8 Μαΐου το τέλος του β’παγκοσμίου πολέμου στην Ευρώπη

στις

Σαν σήμερα πριν 73 χρόνια η Γερμανία συνθηκολογεί άνευ όρων. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης η μέρα αυτή είναι αργία και θεωρείται ως η ημέρα της νίκης. Στην Ελλάδα αυτή τη μέρα δεν την έχουμε ως αργία αλλά πάντοτε υπάρχουν σχετικές ανακοινώσεις των κομμάτων ιδίως της αριστεράς. Πάμε όμως στα ιστορικά γεγονότα.

30 Ιανουαρίου του 1933

Η Γερμανία ηττημένη από τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918) είχε εγκαταστήσει την λεγόμενη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η δημοκρατία αυτή κράτησε μέχρι την άνοδο του Ναζιστικού κόμματος στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου του 1933. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης το γερμανικό Ράιχ (εθνικό κράτος) απαρτίζονταν από 17 ομόσπονδα κρατίδια, το καθένα με δική του κυβέρνηση και κοινοβούλιο, τα οποία εκπροσωπούνταν στο κεντρικό συμβούλιο.

Το σύνταγμα καθόριζε ένα πολιτικό σύστημα με στοιχεία της κοινοβουλευτικής και της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Το κοινοβούλιο ήταν το λεγόμενο Ράιχσταγκ και πρωτεύουσα του κράτους το Βερολίνο. Το όνομα αυτής της δημοκρατίας δόθηκε από την πόλη που συνήλθε η Γερμανική Εθνοσυνέλευση για να δημιουργήσει ένα νέο Σύνταγμα μετά την κατάλυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (1878-1918) το 1918.

Η δημιουργία της δημοκρατικής αυτής κυβέρνησης ήταν άμεση συνέπεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κυβέρνηση αυτή, που υπέγραψε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, αποτελούμενη από σοσιαλιστές της αριστεράς, σοσιαλδημοκράτες και αντιπροσώπους του καθολικού Κέντρου, πολύ γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπη με την κομμουνιστική εξέγερση των Σπαρτακιστών του Βερολίνου, την οποία κατέστειλε με βιαιότητα και δολοφόνησε τους ηγέτες της Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ (15 Ιανουαρίου 1919).

Η συνθήκη των Βερσαλιών όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έθεσε 14 σημεία για να αποφευχθούν μελλοντικοί πόλεμοι, το 14ο σημείο ήταν η ίδρυση της κοινωνίας των εθνών. Τελικά συμβιβάστηκε με τον πρωθυπουργό της Γαλλικής δημοκρατίας, τον Ζωρζ Κλεμανσώ, τον Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών, Λόυντ Τζωρτζ και τον Ιταλό πρωθυπουργό, Βιτόριο Ορλάντο και παρακάπτοντας 11 όρους ιδρύθηκε η κοινωνία των εθνών, που όμως απέτυχε στον τελικό της σκοπό και τελικά πόλεμος έγινε και μετά από αυτόν, το 1945 ιδρύθηκε ο ΟΗΕ στην θέση της κοινωνίας των εθνών.

Η Γαλλία δυστυχώς ή ευτυχώς ζητούσε εκδίκηση για τα γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, αφού το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Η συνθήκη των Βερσαλλιών όπως αποδείχθηκε ήταν υπέρμετρα αυστηρή για την Γερμανία, όπου έχασε μια σειρά εδαφών και αποικιών. Πέρα όμως από τα εδάφη αναγκάστηκε να πληρώσει υπέρμετρες πολεμικές αποζημιώσεις και να χάσει αρκετά από τα εμπορικά της προνόμια. Την δημοκρατία της Βαϊμάρης την εκπροσωπούσε ο Χέρμαν Μύλλερ, ο Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελ.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στο εσωτερικό της Γερμανίας να ξεσπάσουν βίαιες συγκρούσεις τα έτη 1919-1923, πέρα όμως τούτου η Γερμανία το 1923 έχασε τα εδάφη της στη Ρηνανία γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει τα υπέρογκα ποσά των αποζημιώσεων και έτσι η Γαλλία κατέλαβε τα εδάφη αυτά στρατιωτικά και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εκατό εργατών από το πυρ που άνοιξαν τα γαλλικά στρατεύματα. Ο στραγγαλισμός του εμπορίου και των διεθνών σχέσεων της Γερμανίας, λόγω της Συνθήκης, οδήγησε σε πληθωρισμό, ανεργία και οικονομική ανέχεια.

Η κατάσταση βέβαια άρχισε να βελτιώνεται κάπως, όταν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι αντιλήφθηκαν ότι η Γερμανία τείνει να μετατραπεί σε καζάνι που βράζει. Υπό την ηγεσία του Γκούσταβ Στρέζεμαν (Gustav Stresemann), ενός έντονα εθνικόφρονα αλλά και ρεαλιστή πολιτικού, η Γερμανία ακολούθησε τη λεγόμενη «πολιτική της εκπλήρωσης» (Erfüllungspolitik) των υποχρεώσεών της. Της επετράπη, έτσι, η είσοδος στην Κοινωνία των Εθνών (Συνθήκες του Λοκάρνο), που οδήγησε σε άρση του εμπάργκο και βελτίωση των κρατικών οικονομικών, ειδικά με την αθρόα εισροή αμερικανικών δανείων, καθώς και την ελαφρά άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε η συνεργασία με τον έτερο διεθνή παρία, τη Σοβιετική Ένωση (Συνθήκη του Ραπάλλο). Κατά το διάστημα 1924-1929 η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γνώρισε τη «χρυσή εποχή» της. Ωστόσο, λίγο πριν τον θάνατό του το 1929, ο Στρέζεμαν έκανε την εξής διαπίστωση:

Η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας εμφανίζεται ανθηρή μόνο στην επιφάνεια. Η Γερμανία στην πραγματικότητα βαδίζει επάνω στον κρατήρα ενός ηφαιστείου. Αν κληθεί να εκπληρώσει άμεσα τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της, ένα μεγάλο τμήμα της οικονομίας της θα καταρρεύσει

Μέσα σε αυτή την κατάσταση, εμφανίστηκε στη Βαυαρία του 1919 ένα μικρό πολιτικό κόμμα, το Κόμμα των Γερμανών Εργατών (Deutsche Arbeiterpartei, DAP). Το δημιούργησαν οι Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler), Ντίτριχ Έκαρτ (Dietrich Eckhart) και Γκόντφριντ Φέντερ (Gottfried Feder). Αρχηγός του ορίστηκε ο Άντον Ντρέξλερ. Η Βαυαρία εκείνη την περίοδο ήταν ένα από τα κύρια κέντρα της γερμανικής άκρας δεξιάς.

Με την ενεργό υποστήριξη της τοπικής Ράιχσβερ, πληθώρα παραστρατιωτικών ομάδων και πολιτικών σχηματισμών δημιουργήθηκαν από τις τάξεις των Φράικορπς, των οποίων ο πολιτικός προσανατολισμός ήταν έντονα αντικομμουνιστικός, παγγερμανικός και αντισημιτικός. Μέλος του κόμματος έγινε τότε και ένας δεκανέας, γεννημένος στο Μπραουνάου αμ Ιν (Braunau am Inn) της Αυστρίας, ο Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler).

Ενώ το κόμμα αγωνιζόταν χωρίς ιδιαίτερα ικανό αρχηγό, ο Χίτλερ σύντομα κατάφερε να ξεχωρίσει, χάρη στη δεινή ρητορική του, και να αναλάβει την αρχηγία του (29 Ιουλίου 1921). Ως αρχηγός πλέον, ο Χίτλερ μετονομάζει το Κόμμα σε Nationalsozialistische Deutsche Arbeiter Partei (Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, NSDAP) ή, συντομογραφικά, Ναζί. Παράλληλα, ο Χίτλερ με τους συνεργάτες του, καταρτίζουν ένα πρόγραμμα είκοσι πέντε σημείων, το οποίο και θα αποτελέσει το πολιτικό μανιφέστο του Κόμματος. Η δημοτικότητα του Κόμματος αυξανόταν συνεχώς, καθώς πολλά από τα σημεία του μανιφέστου έχουν ευρεία λαϊκή απήχηση.

