τέλος των προγραμμάτων στήριξης σε λίγες μέρες, σε λίγους μήνες, σε λίγες μέρες από σήμερα.

Κάναμε τεράστια προσπάθεια να εξυγιάνουμε τα δημόσια οικονομικά της χώρας και το αποτέλεσμα είναι ιστορικό, τόσο για τα ελληνικά όσο και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Και το σημαντικότερο είναι ότι σήμερα υπάρχουν οι βάσεις για να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία, που είναι τόσο απαραίτητη για την ευστάθεια της οικονομίας και για τη μελλοντική της ανάπτυξη.

Καταφέραμε, σε διεθνείς συνθήκες δύσκολες, και σε ειδικότερα  στο εσωτερικό της χώρας πρωτοφανώς δύσκολες να εφαρμόσουμε ένα πρωτοφανές σε εύρος και βάθος πρόγραμμα αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που έχει αλλάξει εκ βάθρων την οικονομία.

 Ενδεικτικά να σας αναφέρω μερικές εμβληματικές μεταρρυθμίσεις σε αυτή την κατεύθυνση που έρχονται να καλύψουν ελλείμματα δεκαετιών και υλοποιήθηκαν μέσα σε αυτά τα τελευταία δυόμισι χρόνια.

Η χώρα απέκτησε επιτέλους κτηματολόγιο και δασικούς χάρτες, απέκτησε τη δυνατότητα να έχει χάραξη αιγιαλού και σαφείς χρήσεις γης, πράγματα που άλλες χώρες τα έχουν εδώ και δεκάδες χρόνια, και στη χώρα μας θα έπρεπε να είχαν γίνει τουλάχιστον από τη δεκαετία του ‘50.

Η χώρα απέκτησε οργανωμένες υποδομές υποδοχής επιχειρήσεων,  ένα ενιαίο νόμο για  τις δημόσιες συμβάσεις, σύγχρονο εταιρικό δίκαιο, νέα απλά καθεστώτα αδειοδότησης και λειτουργίας επιχειρήσεων, σύγχρονο και αξιόπιστο φορολογικό μηχανισμό.

Παράλληλα δρομολογούνται αλλαγές, στο δικαστικό σύστημα και τη δημόσια  διοίκηση, σημαντικές αλλαγές. Ενισχύονται τα συστήματα κοινωνικής προστασίας και προωθούνται ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και εκπαίδευσης.

Οι δομικές μεταρρυθμίσεις που κάναμε  ήταν βαθιές και ουσιαστικές, αναγκαίες για τη χώρα εδώ και πάρα πολλά χρόνια και δυστυχώς δεν αποτέλεσαν προτεραιότητα  ούτε του πρώτου ούτε του δεύτερου προγράμματος στήριξης. Ο κατάλογος των μεταρρυθμίσεων αυτών είναι μακρύς και ουσιαστικός. Η Ελλάδα πλέον με αυτές τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις είναι μια χώρα πιο αποτελεσματική, είναι μια χώρα πιο αξιόπιστη, με σαφείς και αδιάβλητους κανόνες, είναι μια χώρα φιλική στις επενδύσεις, είναι μια χώρα με θεσμούς που λειτουργούν και με κοινωνικές υποδομές πολύ πιο ενισχυμένες.

Δεν σημαίνει αυτό ότι η μεταρρυθμιστική προσπάθεια πρέπει να τελειώσει εδώ αντιθέτως ότι πρέπει να ενισχυθεί . Όμως αυτό σημαίνει ότι η βασική αιτία που μπορούμε σήμερα να γυρίζουμε σελίδα είναι ότι το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα της χώρας, πρόγραμμα στήριξης, επένδυσε στις δομικές μεταρρυθμίσεις, στις θεσμικές μεταρρυθμίσεις έχοντας φυσικά μια πολύ πιο ήπια δημοσιονομική προσαρμογή από αυτή που είδαμε τα πρώτα 5 χρόνια. Και οι συγκρίσεις είναι κραυγαλέες. Τα 5 πρώτα χρόνια προγραμμάτων δεν κατάφεραν, παρά την τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή  που έγινε αυτά τα 5 χρόνια,  να έχουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Ούτε σε ότι αφορά την επιστροφή της χώρας σε ρυθμούς ανάπτυξης, ούτε όμως σε ότι αφορά την επιτυχία στους δημοσιονομικούς στόχους. Σήμερα λοιπόν έχουμε τη δυνατότητα όλη η Ευρώπη, όλος ο κόσμος θα έλεγα εγώ, όλοι οι έγκυροι διεθνείς αναλυτές, όλοι οι θεσμοί και με την ίδια την πιστοποίηση του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα να βρίσκεται πια στις πρωταθλήτριες χώρες στις μεταρρυθμίσεις, στις χώρες εκείνες που μπορούν με μεγαλύτερη αισιοδοξία να ατενίζουν το μέλλον. Δεν είναι πια οι εταίροι μας επιφυλακτικοί. Έχουμε αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη τους και διαμηνύουν προς όλες τις κατευθύνσεις ότι σήμερα η Ελλάδα είναι μια άλλη χώρα. Κάποτε ήταν το πρόβλημα σήμερα είναι η λύση, σήμερα είναι μια χώρα – πρότυπο.

Αλλά και στο πεδίο που κρίνονται και δοκιμάζονται όλα αυτά φίλες και φίλοι, δηλαδή στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας, διαγράφεται ξεκάθαρα πλέον αυτή η θετική κατάσταση.

Η ελληνική οικονομία αναζωογονείται, τόσο από την παραγωγική ενεργοποίηση στο εσωτερικό της χώρας όσο και από την αυξημένη παρουσία επενδυτών του εξωτερικού.

Οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης είναι θετικοί και αποκτούν δυναμική, το πρώτο τρίμηνο του 18 καταγράφηκαν ρυθμοί μεγέθυνσης 2,3% σχεδόν διπλάσιοι από ότι ο μέσος όρος της ευρωζώνης. Η ανεργία μειώνεται σταθερά, παραμένει υψηλή. Αν αναλογιστεί κανείς ότι πριν από τρεισήμισι χρόνια όταν αναλάβαμε εμείς ήταν στο 27% και σήμερα είναι στο 20% αντιλαμβάνεται ότι οι ρυθμοί μείωσης είναι  ουσιαστικοί και είναι ουσιαστικοί σε όλα τα τμήματα του εργατικού δυναμικού, οι εξαγωγές αυξάνονται με εντυπωσιακό ρυθμό κάθε χρόνο και διορθώνουν τις χρόνιες ανισορροπίες του Ισοζυγίου Πληρωμών.

Κερδίζουμε το στοίχημα της εξωστρέφειας και της μετάβασης σε ένα σύγχρονο παραγωγικό πρότυπο, που θέλουμε να βασίζεται στην καινοτομία και τους τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας.

 Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στη χώρα ανακάμπτουν, μεγάλα επενδυτικά έργα κατασκευάζονται σε όλη την επικράτεια, ενώ πολλά άλλα προγραμματίζονται τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Αποτέλεσμα αυτών, είναι η δημιουργία ζήτησης και απασχόλησης στις τοπικές κοινωνίες.

Οι δείκτες οικονομικού κλίματος είναι στα υψηλότερα επίπεδα από την αρχή της κρίσης, οι δείκτες μεταποίησης και ζήτησης ενδιάμεσων αγαθών επίσης, ενώ  οι αγορές δίνουν πια ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και τις εκδόσεις ελληνικών ομολόγων, παρά την αβεβαιότητα της τρέχουσας συγκυρίας.

Μετά το πέρας του προγράμματος τον Αύγουστο, σε δυο περίπου μήνες κόβουμε οριστικά τις γέφυρες με το παρελθόν και η χώρα μας εισέρχεται σε μια νέα εποχή.