Αυτό παρέσυρε τον Χίτλερ, ο οποίος με την πεποίθηση ότι ο λαός θα ακολουθήσει, προχώρησε με τους συνεργάτες του και την υποστήριξη του στρατηγού και ήρωα του πολέμου, Έριχ Λούντεντορφ σε πραξικόπημα στο Μόναχο στις 9 Νοεμβρίου 1923. Εκείνο το πραξικόπημα απέτυχε και ο Χίτλερ μαζί με τους συνεργάτες του συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε πενταετή φυλάκιση, ενώ το Κόμμα, έχοντας απωλέσει τον ηγέτη του και, παράλληλα, απαγορευτεί από τις αρχές, περιπίπτει στην αφάνεια. Στη φυλακή ο Χίτλερ έμεινε 9 μήνες, εκεί έγραψε το περίφημο μανιφέστο του, τον Αγών μου, ουσιαστικά σε αυτό το βιβλίο ήταν όλη η κοσμοθεωρία του Ναζισμού, όπου συμπεριλάμβανε τις φυλετικές διακρίσεις, τον εθνικισμό, την στρατοκρατία, την αρία φυλή και βέβαια την προσωπολατρεία.

Η θεωρία του Χίτλερ ήταν βαθιά επηρεασμένη από  την αντίστοιχη θεωρία του Ιταλικού φασισμού που είχε ήδη καταλάβει την εξουσία το 1922 με προεξάρχοντα τον Μπενίτο Μουσολίνι. Εννέα μήνες μετά ο Χίτλερ αποφυλακίζεται και ξεκινά την αναδιοργάνωση του κόμματός του. Ο Χίτλερ εκμεταλλευόμενος όλες τις συγκυρίες στις εκλογές του 1932  φέρνε το κόμμα του πρώτο σε ψήφους, χωρίς όμως να καταφέρει να πάρει απόλυτη πλειοψηφία. Ο Πρόεδρος αρνείται να αναθέσει την Καγκελαρία στον Χίτλερ, καθώς δεν τον συμπαθεί καθόλου, και την αναθέτει στον Κουρτ φον Σλάιχερ, του οποίου όμως οι προσπάθειες σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης αποτυγχάνουν.

Ο Χίντενμπουργκ αναγκάζεται να ονομάσει Καγκελάριο τον Χίτλερ στις 30 Ιανουαρίου 1933 με την υποστήριξη του αρχηγού του Καθολικού Κεντρώου Κόμματος Φραντς φον Πάπεν. Με την ανάληψη της εξουσίας το Ναζιστικό Κόμμα δείχνει τις προθέσεις του και αρχίζει τις διώξεις εναντίον Εβραίων «για να καθαρίσει η γερμανική κουλτούρα από άλλες επιδράσεις», με κυριότερη αυτή της Νύχτας των Κρυστάλλων. Παράλληλα, καθώς τα μέλη του αναλαμβάνουν σημαντικές εξουσίες, εγκαθιδρύουν ένα καθεστώς απολυταρχικό και τρομοκρατικό, στο οποίο κανείς αντιφρονών δεν έχει θέση.

Τις διώξεις των Εβραίων ακολουθούν οι διώξεις κομμουνιστών, σοσιαλιστών και φιλελεύθερων στελεχών και της άρχουσας τάξης γενικότερα. Δημιουργείται το αδιαχώρητο στις φυλακές και το καθεστώς εγκαθιδρύει το πρώτο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μπούχενβαλντ (Buchenwald). Αρχικά στα στρατόπεδα αυτά δεν στέλνονται Εβραίοι: Αυτούς το καθεστώς προσπαθεί να τους «πείσει» να εγκαταλείψουν το γερμανικό έδαφος (εγκαταλείποντας, φυσικά, όλη τους την περιουσία). Χρησιμοποιεί γι’ αυτό το σκοπό κυρίως την τρομοκρατία και την ψυχολογική πίεση και όχι, ακόμη, τη φυσική τους εξόντωση.

Κατά τον πρώτο χρόνο της ναζιστικής διακυβέρνησης δεν έχουν αρχίσει να διώκονται μαζικά, να εγκλείονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και να εκτελούνται εν ψυχρώ. Στα στρατόπεδα εγκλείονται, προς το παρόν, όλοι οι αντιτιθέμενοι στο ναζιστικό καθεστώς, καθώς και οι ομοφυλόφιλοι. Το ναζιστικό καθεστώς γίνεται πλέον μια στυγνή αντισημιτική, αντιφιλελεύθερη, αντικομμουνιστική δικτατορία. Έχοντας το πρόσχημα του κοινοβουλευτισμού με εξασφαλισμένη πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ, είναι σε θέση να ψηφίζει ολοσχερώς αντιδημοκρατικούς νόμους.

Σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Σίρερ, μέσα στον πρώτο χρόνο διακυβέρνησής του, το ναζιστικό κόμμα – και ο Χίτλερ προσωπικά – έχει να επιδείξει «επιτεύγματα» χωρίς ιστορικό προηγούμενο:

Κατάφερε να καταργήσει τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, να εγκαθιδρύσει στυγνή δικτατορία, στα πλαίσια της οποίας καταργούνται οι ατομικές ελευθερίες, η ελευθερία του Τύπου, η ύπαρξη άλλων πολιτικών κομμάτων πλην του Εθνικοσοσιαλιστικού, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, οι τοπικές κυβερνήσεις των ως τότε ομοσπονδιακών κρατιδίων, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα δικαιώματα των εβραϊκής καταγωγής πολιτών τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή τους, ενώ γίνονται δραστικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση, την πολιτική, πολιτιστική και οικονομική ζωή του Γερμανού πολίτη.

27 Φεβρουαρίου 1933

Εκείνη την ημέρα ξεσπά πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ. Ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe) συλλαμβάνεται στο εσωτερικό του πυρπολημένου κτηρίου. Οι Ναζί έχουν το πρόσχημα που τους χρειάζεται:

Αποδίδουν τον εμπρησμό στους κομμουνιστές και την ίδια νύκτα συλλαμβάνονται περίπου 4.000 μέλη και υποστηρικτές τους, οι οποίοι μεταφέρονται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Εξαιρέσεις δεν γίνονται ούτε σε γυναίκες ούτε σε εφήβους. Ο Χίτλερ πέτυχε να εξουδετερώσει με ένα κτύπημα έναν από τους πιο μαχητικούς (και μισητούς του) αντιπάλους, αλλά δεν περιορίστηκε σε αυτό: Έχοντας πλέον απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καταφέρνει να ψηφίσει αρχικά το διάταγμα με το οποίο καταργεί, μεταξύ άλλων, και το θεμελιωδέστερο των ανθρώπινων δικαιωμάτων, το Habeas Corpus.

Αυτό το διάταγμα έγινε γνωστό ως «Διάταγμα του εμπρησμού του Κοινοβουλίου». Ακολουθεί ένα άλλο, με το οποίο ο Χίτλερ δίνει στον εαυτό του την απόλυτη εξουσία πάνω σε όλα τα κρατικά θέματα. Αυτό ψηφίζεται στο Κοινοβούλιο με 444 ψήφους υπέρ και μόνο 94 κατά – αυτές των σοσιαλδημοκρατών που έχουν απομείνει (Μάρτιος 1933).  Ο στενός φίλος του Χίτλερ Ερνστ Ρεμ (Ernst Röhm), από την εποχή ήδη του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Μονάχου, είχε δημιουργήσει μια παραστρατιωτική οργάνωση, την Sturmabteilung (SA) (κατά λέξη θυελλώδεις μαχητές, γνωστή και ως «Τάγματα Εφόδου«).

Η SA φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη στον Χίτλερ, αφού είχε αναλάβει τη φυσική εξόντωση πολλών πολιτικών του αντιπάλων πριν οι Ναζί πάρουν την εξουσία. Ωστόσο, η οργάνωση (και ο ηγέτης της) αρχίζει να φαίνεται επικίνδυνη και στον ίδιο τον Χίτλερ, ο οποίος έχει αντιληφθεί ότι, αν δεν την εξουδετερώσει, δεν θα μπορέσει να κυριαρχήσει και στο τελευταίο – και ιδιαίτερα σημαντικό – προπύργιο αντίστασης στα σχέδιά του: Τον Γερμανικό στρατό (Βέρμαχτ).