Ξαναδίνουμε στην έννοια των μεταρρυθμίσεων το πραγματικό της θετικό νόημα, διότι 8 χρόνια τώρα στη συνείδηση του μέσου έλληνα η λέξη μεταρρύθμιση είχε γίνει συνώνυμο, αρνητικό, της λέξης περικοπές, της λέξης μείωση είτε συντάξεων είτε αποδοχών και εμείς συνεχίζουμε αυτή τη μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια  εισάγοντας τομές με προοδευτικό κοινωνικό και οικονομικό πρόσημο προκειμένου να αποκαταστήσουμε την έννοια στην συλλογική συνείδηση των ελλήνων, αλλά και να προχωρήσουμε μπροστά στις αναγκαίες τομές που ακόμα είναι πολλές αυτές που έχει ανάγκη ο τόπος. Προχωράμε με το δικό μας αναπτυξιακό σχέδιο για τη δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη, προκειμένου να προχωρήσουμε με γοργότερους ρυθμούς στην αύξηση της απασχόλησης, στη μείωση της ανεργίας.

Πρόκειται για ένα σχέδιο, καλά επεξεργασμένο, μια τομή στα μέχρι σήμερα δεδομένα της οικονομικής πολιτικής της χώρας, που συνδιαμορφώσαμε με τους παραγωγικούς φορείς με την ελληνική κοινωνία, με την τοπική αυτοδιοίκηση, με 13 συνέδρια αναπτυξιακά στις 13 περιφέρειες της χώρας, 14 γιατί στην Αττική πραγματοποιήσαμε 2. Έχοντας έρθει σε ένα ζωντανό, ειλικρινή, αληθινό διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες για να συνθέσουμε μαζί τους ένα παζλ με τις απόψεις και τις σκέψεις τους και τις αγωνίες τους ώστε να αξιοποιήσουμε τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα κάθε τόπου ξεχωριστά.

Σε αυτό το σχέδιο ευθυγραμμίζονται οι στόχοι με τα κίνητρα και τα χρηματοδοτικά εργαλεία, για την ισόρροπη ανάπτυξη και τη βέλτιστη αξιοποίηση αυτών των πλεονεκτημάτων που ο τόπος μας διαθέτει.

Ωστόσο φίλες και φίλοι, για να διατηρηθεί η παραπάνω εικόνα που σας περιέγραψα, αυτό  το θετικό μομεντουμ που όλοι καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει σήμερα και που με τόσο κόπο διαμορφώσαμε, αλλά, κυρίως για να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας βιώσιμης και διατηρήσιμης ανάπτυξης στο μέλλον, υπάρχει μια τελευταία σημαντική, όμως, εκκρεμότητα, η πλέον καταλυτική και αναφέρομαι στην κρίσιμη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας. Στις 21 του Ιούνη. Αναφέρομαι στις αποφάσεις που εκεί θα ληφθούν και τα αναγκαία μέτρα  στα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού  δημόσιου χρέους.

Ολοκληρώσαμε χθες με την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου εγκαίρως όλες τις τελευταίες μας υποχρεώσεις όπως ακριβώς προβλέπονται στο τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα στήριξης, τα τελευταία προαπαιτούμενα της τελευταίας αξιολόγησης του τελευταίου προγράμματος στήριξης για τη χώρα.

Και μας χωρίζει σχεδόν μια βδομάδα από την κρίσιμη συνεδρίαση του  Eurogroup της 21ης Ιουνίου, στο οποίο θα αποφασιστούν και θα εξειδικευτούν τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, στο περίγραμμα που τέθηκε στο περσινό Eurogroup του Ιουνίου του 2017, και βεβαίως εκεί θα αποφασιστεί και το μεταμνημονιακό πλαίσιο που θα διέπει τη σχέση της Ελλάδας με τους εταίρους της.

Χρειαζόμαστε μια απόφαση καθαρή, μια απόφαση χωρίς ασάφειες. Χρειαζόμαστε ένα σαφές μήνυμα στις αγορές χρήματος, ένα σαφές μήνυμα χωρίς αστερίσκους.

Μια απόφαση, θα τολμήσω να πω, γενναία και αντάξια των ιστορικών περιστάσεων όχι μόνο στενά για την ελληνική περίσταση, αλλά για το σύνολο της ευρωζώνης και το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Γιατί αυτή η απόφαση, θα είναι το πρόκριμα για την αντιμετώπιση ανάλογων κρίσεων στο μέλλον αλλά κυρίως το πρόκριμα για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το επόμενο διάστημα η ευρωζώνη.