Στις 30 Ιουνίου 1934 ο Ρεμ και οι ανώτεροι αξιωματούχοι της SA καλούνται σε σύσκεψη σε ένα ξενοδοχείο στα περίχωρα του Μονάχου. Εκεί συλλαμβάνονται, και οι αφοσιωμένοι του Χίτλερ Χέρμαν Γκέρινγκ και Χάινριχ Χίμλερ κατηγορούν τον Ρεμ ως ομοφυλόφιλο. Ο Χίμλερ, ειδικά, φθονεί τον Ρεμ επειδή η οργάνωση την οποία δημιούργησε και διευθύνει, η SS (τότε σωματοφυλακή του Χίτλερ), δεν έχει τη ισχύ και την επιρροή της SA. Ο Ρεμ υφίσταται ψυχολογικές πιέσεις για να ομολογήσει. Δεν το πράττει και τότε, κατ’ εντολή του Χίτλερ, του προσφέρεται ένα πιστόλι για να αυτοκτονήσει. Αρνείται να το πράξει και, τελικά, δολοφονείται από χαμηλόβαθμα στελέχη των SA με ριπές αυτόματων όπλων.

Αυτό θα σημάνει και το τέλος της παντοδυναμίας της οργάνωσης SA, η οποία δεν διαλύεται μεν, αλλά παραμένει στο παρασκήνιο, «παροπλισμένη». Η νύκτα αυτή έχει επονομαστεί «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών«. Με την εξουδετέρωση της SA ο Χίτλερ καταφέρνει να πείσει και τους ευγενούς καταγωγής στρατιωτικούς για τις προθέσεις του σχετικά με την αποκατάσταση της Γερμανίας στο διεθνές πολιτικό σκηνικό. Αποσπά, έτσι, από τους αξιωματικούς μια δήλωση αφοσίωσης στο πρόσωπό του.

Παρά το γεγονός αυτό, ο Χίτλερ ποτέ δεν συμπάθησε τους αξιωματικούς του, οι οποίοι ήταν όλοι, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, πιστοί της Πρωσικής στρατιωτικής παράδοσης και ευγενούς καταγωγής και, φυσικά, κανείς τους δεν ήταν μέλος του Κόμματος. Ως συνέπεια της συνεχώς αυξανόμενης αντιπάθειάς του απέναντί τους, περίπου πενήντα ηγετικές φυσιογνωμίες των Στρατιωτικών δυνάμεων (Βέρμαχτ) θα εκτελεστούν, θα αυτοκτονήσουν «εν διατεταγμένη υπηρεσία» ή θα σφαγιαστούν με φρικτό τρόπο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις 2 Αυγούστου του 1934 πεθαίνει ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ. Η κυβέρνηση ενεργοποιεί νόμο, με το οποίο συγχωνεύονται Καγκελαρία και Προεδρία. Ο τίτλος και το αξίωμα του Προέδρου καταργούνται και ο Χίτλερ αναλαμβάνει τα καθήκοντα και των δύο, παίρνοντας τον τίτλο «Führer und Reichskanzler» (Ηγέτης και Καγκελάριος του Ράιχ).

15 Σεπτεμβρίου του 1935

Στην απόφαση του συνεδρίου του ναζιστικού κόμματος που είχε ξεκινήσει νωρίτερα στη Νυρεμβέργη περνάει επίσημα ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός. Το συνέδριο υιοθετεί τους λεγόμενους νόμους της Νυρεμβέργης, όπου περιέχονται τα εξής:

  • Η «συντήρηση της καθαρότητος του γερμανικού αίματος» αποτελεί βασικό τμήμα της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Ο νόμος απαγορεύει γάμους μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων.
  • Aπαγορεύονται οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων, οι οποίες από εδώ και εμπρός τιμωρούνται με φυλακή. Τιμωρείται όμως μόνον ο άνδρας, επειδή η γυναίκα, κατά τη γνώμη του Χίτλερ, σεξουαλικά εξαρτάται από τον άνδρα.
  • Δεν επιτρέπεται σε Εβραίο να προσλαμβάνει γυναίκα γερμανικού ή συγγενούς αίματος κάτω των 45 ετών ως οικιακή βοηθό, επειδή βάσει της ναζιστικής ιδεολογίας εννοείται ότι «ο Εβραίος διαφορετικά θα την βιάσει».
  • Αποφασίζεται νέα σημαία της Γερμανίας. Τα χρώματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (μαύρο, κόκκινο και χρυσό, που είναι και τα σημερινά χρώματα) αντικαθίστανται με τα παλιά χρώματα της αυτοκρατορίας (μαύρο, λευκό, κόκκινο). Συγχρόνως κηρύσσεται η σημαία με την σβάστικα νέα εθνική σημαία.
  • Απαγορεύεται Εβραίος να σηκώσει την νέα γερμανική σημαία. Αντίθετα τους επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τα δικά τους σύμβολα.
  • Μόνο άτομα με γερμανικό ή συγγενές αίμα έχουν το δικαίωμα να κατέχουν τη γερμανική υπηκοότητα.
  • Ο νόμος ορίζει ποιος υπολογίζεται Εβραίος, ποιος είναι μισός Εβραίος και ποιος κατά το ένα τέταρτο.

Η απαρχή του πολέμου 

Ο Χίτλερ στο εσωτερικό της χώρας του είχε ουσιαστικά καθιερωθεί ως ο απόλυτος ηγέτης. Επίσης με την υποστήριξη της  οικονομικά άρχουσας τάξης, που δεν είχε φέρει κανένα εμπόδια από την αρχή στο Χίτλερ, κατάφερε να μειώσει την ανεργία και να αυξήσει κατά πολύ το ΑΕΠ της χώρας (59,1 δισ. μάρκα το 1933 στα 129 δισ. μάρκα το 1939). Μεγιστάνες γερμανικών βιομηχανικών κολλοσσών, όπως ο Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ του βιομηχανικού κολοσσού Κρουπ (Krupp), είχαν στηρίξει και οικονομικά το κόμμα.

Οι Γιούνκγερς (οικονομικά άρχουσα τάξη) ήθελαν να επαναφέρουν τις επιχειρήσεις τους στην κερδοφορία μετά από αρκετά χρόνια οικονομικής ύφεσης. Επίσης οι ιδιοκτήτες τραπεζών λόγω της αντίθεσής τους στην αυστηρή νομοθεσία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στήριξαν και αυτοί τον Χίτλερ. Οι Ναζί για να μπορέσουν να φέρουν την ανάκαμψη στην οικονομία παρέκαμψαν πλήρως όλους τους όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών. Το 1935 καταφέρνει να υπογράψει το λεγόμενο  γερμανοβρετανικό σύμφωνο, με το οποίο δίδεται άδεια στη Γερμανία να κατασκευάσει τόσα πολεμικά πλοία, όσα της είναι απαραίτητα για την άμυνά της. Εκείν την χρονιά παρακάπτοντας την συνθήκη, οργανώνει δημοψήφισμα στο Σααρ, που ήταν Γαλλικό προτεκτοράτο και κατορθώνει να το ενώσει με τη Γερμανία. Η Ρηνανία, από την οποία έχουν αποχωρήσει όλα τα Γαλλοβρετανικά στρατεύματα, είναι αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη.

Οι Ναζί αγνοούν όμωςτη Συνθήκη και στέλνουν στρατεύματα στην περιοχή. Από το 1936 η Γερμανία ασκεί όλο και μεγαλύτερο παρεμβατισμό στα ευρωπαϊκά και διεθνή ζητήματα. Ο Χίτλερ, που θαύμαζε την ιδεολογία του Φασιστικού Κόμματος του Μπενίτο Μουσολίνι, συσφίγγει όσο μπορεί τις γερμανοϊταλικές σχέσεις. Έτσι, υπογράφεται με την Ιταλία το λεγόμενο «Χαλύβδινο Σύμφωνο» και δημιουργείται ο Άξονας Βερολίνου – Ρώμης (αργότερα θα διευρυνθεί, περιλαμβάνοντας και το Τόκιο).