Θα καταδείξει, αν έγινε αντιληπτό, ότι η κρίση της Ελλάδας και άλλων τρίτων χωρών, ήταν κρίση της ίδιας της ευρωζώνης, και όχι ειδικές ή έκτακτες περιπτώσεις που μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αποσπασματικά.

Και βεβαίως θα καταδείξει και το αν συνειδητοποιήθηκε τελικά ότι το κοινό νόμισμα δημιουργεί μοιραία αλληλεξάρτηση μεταξύ των χωρών – μελών και η ίδια η βιωσιμότητά του εξαρτάται από τη δυνατότητα κοινού βηματισμού μας.

Η επιτυχία λοιπόν της Ελλάδας που θα κριθεί από τη δυνατότητά της τον ερχόμενο Σεπτέμβρη να έχει μια διαρκή και σταθερή πρόσβαση στις αγορές χρήματος δεν θα είναι επιτυχία μόνο της Ελλάδας, θα είναι επιτυχία της Ευρώπης. Το τέλος της κρίσης στην Ελλάδα θα είναι το τέλος της κρίσης στην Ευρωζώνη που ξεκίνησε 2008 και κράτησε δυστυχώς μέχρι τις ημέρες μας. Και ακριβώς επειδή έχω απόλυτη πεποίθηση ότι αυτό το συνειδητοποιούνε όλοι, μα όλοι, οι εταίροι μας έχω και την αισιοδοξία ότι παρά τις όποιες  διαφορές που μένουν ως την τελευταία στιγμή, ακριβώς επειδή όλοι θέλουν αυτή τη λύση που πριν από λίγο σας περιέγραψα, να βρεθεί η βέλτιστη τομή και θα δοθεί η σωστή λύση το βράδυ της επόμενης Πέμπτης ώστε να έχουμε μια επιτυχία για την Ελλάδα και για την Ευρώπη. Τελευταίο και πιο σημαντικό success story για την Ευρώπη που θα σηματοδοτήσει το τέλος της κρίσης στην Ευρωζώνη.

Πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε σοβαρά πάνω στην εμπειρία της κρίσης και να αντλήσουμε διδάγματα. Να αναρωτηθούμε γιατί μια κρίση εξωγενής,  που βρήκε την Ευρώπη δεν δημιουργήθηκε εδώ, για να σας θυμίσω τα γεγονότα του 2008, γιατί λοιπόν μια κρίση εξωγενής κράτησε τόσο πολύ, και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ότι στην Αμερική όπου και ξεκίνησε. Δέκα χρόνια μετά συζητάμε για το τέλος της κρίσης  στην Ευρωζώνη με το τέλος της κρίσης στην Ελλάδα.

Πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε μια ειλικρινή συζήτηση για το αν έφτασε η ώρα να περάσουμε από την εκ των άνω επιβολή κανόνων άκαμπτων στην Ευρώπη, στην δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης με διακριτικά μέσα οικονομικής πολιτικής.

Και έχει ενδιαφέρον ότι αυτή η συζήτηση έχει ξεκινήσει  εδώ και καιρό στην Ευρωζώνη και συμπίπτει με τις μεγάλες αποφάσεις για το ελληνικό χρέος και το τέλος του ελληνικού προγράμματος γιατί αμέσως, μετά στο τέλος του Ιούνη στη Σύνοδο Κορυφής, θα συζητήσουμε για το αν είμαστε έτοιμοι να πάρουμε γενναίες αποφάσεις για την μετεξέλιξη της Ευρωζώνης. Θα συζητήσουμε ακριβώς για αυτά.

Πιστεύω λοιπόν, ότι έχουν πληθύνει τα σημάδια, και η εμπειρία δείχνει ότι το να θέτουμε απόλυτους στόχους, αποκλειστικά αριθμητικά προσδιορισμένους, όπως είναι η σταθερότητα του νομίσματος και το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος και να περιμένουμε κοινωνίες ολόκληρες να προσαρμοστούν κάτω από αυτούς πάση θυσία, και ανεξαρτήτως των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, μπορεί να λειτούργησε το προηγούμενο διάστημα, με νύχια και με δόντια όμως, αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα. Το μόνο που επιτυγχάνουμε έτσι είναι να εισάγουμε στις χώρες – μέλη συνθήκες ακραίας λιτότητας, που προκαλούν εσωτερική πολιτική κρίση και τελικά αμφισβήτηση της νομιμοποίησης ολόκληρου του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Ειδικά, όταν άλλες οικονομικές δυνάμεις προσαρμόζουν την οικονομική τους πολιτική στους στόχους της απασχόλησης και της ανάπτυξης ή ακόμη και της ενίσχυσης της γεωπολιτικής επιρροής τους.