Η Γερμανία χαλαρώνει την πίεσή της στο Τιρόλο και την υποστήριξη του εκεί γερμανόφωνου πληθυσμού, ενώ η Ιταλία, σε αντάλλαγμα, υιοθετεί τον αντισημιτισμό των Ναζί. Εμφανίζοντας σαφείς ιδεολογικές ομοιότητες με αυτές του Στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, το Ναζιστικό Κόμμα είναι λογικό να τον υποστηρίξει στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ερχόμενο σε έμμεση σύγκρουση με τον ιδεολογικό άσπονδο εχθρό του, τον Κομμουνισμό, καθώς το Σταλινικό καθεστώς υποστηρίζει τους αντιπάλους του Φράνκο.

Η γερμανική αεροπορία (Luftwaffe) εκτελεί πολυάριθμους βομβαρδισμούς, ο γνωστότερος και πλέον επονείδιστος όλων είναι αυτός της πόλης Γκερνίκα (1937), που αποτύπωσε ο Πάμπλο Πικάσο στον ομώνυμο πίνακά του. Για την εξωτερική πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει, ο Χίτλερ εκφωνεί στο Ράιχσταγκ ένα λόγο, στον οποίο παράλληλα εξηγεί και την έως τότε πολιτική που ακολούθησε και τους λόγους που την υπαγόρευσαν, αντικρούει κάποιες δηλώσεις του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Άντονι Ήντεν (Anthony Eden), επιτίθεται κατά του Μπολσεβικισμού θεωρώντας τον ένα από τους σημαντικότερους κινδύνους για το Γερμανικό Έθνος και προδιαγράφει την ανάκτηση όλων των περιοχών, στις οποίες ζουν γερμανικής καταγωγής πληθυσμοί.

Το 1938 ο Χίτλερ, με την υποστήριξη του Αυστριακού Ναζιστικού Κόμματος, προσαρτά την Αυστρία. Έχοντας αρχίσει συνομιλίες με τον Αυστριακό Καγκελάριο Κουρτ Σούσνιγκ (Kurt Schuschnigg) από το Φεβρουάριο προετοιμάζει το έδαφος και, ύστερα από πολλές πιέσεις, τον πείθει να περιλάβει δύο Ναζιστές στην Κυβέρνησή του. Ο Σούσνιγκ θέλει να προκηρύξει δημοψήφισμα, αλλά το Αυστριακό Ναζιστικό Κόμμα τον ανατρέπει και τον φυλακίζει μέχρι το 1945 που τον παρέλαβαν τα αμερικάνικα στρατεύματα.

Η Αυστρία προσαρτάται στο Ράιχ και στις 12 Μαρτίου 1938, ο Γερμανικός στρατός γίνεται δεκτός με τα ναζιστικά σύμβολα και λουλούδια από τον Στρατό της Αυστρίας. Ο Χίτλερ επισκέπτεται την χώρα μπαίνοντας σε αυτήν από το Μπράουναου (Braunau), τη γενέτειρά του. Επισκέπτεται, επίσης, το Λιντς και καταλήγει στις 2 Απριλίου στη Βιέννη όπου δηλώνει, μεταξύ άλλων: «Δεν ήρθαμε ως τύραννοι αλλά ως απελευθερωτές». Η Αυστρία γίνεται το προτεκτοράτο του Όστμαρκ (Ostmark) και ο Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ (Arthur Seyss-Inquart) διορίζεται Κυβερνήτης του.

Στο δημοψήφισμα που προκηρύσσεται, καλούνται οι πολίτες να αποφασίσουν για το μέλλον της χώρας. Θα αναμενόταν, λογικά, οι Αυστριακοί να ψηφίσουν υπέρ της διατήρησης της αυτονομίας τους. Όμως, η προπαγάνδα των Ναζί, που έχει πολύ προσεκτικά προετοιμαστεί και δράσει, θριαμβεύει και, όταν το δημοψήφισμα διεξάγεται, το τελικό του ποσοστό παίρνει διαστάσεις θριάμβου: 99,73% των Αυστριακών ψηφίζουν υπέρ. Η βασικά αντιτιθέμενη στην προσάρτηση χώρα θα μπορούσε να είναι η Ιταλία, η οποία, όμως, ύστερα από το «Χαλύβδινο Σύμφωνο» δεν έφερε κανένα πρόσκομμα.

Η Βρετανία και η Γαλλία εμφανίζονται αναποφάσιστες και αδύναμες. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών έχει ουσιαστικά περιπέσει σε αχρηστία. Η προσάρτηση αυτή έμεινε στην Ιστορία ως Anschluss.  Οι βλέψεις του Χίτλερ δεν σταματούν εδώ. Θέλοντας να ανακτήσει τη Σουδητία, τμήμα της Τσεχοσλοβακίας με γερμανικής καταγωγής πληθυσμό, συγκαλεί στο Μόναχο το 1938 μια διάσκεψη, στην οποία συμμετέχουν, εκτός από τον ίδιο, οι Νέβιλ Τσάμπερλεν, Πρωθυπουργός της Βρετανίας, Εντουάρ Νταλαντιέ, Πρωθυπουργός της Γαλλίας και ο Μπενίτο Μουσολίνι, ηγέτης της Ιταλίας μαζί με τους Υπουργούς Εξωτερικών τους.

Η διάσκεψη αυτή, γνωστή ως Διάσκεψη του Μονάχου, κατέληξε στην υπογραφή μιας Συμφωνίας, με την οποία η Σουδητία αποδιδόταν στη Γερμανία (30 Σεπτεμβρίου 1938). Η Συμφωνία, αν και ανακοινώθηκε από τον Μουσολίνι και έφερε το όνομα «Ιταλικό σχέδιο», είχε, στην πραγματικότητα, καταρτιστεί από το Γερμανικό Υπουργείο Εσωτερικών. H Κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας, φυσικά, απέρριπτε εξ αρχής την απόδοση της Σουδητίας στην Γερμανία, αναγκάστηκε όμως τελικά να υποκύψει, ύστερα από πιέσεις των άλλων Κυβερνήσεων, οι οποίες, έχοντας υπερεκτιμήσει τον Χίτλερ και νιώθοντας ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν μια ένοπλη σύρραξη, άσκησαν όλες τους τις πιέσεις για να διασφαλίσουν, όπως πίστευαν, την ειρήνη («Πολιτική Κατευνασμού»).

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ άσκησε δριμύτατη κριτική στον Τσάμπερλεν για την υπογραφή της Συμφωνίας και υποστήριξε ότι ο Χίτλερ δε θα περιοριζόταν στη Σουδητία. Σε λιγότερο από ένα χρόνο δικαιώθηκε:

Η Βέρμαχτ, έχοντας καταστρώσει σχέδια από το 1937 (Πράσινο Σχέδιο, Fall Grün), εισέβαλε στις 15 Μαρτίου 1939 στην Τσεχοσλοβακία, κατέλαβε την Πράγα και τις περιοχές της Βοημίας και της Μοραβίας ονομάζοντάς τις προτεκτοράτο του Ράιχ (Böhmen und Maren Reichsprotektorat). Το υπόλοιπο της χώρας και η περιοχή της Σλοβακίας παρέμεινε προσχηματικά ανεξάρτητο, αλλά ως δορυφόρος του Ράιχ.

Έχοντας πάρει θάρρος από τις επιτυχίες του, ο Χίτλερ στρέφεται προς την Πολωνία. Ολόκληρη η Ευρώπη αναμένει την εκδήλωση του χιτλερικού ιμπεριαλισμού σε αυτήν, εκτός από την ίδια την Πολωνία. H Βρετανία και η Γαλλία έχουν διακηρύξει ότι θα τηρήσουν τη συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης που έχουν συνάψει με την Πολωνία.

Έχουν στείλει, μάλιστα, αντιπροσώπους στο καθεστώς του Στάλιν διαπραγματευόμενες στρατιωτική συνεργασία. Πιστεύουν ότι με αυτό τον τρόπο θα εξασφαλίσουν διπλό μέτωπο αντίστασης στον επεκτατισμό της Ναζιστικής Γερμανίας. Πλανώνται. Στις 22 Αυγούστου 1939 ο Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ (Joachim von Ribbentrop) υπογράφει με τον ομόλογό του Υπουργό Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Βιατσεσλάβ Μολότωφ (Viacheslav Molotov)) Σύμφωνο μη επιθέσεως, το λεγόμενο «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ».