Δεν γίνεται την ίδια στιγμή η Ευρώπη να μετατρέπει τις δικές τις χώρες  σε συνταγματικά κλουβιά, με κανόνες που ορίζονται παρακάμπτοντας μάλιστα πολλές φορές κάθε δημοκρατικό διάλογο.

Ενώ είναι επίσης παράδοξο, να βάζουμε μπροστά αποκλειστικά τους οικονομικούς στόχους, και να περιμένουμε σε δεύτερο χρόνο να προκύψει η ευρωπαϊκή συνείδηση και ο ενεργός ευρωπαίος πολίτης με πίστη και προσήλωση στις ευρωπαϊκές αξίες.

Αν συνεχίσουμε να το κάνουμε αυτό για πολύ είναι σα συνεχίζουμε να βάζουμε διαρκώς το κάρο μπροστά από το άλογο.

Αντιθέτως, πιστεύω ότι έφτασε η στιγμή να μιλήσουμε για την ανάγκη   αναγνώρισης της αμοιβαιότητας και της κοινής μοίρας των ευρωπαϊκών λαών γιατί  αυτό είναι που θα εμπνεύσει πίστη στο ευρωπαϊκό εγχείρημα , αλλά και στα βήματα που θα χρειαστούν για να  φτάσουμε  και να ολοκληρώσουμε το εγχείρημα της ενοποίησης.

Και αυτά πρέπει να εξηγηθούν στους λαούς, των οποίων η δυνατότητα να αποφασίζουν συλλογικά και δημοκρατικά δεν μπορεί να αμφισβητείται  ούτε να τους κουνάνε το δάκτυλο ότι δεν ψηφίζουν σωστά και πρέπει να ψηφίζουν σωστότερα. Γιατί αυτές οι επιλογές έχουν ως αποτέλεσμα να νομιμοποιείται μια πρακτική εξωτερικών καταναγκασμών, η οποία είναι φυσικά, παντελώς ξένη και με τις αξίες μας και με αυτό που ονομάζουμε ευρωπαϊκή δημοκρατική κουλτούρα.

Η παγκοσμιοποίηση, είναι σαφές ότι θέτει σοβαρές προκλήσεις τόσο στην ευρωζώνη όσο και στην Ευρώπη. Ο κόσμος γίνεται πολυπολικός. Οι ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις της Ασίας για παράδειγμα, δεν ανταγωνίζονται πλέον τις αναπτυγμένες οικονομίες μόνο με όρους χαμηλού κόστους παραγωγής, αλλά, εισέρχονται δυναμικά στους τομείς της έρευνας, της καινοτομίας, των νέων τεχνολογιών.

Από την άλλη πλευρά η Αμερική, διατηρεί την πρωτοκαθεδρία και το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, αλλά πιέζεται από την μετατόπιση των τεκτονικών πλακών της παγκόσμιας οικονομίας ανατολικότερα και επανακαθορίζει τη στρατηγική της με γνώμονα, όπως φαίνεται το τελευταίο διάστημα, τα στενά εθνικά της συμφέροντα.

Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο η Ευρώπη, είναι ένα ερώτημα, πού είναι; Η Ευρώπη είναι μια ένωση χωρών, με δημογραφικές, αναπτυξιακές και πολιτικές προκλήσεις που αναζητά το βηματισμό της στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον που διαμορφώνεται.

Διαθέτουμε όμως ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα, που πρέπει να τα αξιοποιήσουμε, διαθέτουμε και μια ιστορική παρακαταθήκη σεβασμού των ανθρωπίνων και εργασιακών δικαιωμάτων, ισχυρού κράτους δικαίου και μια κουλτούρας όπως είπα πιο πριν ευρωπαϊκής δημοκρατικής πολυφωνίας.