Η Γαλλοβρετανική αποστολή στη Μόσχα αναγκάζεται να αποχωρήσει. Η Ναζιστική Γερμανία έχει εξασφαλίσει τα ανατολικά της σύνορα. Το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο είναι, στην πραγματικότητα, ένα προκάλυμμα πάνω στην πραγματική συμφωνία: Τη διανομή Πολωνίας – Βαλτικών χωρών – Ρουμανίας ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στη Ναζιστική Γερμανία.

Με τα χέρια της ουσιαστικά λυμένα, η Ναζιστική Γερμανία είναι στρατιωτικά και πολιτικά έτοιμη να καταλάβει το τμήμα της Πολωνίας που έχει συμφωνήσει με την ΕΣΣΔ, έχοντας παράλληλα διασφαλίσει μια πρώτη ύλη ιδιαίτερα σημαντική για τις επόμενες κινήσεις της: Τα ρουμανικά πετρέλαια.

Η έναρξη του πολέμου στην Ευρώπη τοποθετείται στην 1η Σεπτεμβρίου 1939, οπότε η Ναζιστική Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία, της οποίας προκαλεί τη στρατιωτική κατάρρευση σε ένα δεκαήμερο. Η Πολωνία παραδόθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου στους Γερμανούς και στους Σοβιετικούς που είχαν εισβάλλει παράλληλα. Το μεγαλύτερο μέρος πήγε στη Γερμανία. Η Αγγλία και η Γαλλία αναγκάστηκαν να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία αλλά χωρίς ακόμα να κινητοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις για πλήρη εμπλοκή. Ακολούθησε μια περίοδος που έμεινε γνωστή ως ο «Γελοίος Πόλεμος» (Drôle de Guerre) γιατί, παρά την κήρυξη πολέμου, η μια μερίδα των εμπολέμων δεν έπαιρνε ακόμα μέρος σε γενικό πόλεμο εναντίον της Γερμανίας.

Από τις 3 Σεπτεμβρίου 1939 (Κήρυξη του πολέμου από την Μεγάλη Βρετανία στη Γερμανία) έως και τις 10 Μαΐου 1940 (Έναρξη της Γερμανικής επίθεσης στο Δυτικό Μέτωπο), διεξάγονταν πολύ περιορισμένες χερσαίες ή εναέριες εχθροπραξίες. Μόνη κινητικότητα υπάρχει στις ναυτικές επιχειρήσεις. Ο Γερμανικός Στρατός αναδιοργανώνεται στο Δυτικό Μέτωπο και συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού του σε αυτό.

Στις 30 Νοεμβρίου η ΕΣΣΔ κήρυξε τον πόλεμο στη Φινλανδία, μετά την άρνησή της να δεχτεί στο έδαφός της σοβιετικά στρατεύματα όπως αυτά που είχαν εγκατασταθεί στη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία. Οι Φινλανδοί πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση, και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους Σοβιετικούς. Ο πόλεμος τερματίστηκε επίσήμως με τη Συνθήκη της Μόσχας στις 13 Μαρτίου 1940, με την ΕΣΣΔ να λαμβάνει σημαντικά εδαφικά ανταλλάγματα.

Στις 9 Απριλίου του 1940 οι Γερμανοί, για να εκμεταλλευθούν τα λιμάνια της και για να εξασφαλίσουν τη ροή Σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος, εισέβαλαν στη Νορβηγία και την κατέλαβαν χωρίς σημαντική αντίσταση, αφού οι Βρετανικές και Γαλλικές δυνάμεις που έκαναν επίσης απόβαση, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Γαλλία.

Οι Νορβηγοί υπέγραψαν ανακωχή στις 9 Ιουνίου. Παρά την επιτυχία της, η εισβολή στη Νορβηγία στοίχισε ακριβά στον ήδη πενιχρό, σε σκάφη επιφανείας, Γερμανικό στόλο (Kriegsmarine), ο οποίος έχασε περισσότερα από 10 πολεμικά σκάφη, στην πλειονότητα τους αντιτορπιλικά. Η Δανία είχε συνθηκολογήσει, μετά από συμβολική αντίσταση, ήδη από τις 9 Απριλίου μετά από απειλή για βομβαρδισμό της Κοπεγχάγης.

Μετά την εξασφάλιση της Νορβηγίας οι Γερμανοί στράφηκαν προς τη Γαλλία και για να υπερκεράσουν τη Γραμμή Μαζινό, σχεδίασαν έναν ελιγμό μέσω του Βελγίου, και επίθεση μέσω Λουξεμβούργου και του δάσους των Αρδεννών (ελιγμός του Σεντάν). Στις 10 Μαΐου ξεκίνησε η εισβολή στο Βέλγιο και την Ολλανδία. Στις 14 Μαΐου η Ολλανδία παραδόθηκε, και την ίδια στιγμή ξεκινούσε επίθεση μέσω των Αρδεννών προς τα μετόπισθεν των Βρετανικών και Γαλλικών γραμμών.

Ως τις 26 Μαΐου οι Βρετανικές δυνάμεις είχαν εγκλωβιστεί στη Δουνκέρκη, από όπου κατορθώθηκε με επιτυχία να γίνει εκκένωση και να περάσουν στη Βρετανία 338.226 στρατιώτες, εγκαταλείποντας τεράστιες ποσότητες υλικού στα χέρια της Βέρμαχτ. Στις 27 Μαΐου συνθηκολόγησε το Βέλγιο, στις 5 Ιουνίου ξεκίνησε νέα επίθεση των Γερμανών κατά της Γαλλίας, και στις 10 Ιουνίου η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Βρετανίας και της Γαλλίας. Η Γαλλία ζήτησε ανακωχή, η οποία υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου.

Η Βόρεια Γαλλία κατελήφθη από τη Γερμανία και στη Νότια δημιουργήθηκε το κράτος του Βισύ, που ακολούθησε ως το τέλος του φιλοχιτλερική στάση. Η Μεγάλη Βρετανία είχε μείνει η μοναδική δύναμη που συνέχιζε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Οι ΗΠΑ μετά την πτώση της Γαλλίας κλονίστηκαν, αλλά παρ’ όλη τη συμπάθεια προς τη Βρετανία διατήρησαν την ουδετερότητά τους, ξεκινώντας όμως στρατολογία (για πρώτη φορά σε καιρό ειρήνης) και αυξάνοντας τον στρατιωτικό προϋπολογισμό.

Η Βρετανία εφοδιαζόταν από τις ΗΠΑ, και για να διακοπεί αυτός ο εφοδιασμός οι Γερμανοί ξεκίνησαν τη Μάχη του Ατλαντικού, χρησιμοποιώντας τον στόλο υποβρυχίων που είχαν κατασκευάσει, βυθίζοντας πολλά εμπορικά πλοία. Οι ΗΠΑ επέκτειναν τη γραμμή επέμβασής τους μέχρι τη μέση του Ατλαντικού οπότε, μοιραία, συνάντησαν και γερμανικά υποβρύχια που επιτέθηκαν στις νηοπομπές. Αμερικανικά πλοία ενεπλάκησαν σε πολεμικές επιχειρήσεις συχνά με τα γερμανικά υποβρύχια, αρκετά πριν κηρυχθεί πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών με θύματα και από τις δύο πλευρές.

Ο Χίτλερ γνώριζε ότι ο μόνος τρόπος για να υποτάξει τη Βρετανία ήταν να εισβάλει στο έδαφός της (είχε, έστω και καθυστερημένα, καταρτιστεί το ανάλογο σχέδιο με το προσωνύμιο «Θαλάσσιος Λέων» (Seelöwe)), αλλά δεν τολμούσε απόβαση όσο δεν είχε εξουδετερωθεί η Βρετανική Αεροπορία (RAF). Έτσι, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1940 τη λεγόμενη Μάχη της Αγγλίας, με αεροπορικές επιδρομές κατά των αεροδρομίων και λιμανιών της Αγγλίας, που συνεχίστηκαν τον Σεπτέμβριο με επιδρομές κατά πόλεων στο εσωτερικό της χώρας.

Η αποτελεσματικότητα του ραντάρ, της αντιαεροπορικής άμυνας και των βρετανικών μαχητικών, προκάλεσαν υψηλές απώλειες στη Γερμανική αεροπορία, που εξαναγκάσθηκε έτσι να πραγματοποιεί μόνον νυκτερινούς βομβαρδισμούς. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 ο Χίτλερ ανέβαλε την εισβολή για να προετοιμάσει την εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ένωσης, για την οποία οι στρατηγοί του τελικά τον έπεισαν να ξεκινήσει την άνοιξη αντί του φθινόπωρου, όπως αρχικά σχεδίαζε, ώστε να αποφύγουν τον επερχόμενο χειμώνα.

Ο Χίτλερ πίστευε ότι, καταβάλλοντας την ΕΣΣΔ, θα έκαμπτε και τη βρετανική αντίσταση. Ωστόσο, στις 11 Μαρτίου του 1941, οι ΗΠΑ, τηρώντας πάντα την αυστηρή ουδετερότητά τους, ψηφίζουν στο Κογκρέσσο ένα πολύ σημαντικό νόμο (HR 1776), τον Νόμο Εκμισθώσεως και Δανεισμού (Lend Lease Act), με τον οποίο ο Πρόεδρος (Ρούζβελτ) μπορεί να παραχωρεί σε όποια χώρα κρίνει σκόπιμο και με όποιο αντάλλαγμα κρίνει εύλογο οποιουδήποτε είδους υλικά. Ο Νόμος αυτός ανατρέπει ολοσχερώς τα σχέδια του Χίτλερ.

Στο μεταξύ, η Ιταλία πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο του 1940 αποτυχημένη επίθεση κατά των βρετανικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Συνέχισε τις πολεμικές της δραστηριότητες με επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940. Η Βρετανία πρόσφερε βοήθεια στην Ελλάδα, πράγμα που έφερε την αεροπορία της κοντά στις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Τον Νοέμβριο, η Ρουμανία και η Ουγγαρία συμμάχησαν με τον Άξονα και το ίδιο έκανε η Βουλγαρία τον Μάρτιο του 1941.

Η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα είχε αποτύχει και ο ιταλικός στρατός είχε υποχωρήσει μέσα στο έδαφος της Αλβανίας μετά από την ελληνική αντεπίθεση. Ο Ελληνικός Στρατός, μάλιστα, είχε προχωρήσει μέχρι τις πόλεις της Αλβανίας Κορυτσά και Αργυρόκαστρο. Υπό τον φόβο της δημιουργίας αντιχιτλερικού Συνασπισμού στα Βαλκάνια, η Γερμανική Ανώτατη Διοίκηση του Στρατού αποφάσισε την επέμβαση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας.

Ο Γερμανικός Στρατός, μέσω Βουλγαρίας, επιτέθηκε στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941 και, ταυτόχρονα, κατά της Γιουγκοσλαβίας (όπου η φιλογερμανική κυβέρνηση είχε ανατραπεί). Η Γιουγκοσλαβία παραδόθηκε στις 14 Απριλίου και, στο μεταξύ, μέσω του εδάφους της, υπερφαλαγγίστηκε η γραμμή Μεταξά, η οποία με οχυρά, όπως αυτό του Ρούπελ, κράτησε τις αμυντικές θέσεις της χωρίς να διασπασθεί.

Η 2η Μεραρχία Θωρακισμένων, με διοικητή τον Ρούντολφ Φάιελ (Rudolf Veiel), διεισδύει μέσω της λίμνης Δοϊράνης και προελαύνει ταχύτατα μη συναντώντας αντίσταση (αφού η μοναδική ελληνική Μεραρχία που τελούσε σε εφεδρεία, η 19η, δεν έχει τα μέσα να τη σταματήσει) και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη.

Ενώ το μέτωπο δεν είχε καταρρεύσει, στις 9 Απριλίου, στη Θεσσαλονίκη, υπογράφεται συνθηκολόγηση, καθώς η γραμμή Μεταξά είναι πλέον περικυκλωμένη. Στην Ελλάδα συνέχισαν να μάχονται οι Βρετανικές δυνάμεις μέχρι τις 27 Μαΐου – κυρίως θέλοντας να βρουν διέξοδο για να διαφύγουν. Η δραστηριότητα των Βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα έληξε με τη Μάχη της Κρήτης.

Οι Βρετανοί απώθησαν την ιταλική επίθεση στην Αίγυπτο και ανάγκασαν τις ιταλικές δυνάμεις να υποχωρήσουν στη Λιβύη. Για να βοηθήσει του συμμάχους του, ο Χίτλερ, έστειλε στην Αφρική στρατεύματα με διοικητή τον στρατηγό Έρβιν Ρόμελ. Ο Ρόμελ με τις επιθέσεις του, τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο, καθώς και τον Ιούνιο του 1942, προέλασε ως το Ελ Αλαμέιν.  Εν τω μεταξύ, οι Βρετανοί έχουν αποκρυπτογραφήσει μεγάλο ποσοστό των μηνυμάτων που απέστελλαν οι Γερμανοί, με αποτέλεσμα από εδώ και πέρα ο Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ, να αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη επιτυχία τις δυνάμεις του Άξονα στη Β. Αφρική.

Τον Οκτώβριο του 1942, ο Μοντγκόμερυ, κατάφερε να απωθήσει τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα από την Αίγυπτο και τη Λιβύη, αναγκάζοντας τα να οπισθοχωρήσουν κατά 2.400 χιλιόμετρα. Στις 4 Νοεμβρίου βρίσκονταν πλέον πίσω στην Τυνησία.

Εισβολή στη Σοβιετική Ένωση

Ο Χίτλερ, έχοντας εξασφαλίσει το δυτικό μέτωπο και τα Βαλκάνια, στις 22 Ιουνίου 1941, εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία αιφνιδιάστηκε αρχικά, πιστεύοντας ότι ο κεραυνοβόλος πόλεμος, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της. Ενώ οι Σοβιετικοί διέθεταν υπεροπλία σε άρματα μάχης και αεροπλάνα, αυτά ήταν παλαιάς τεχνολογίας, με ανεπαρκή θωράκιση και οπλισμό, ανίκανα να αντιμετωπίσουν τα αντίστοιχα γερμανικά. Προσπάθησαν να εξαπολύσουν αντεπίθεση, ωστόσο, κυρίως λόγω της έλλειψης ικανών στρατιωτικών ηγετών, η αντεπίθεση συνετρίβη και ο Σοβιετικός Στρατός εξαναγκάσθηκε σε οπισθοχώρηση.

Η εισβολή σχεδιάστηκε σε τρεις άξονες: προς Λένινγκραντ στον βορρά, προς Μόσχα ανατολικά και προς Κίεβο στο νότο, ώστε να καθηλωθεί ο Σοβιετικός στρατός αλλά και να καταληφθούν οι σημαντικοί πόροι της Ουκρανίας και τα πετρέλαια του Καυκάσου. Το σημαντικό για τους Γερμανούς στρατηγούς ήταν να επιτύχουν νίκη μέσα σε δέκα εβδομάδες, πριν από την έναρξη του ρωσικού χειμώνα, καθώς είχαν ήδη καθυστέρηση τριών εβδομάδων λόγω της εκστρατείας στα Βαλκάνια. Μετά την εισβολή, η Βρετανία πρόσφερε την συμμαχία της και οι ΗΠΑ οικονομική βοήθεια στην ΕΣΣΔ.

Από την αρχή της εισβολής, οι Ρώσοι, υπερασπίστηκαν τη Μόσχα, χάνοντας σημαντικές δυνάμεις, αλλά ο Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις του κεντρικού μετώπου να στραφούν προς Βορρά και Νότο για να βοηθήσουν τα άλλα δύο. Στον Βορρά σε συνεργασία με Φινλανδικές δυνάμεις πολιορκήθηκε το Λένινγκραντ, και στον Νότο μια επιτυχής κυκλωτική κίνηση στο Κίεβο αιχμαλώτισε 665.000 σοβιετικούς στρατιώτες. Αργότερα επαναλήφθηκε επίθεση εναντίον της Μόσχας με νέες σοβιετικές απώλειες και, παρόλο που είχε αρχίσει ο ρωσικός χειμώνας, οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν, με αρκετές βέβαια δυσκολίες.