Παραδείγματα υψηλής ανάπτυξης υπήρξαν και υπάρχουν κατά καιρούς πολλά, αλλά η Ευρώπη είναι  αυτή που ιστορικά κατάφερε να συνδυάσει ταυτόχρονα την ανάπτυξη με τα δικαιώματα, το κοινωνικό κράτος και τη δημοκρατία και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Αυτή είναι μια ιστορική κληρονομιά που οφείλουμε να διαφυλάξουμε. Χωρίς να λειτουργούμε φοβικά, πρέπει να κάνουμε εκείνα τα τολμηρά βήματα που απαιτούνται, ώστε όλοι μαζί να βγούμε δυναμικά στο προσκήνιο. Κι αυτό προϋποθέτει εμβάθυνση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης, αυτό προϋποθέτει στήριξη των ευρωπαϊκών κοινωνικών δομών, αλλά και ενίσχυση της ενιαίας πολιτικής ασφάλειας και άμυνας στην Ευρώπη.

Επομένως φίλες και φίλοι, μόνο οι κανόνες δεν επαρκούν για να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στο σημερινό σύνθετο, ανταγωνιστικό, πολυπολικό κόσμο. Οι λύσεις του χτες δεν απαντούν στις προκλήσεις του σήμερα.

Και η ζωή δυστυχώς μπορεί να κατανοηθεί προς τα πίσω αλλά πρέπει να βιωθεί προς τα εμπρός.

Πρέπει δηλαδή να τολμήσουμε, και να υπερβούμε την παραδοσιακή ευρωπαϊκή αντίδραση, τα τελευταία χρόνια, του «πολύ λίγα – πολύ αργά» απέναντι σε κάθε πρόβλημα που ανακύπτει.

Είναι καιρός, στη βάση ενός κοινωνικού συμβολαίου για την νέα Ευρώπη των λαών που θέλουμε, να δώσουμε προτεραιότητα στην ανάπτυξη, να δώσουμε όμως προτεραιότητα και στη μείωση των ανισοτήτων, στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων αλλά και στην ενίσχυση της λογοδοσίας και της δημοκρατικής συμμετοχής.

Η λιτότητα,  λοιπόν, αν θέλετε τη γνώμη ενός Πρωθυπουργού που έζησε μεγάλα διλήμματα τα τελευταία χρόνια και αναγκάστηκε παρά τις ιδέες και τις απόψεις του να εφαρμόσει πολύ πιο, αν θέλετε, ευέλικτη προσαρμογή, αλλά προσαρμογή μέχρι τούδε, τελείωσε για την Ελλάδα μετά από 8 χρόνια, αλλά η λιτότητα και για την Ελλάδα και για την Ευρώπη όχι απλά δεν είναι μονόδρομος. Είναι ιστορικό λάθος.

Μπορούμε με κοινές και συντονισμένες προσπάθειες, να αντλήσουμε πόρους από την πάταξη της φοροαποφυγής μέσω της πάταξης των φορολογικών παραδείσων, και από πολλές άλλες νέες ιδέες για νέους φόρους που δεν θα επιβαρύνουν τους φορολογούμενους αλλά από αυτούς οι οποίοι κερδίζουν, ούτε την επιχειρηματικότητα θα επιβαρύνουν. Μπορούμε λοιπόν να βρούμε πόρους και να κατευθύνουμε στοχευμένα τους πόρους εκεί όπου υπάρχουν ανάγκες και που θα προκύψουν ανάγκες για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης.

Και αυτή η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει στην Ευρώπη. Ας μου επιτραπεί ότι αφιέρωσα λίγο χρόνο  για να σας εισαγάγω σε αυτή τη συζήτηση η οποία διεξάγεται και θα διεξαχθεί στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής αμέσως μετά από ορθές αποφάσεις που θα παρθούν για την ελληνική περίπτωση στις 21 του Ιούνη.

Φίλες και φίλοι,

Η αντιμετώπιση της κρίσης, και η προστασία των κοινωνικών ομάδων που χτυπήθηκαν από αυτήν, για μας υπήρξε απόλυτη προτεραιότητα τα 3 προηγούμενα χρόνια, αλλά, ποτέ δε βάλαμε σε δεύτερη μοίρα το ρόλο μας ως ευρωπαϊκό μέλος, με φωνή και συμμετοχή στα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την Ευρώπη.