Ο Γερμανικός στρατός, επειδή δεν ήταν προετοιμασμένος για χειμερινό αγώνα, καθηλώθηκε 22 χλμ. πριν φθάσει στη Μόσχα και δέχτηκε την αντεπίθεση των Ρώσων, και, ενώ οι στρατηγοί του Χίτλερ πρότειναν να υποχωρήσουν και να αμυνθούν στην Πολωνία, ο Χίτλερ διέταξε να κρατήσουν τις θέσεις τους και να αμυνθούν επί τόπου (Haltbefehl). Η απόφαση αυτή του Χίτλερ, σε αυτή τη φάση του πολέμου, είχε θετικά αποτελέσματα αφού, παρά την ισχυρή αντεπίθεση των Ρώσων, τα εδάφη που χάθηκαν ήταν λιγοστά σε σχέση με αυτά που θα χάνονταν σε περίπτωση σύμπτυξης πίσω στην Πολωνία.

Ωστόσο ένα χρόνο αργότερα, η ίδια διαταγή, θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή και την αιχμαλωσία της 6ης Γερμανικής Στρατιάς (200.000 στρατιώτες) του Φρίντριχ Πάουλους στο νότιο μέτωπο (Στάλινγκραντ), κάτι που ουσιαστικά σήμαινε την αντίστροφη μέτρηση για την ήττα του Χίτλερ στο έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης.

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1941 οι Αμερικάνοι μπαίνουν και επίσημα στον πόλεμο, αφού δέχτηκαν επίθεση  στον αμερικανικό στόλο που βρισκόταν στο Περλ Χάρμπορ της Χαβάης από την Ιαπωνική αεροπορία. Την επόμενη μέρα της επίθεσης οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας και στις 11 Δεκεμβρίου εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας. Αμέσως μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, οι Ιάπωνες κατέλαβαν τη νήσο Γουαίηκ, τη νήσο Γκουάμ, και το Χονγκ Κονγκ. Ακολούθησε εισβολή στη Μαλαισία και τη Βιρμανία, που καταλήφθηκε μέχρι τα τέλη Μαΐου 1942.

Η Σιγκαπούρη, την οποία κατείχαν οι Βρετανοί, κατακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1942 και το ίδιο έγινε τον Μάρτιο με τις Ανατολικές Ολλανδικές Ινδίες (Ινδονησία) και τη Νέα Γουινέα.

Οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στη νήσο Λουζόν των Φιλιππίνων, υπό τον στρατηγό Μακ Άρθουρ, με σκοπό την άμυνα των χερσονήσων Μπαταάν και Κορρέτζιντορ, που δεν έγινε δυνατή και καταλήφθηκαν από τους Ιάπωνες (η Μπαταάν στις 9 Απριλίου και η Κορρέτζιντορ στις 6 Μαΐου) κάτι που σήμανε την ολοκληρωτική κατάληψη των Φιλιππίνων. Προσπαθώντας να εκτείνουν την αμυντική τους περίμετρο οι Ιάπωνες κινήθηκαν προς το νότο, καταλαμβάνοντας την Γκουανταλκανάλ στις Νήσους του Σολομώντος.

Το σημείο αυτό θεωρήθηκε το νοτιότερο σημείο ενός τεράστιου τόξου στον Ειρηνικό που περιόριζε επέκταση της Αμερικής, ενώ αντίστοιχα επέτρεπε στους Ιάπωνες να ευελπιστούν και σε μια απόβαση στην Αυστραλία. Αλλά στη Ναυμαχία της Θάλασσας των Κοραλλίων (7-8 Μαΐου 1942), η οποία διεξήχθη για πρώτη φορά μόνο με αεροπλανοφόρα, οι Ιάπωνες αναχαιτίστηκαν και σε ένα μήνα στη ναυμαχία του Μίντγουεϊ (4 Ιουνίου 1942), έχασαν τέσσερα αεροπλανοφόρα, πράγμα που τους στοίχισε ακριβά, ενώ σε λίγο, αμερικανικές δυνάμεις, αποβιβάστηκαν στην Γκουανταλκανάλ και κατέλαβαν το νησί και κυρίως το κράτησαν υπό τον έλεγχό τους παρά τις συστηματικές ιαπωνικές αντεπιθέσεις.

Στις 5 Ιουνίου διατάχθηκε από το ιαπωνικό στρατηγείο η εγκατάλειψη της Γκουανταλκανάλ αν και η Ιαπωνία εξακολουθούσε να κυριαρχεί έντονα στον υπόλοιπο Ειρηνικό, έχοντας όμως δεχτεί ήδη ένα ισχυρό πλήγμα. Στη Ναυμαχία της Σάντα Κρουζ στις 26-27 Οκτωβρίου 1942 οι Αμερικανοί αν και μένουν με ένα μόνο ακέραιο και ένα βαριά λαβωμένο αεροπλανοφόρο σε όλο τον Ειρηνικό ανάγκασαν τον -ακόμα ως τότε- ισχυρότερο ιαπωνικό στόλο, να αποσυρθεί ντροπιασμένος στη βάση του, στο Τρουκ.

Αυτή η αεροναυμαχία, αν και όχι τόσο διάσημη όσο οι προηγούμενες, είχε εντούτοις σημαδέψει την αναστροφή της τύχης του πολέμου στον Ειρηνικό. Παρόλο που οι ΗΠΑ βρέθηκαν στιγμιαία σε πολύ αδύνατο σημείο, η Ιαπωνία είχε χάσει σχεδόν το 80% των πεπειραμένων πληρωμάτων της, χωρίς να πετύχει τον αντικειμενικό της στόχο και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τις απώλειες της, αντίθετα με τις ΗΠΑ, που τότε ακριβώς έφταναν στο σημείο της ακμής της πολεμικής τους μηχανής.

Από το 1943, η Αμερική σχεδιάζει μια σταδιακή ανακατάληψη όλων των σημαντικών βάσεων της Ιαπωνίας στα νησιά του Ειρηνικού με δύο σκέλη δράσεων:

α) Τον στρατηγό Ντάγκλας Μακάρθουρ, να επιτίθεται κατά μήκος του άξονα των νήσων της Νέας Γουινέας και Φιλιππίνων και

β) τον Ναύαρχο Τσέστερ Νίμιτς, να επιτίθεται κατά μήκος των νήσων Μάρσαλ και Μαριαννών, με στόχο την ίδια την Ιαπωνία. Έκτοτε η Ιαπωνία περιέρχεται σε μια κατάσταση άμυνας, όπου προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει ένα αμυντικό τόξο γύρω από το μητροπολιτικό της έδαφος.

Στις 9 Νοεμβρίου 1942, Βρετανικά και Αμερικανικά στρατεύματα, αποβιβάζονται στις Γαλλικές κτήσεις της Βόρειας Αφρικής. Συγκεκριμένα οι Αμερικανοί, ερχόμενοι απευθείας από τις ΗΠΑ, αποβιβάζονται στο Μαρόκο και οι Βρετανοί στο Οράν της Αλγερίας. Η επιχείρηση αυτή των Συμμάχων είχε το κωδικό όνομα «Επιχείρηση Πυρσός» (Operation Torch).

Οι διαφωνίες, βέβαια, ανάμεσα στους Συμμάχους δεν έλειπαν. Οι Αμερικανοί που βρίσκονταν στο Μαρόκο φοβούνταν μια συμμαχία της Ισπανίας του Φράνκο με τις δυνάμεις του Άξονα. Επέμεναν να παραμείνουν στη Δυτική πλευρά της Β. Αφρικής για να αποφύγουν μια πιθανή κατάληψη του Στενού του Γιβραλτάρ από τους Ισπανούς. Από την άλλη, οι Άγγλοι επέμεναν να οργανώσουν τις δυνάμεις τους όσο πιο ανατολικά ήταν δυνατό. Φοβόντουσαν την αναδιοργάνωση των γερμανοϊταλικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Τυνησία.