Με την ίδια μέριμνα και με σοβαρή δουλειά χειριστήκαμε και τα μεγάλα εθνικά μας θέματα. Τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό, το Μακεδονικό.

Την κατεύθυνση που προτείνουμε σήμερα για την Ευρώπη σε ότι μας αφορά την έχουμε αποδείξει στην πράξη, από το δικό μας μετερίζι, από το δικό μας επίπεδο επιρροής, στη βάση μιας λογικής  συνανάπτυξης και της αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των χωρών στη βάση μιας λογικής διαμοιρασμού της ευθύνης. Όχι σε μια αντίληψη και λογική ότι όποιο πρόβλημα δεν είναι στη δική μου αυλή δεν μ΄ ενδιαφέρει ας το φορτωθεί αυτός που το ‘χει. Και βεβαίως αυτή η λογική της συνανάπτυξης και της αμοιβαίας κατανόησης  για το κοινό μέλλον των λαών και τη συνεργασία και την ειρήνη, αποτέλεσαν και τη βάση της προσπάθειας μας, καλή ώρα, με το μακεδονικό ζήτημα, όπου αποδείξαμε ότι μια διένεξη δεκαετιών όταν υπάρχει βούληση μπορεί να επιλυθεί ισορροπημένα και με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο χωρίς να θιγεί ούτε το εθνικό συμφέρον αλλά ούτε και η αξιοπρέπεια των λαών.

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Αυτές τις μέρες που διεξάγεται το Συνέδριό σας να ξέρετε ότι η Ελλάδα γυρίζει σελίδα. Και μπροστά στις κρίσιμες και ιστορικές εξελίξεις και στις κρίσιμες και ιστορικές αποφάσεις, όλοι καλούνται να τοποθετηθούν απέναντι στην ιστορία.

Θέλω λοιπόν κλείνοντας να σας εκμυστηρευτώ, από τη μικρή μεν αλλά πλούσια σε πυκνότητα γεγονότων εμπειρία μου ως πρωθυπουργός αυτά τα τρεισήμισι χρόνια  που κλήθηκα να διαχειρισθώ κρίσιμα για τη χώρα θέματα και κρίσιμες αποφάσεις. Το συμπέρασμά μου λοιπόν είναι ότι δεν υπάρχει πολιτικό κόστος. Αυτό που υπάρχει είναι η επιλογή ανάμεσα στον πολιτικό στρουθοκαμηλισμό από τη μια και στην πολιτική της ευθύνης από την άλλη.

Το ίδιο κάναμε και για την οικονομική κρίση μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις. Το ίδιο στα εθνικά θέματα. Το ίδιο κάναμε και στο ζήτημα της προσφυγικής κρίσης. Όπου προτάξαμε τον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη  και δεν κάναμε τα στραβά μάτια όπως άλλοι στην Ευρώπη, αυτός ήταν αν θέλετε ο βασικός προσανατολισμός μας σε όλα τα μεγάλα ζητήματα που διαχειριστήκαμε. Η ιστορία και ο λαός θα μας κρίνει.

Το σίγουρο όμως είναι, και έχει ήδη κριθεί πιστεύω, ότι μια χώρα που τρία χρόνια πριν ήταν μέρος της κρίσης, αν όχι η ίδια η κρίση στην Ευρώπη, σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λύσης για την Ευρώπη. Αυτή είναι σήμερα η Ελλάδα, αγαπητές φίλες και φίλοι.

Αυτό το μήνυμα λοιπόν ήθελα να εκπέμψω με την ευκαιρία της παρουσίας μου εδώ, στο φετινό συνέδριο του Economist. Και να καλέσω για άλλη μια φορά όλους όσοι βρίσκεστε σήμερα εδώ  κυρίως όμως τη  διεθνή κοινότητα να εμπιστευτεί και να στηρίξει την Ελλάδα στην νέα αυτή προσπάθεια της.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Advertisements

Οι Αριστερές δράσεις δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s