Όντως, η αντεπίθεση των δυνάμεων του Άξονα δεν άργησε να έρθει. Στις 12 Νοεμβρίου 1942, έχοντας ανεφοδιαστεί μέσω Σικελίας, επιτέθηκαν στους Συμμάχους. Η επίθεση αρχικά και η αντίσταση, στη συνέχεια, των Γερμανών και των Ιταλών κράτησε για έξι μήνες. Ο ανεφοδιασμός τους κατά το διάστημα αυτό γινόταν ολοένα και δυσχερέστερος, καθώς εμποδιζόταν από τα Συμμαχικά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα. Αν και ο Χίτλερ είχε διατάξει πόλεμο μέχρις εσχάτων, στις 4 Μαΐου 1943, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων, οι γερμανοϊταλικές δυνάμεις παραδόθηκαν: Έχοντας πρώτα καταστρέψει τον οπλισμό τους, 150.000 Γερμανοί και 90.000 Ιταλοί παραδόθηκαν σε Βρετανούς και Αμερικανούς.

Έτσι, το καλοκαίρι του 1943, ο πόλεμος στη Β. Αφρική έλαβε τέλος, με τους Συμμάχους να εκκαθαρίζουν τα νότια παράλια της Μεσογείου. Η επιτυχία ήταν μεγάλη, καθώς κατάφεραν να αποσπάσουν μεγάλο αριθμό ικανών Γερμανών στρατιωτών και ηγετών από το ρωσικό μέτωπο. Παράλληλα, το αποτέλεσμα του πολέμου στη Β. Αφρική ήταν ικανοποιητικό και για τους Γερμανούς:

Είχε σχεδόν αποκλειστεί πια η πιθανότητα επίθεσης εντός του 1943 στη Γαλλία. Η εξάμηνη αντίσταση των δυνάμεων του Χίτλερ είχε, επίσης, καταδείξει τις ικανότητες και το υψηλό ηθικό του στρατού του. Συγκριτικά πάντως, οι Σύμμαχοι, μακροπρόθεσμα, κατάφεραν να βρεθούν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού με την κατάληψη των παραλίων της Β. Αφρικής και την εξουδετέρωση των δυνάμεων του Άξονα μπορούσαν πλέον να προετοιμαστούν για την επικείμενη απόβαση στη Σικελία.

Μετά από την εκκαθάριση των ακτών της Β. Αφρικής από τις δυνάμεις του Άξονα, οι Σύμμαχοι έστρεψαν την προσοχή τους στη δυτική, κατεχόμενη Ευρώπη. Κύριο μέλημά τους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου, έτσι ώστε να ελαττωθεί η πίεση του Άξονα προς τη Σοβιετική Ένωση, που βρισκόταν σε φάση ανάκαμψης και προετοιμασίας για αντεπίθεση.

Έτσι, και αφού προώθησαν παραπλανητικές πληροφορίες για δήθεν επικείμενη απόβαση στην Ελλάδα (Επιχείρηση Κιμάς), προκειμένου να παραπλανηθεί ο εχθρός, εισέβαλαν στη Σικελία τον Ιούλιο του 1943, όπου και κατέλαβαν, μετά από πολύνεκρες, και από τις δυο πλευρές, μάχες, το Παλέρμο. Μέχρι το τέλος Αυγούστου και ύστερα από σκληρή αντίσταση από επίλεκτες γερμανικές δυνάμεις, που στάλθηκαν από τον Χίτλερ για να ανακόψουν την επέλαση των Συμμάχων, κατέλαβαν τη Ρώμη και η Ιταλία παραδόθηκε και πέρασε στην πλευρά των Συμμάχων, χωρίς, εν τούτοις, να σταματήσουν οι μάχες στο έδαφός της, που συνεχίστηκαν πάνω από τη γραμμή Γουσταύου.

Ταυτόχρονα, στο Ανατολικό Μέτωπο, όπου οι Σοβιετικοί αντεπιτίθενται, διεξάγεται στο Κουρσκ η μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Πολέμου.  Η υπεροπλία των Σοβιετικών σε υλικό προκάλεσε ανεπανόρθωτες ζημιές στις δυνάμεις του Άξονα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να ανακάμψουν και να ανακτήσουν τις πρωτοβουλίες στις εξελίξεις στο Ανατολικό Μέτωπο μέχρι να τελειώσει ο Πόλεμος. Η πλάστιγγα είχε πλέον γυρίσει οριστικά υπέρ των Συμμαχικών δυνάμεων.

Όμως, οι Σύμμαχοι δε σταμάτησαν εδώ. Σε μια προσπάθεια να επισπεύσουν τον τερματισμό του πολέμου, στις 6 Ιουνίου 1944 πραγματοποίησαν απόβαση στη Νορμανδία της Γαλλίας με το κωδικό όνομα «Operation Overlord», ανατρέποντας τις προβλέψεις των Γερμανών για απόβαση κοντά στο στενό της Μάγχης. Η D-Day, όπως ονομάστηκε η 6η Ιουνίου 1944, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απόβαση όλων των εποχών.

Παρόλο που οι απώλειες ήταν σημαντικές για τους Συμμάχους, το αποτέλεσμα τους δικαίωσε, αφού σε λιγότερο από ένα χρόνο, σε συνδυασμό με την επέλαση των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο, έσφιξε τον κλοιό γύρω από την Ναζιστική Γερμανία. Στις 30 Απριλίου του  1945 και ενώ οι Σοβιετικοί έχουν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από την Καγκελαρία, ως αποτέλεσμα της Μάχης του Βερολίνου, ο Χίτλερ αυτοκτονεί και οι επιζώντες διάδοχοί του υπογράφουν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, η οποία εκμηδενίζει τη νομική υπόσταση της Γερμανίας ως χώρας.

Η υπογραφή της άνευ όρων συνθηκολόγησης έγινε στις 9 Μαΐου 1945, ώρα 0.43 π.μ., στην αίθουσα της στρατιωτικής σχολής μηχανικού, στο προάστιο Κάρλσχορστ του Βερολίνου. Την ανώτατη γερμανική στρατιωτική διοίκηση εκπροσώπησαν ο στρατάρχης Κάιτελ, ο ναύαρχος Φρίντερμπουργκ και ο στρατηγός της αεροπορίας Στουμπφ.

Την αντιπροσωπεία της αντιχιτλερικής συμμαχίας αποτέλεσαν: από μέρους της ΕΣΣΔ ο στρατάρχης Γ. Κ. Ζούκωφ, από μέρους της Αγγλίας ο στρατάρχης της αεροπορίας Α. Τέντερ, από μέρους των ΗΠΑ ο στρατηγός Κ. Σπάατς και από τη Γαλλία, ο στρατηγός Ντε Λατρ ντε Τασινύ. Ο πόλεμος στην Ευρώπη τερματίζεται.

Αργότερα ακολούθησαν τα γεγονότα στο Ναγασάκι και την Χιροσίμα (πυρηνικοί βομβαρδισμοί των ΗΠΑ). 240.000 Ιάπωνες σκοτώνονται σε αυτούς τους βομβαρδισμούς. Ως αποτέλεσμα αυτών των βομβαρδισμών έρχεται η άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας πάνωστο θωρηκτό Μιζούρι στις 2 Σεπτεμβρίου του 1945, όπου εκεί τερματίζεται ο πόλεμος και επίσημα.

Κλείνοντας αυτή την ιστορική αναδρομη΄θα πρέπει να θυμήσουμε ποιά ήταν τα ποσοστά του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος μέχρι να φτάσουν στην εξουσία. Ξεκίνησαν από πολύ χαμηλά και βρέθηκαν στο 43,9%. Ελπίζουμε η ιστορία να μην επαναληφθεί.

Ποσοστά εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στις εκλογές

Ημερομηνία Ψήφοι (σε εκατομμύρια) Ποσοστό
20 Μαΐου 1928  0.81  2,6%
14 Σεπτεμβρίου 1930  6,41 18,3%
31 Ιουλίου 1932 13,75 37,3%
6 Νοεμβρίου 1932 11,74 33,1%
5 Μαρτίου 1933 17,28 43,9%

Για την ημέρα της νίκης των λαών έναντι του φασισμού υπάρχουν διάφορες ανακοινώσεις από κόμματα της αριστεράς που θα τα δείτε σε άλλα post

 

 

 

 

Advertisements

Οι Αριστερές δράσεις δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s