20 Απριλίου 1998:Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής φεύγει από τη ζωή

στις

Σήμερα επ’ευκαιρία της συμπλήρωσης 20 ετών από τον θάνατο του Κωνσταντίνου -Καραμανλή θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια ανασκόπηση της ζωή του πολιτικού που άλλαξε σίγουρα το πρόσωπο της χώρας μας στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα. Του έχει αποδοθεί και από φίλους και από αντιπάλους ο όρος «Εθνάρχης», αυτόν τον όρο αφήνουμε να τον επεξεργαστεί η επιστήμη της ιστορίας. Σίγουρα εφόσον είμαστε ένα site της αριστεράς δεν θα είμαστε και οι υπέρτατα αντικειμενικοί στην κριτική μας απέναντι σε έναν άνθρωπο που σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητος από την ιστορία αυτού του τόπου, όμως οφείλουμε να του αποδώσουμε τον ρόλο ενός ανθρώπου που σε μια πολύ συντηρητική κοινωνία των δεκαετιών μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο κατάφερε να περάσει στην κοινωνία μας πολλά νεωτεριστικά πρότυπα μέσα από την συντηρητική παράταξη. Με αυτή την σκέψη μπορούμε με να του δώσουμε τον όρο του νεωτεριστή. Η κριτική που του έκαναν οι αντιπαλοί του, μέσα σε αυτήν και η αριστερά ήταν σκληρή, άλλες φορές δίκαιη και άλλες φορές με μικροπολιτικούς σκοπούς.

Αν όμως θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί πρέπει να δούμε τα δεδομένα της τότε ελληνικής κοινωνίας. Η Ελλάδα είχε περάσει έναν σκληρό εμφύλιο και το μεταπολεμικό κράτος ως γνωστόν για περίπου 30 χρόνια εδίωκε τους Κομμουνιστές, ο Καραμανλής ίσως να ήταν ο μόνος που από την αρχή της πολιτικής του πορείας ήθελε να σταματήσει αυτές τις διώξεις, ήθελε μια Ελλάδα σύγχρονη, δημοκρατική και ευρωπαϊκή. Η Ελλάς ανήκει εις την δύση έλεγε αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να έχουμε κακές σχέσεις και με την ανατολή συπλήρωνε συχνά ο ίδιος. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο βίος του  

Ο Καραμανλής γεννήθηκε στην τότε τουρκοκρατούμενη Πρώτη Σερρών το 1907. Ο Πατέρας του ο Γεώργιος Καραμανλής είχε πολεμήσει στην ένοπλη μάχη του 1904-1908 του λεγόμενου μακεδονικού αγώνα, που ήταν μια μάχη των Ελλήνων της περιοχής της Μακεδονίας εναντίον κυρίως των Βουλγάρων κομιτατζήδων και δευτερευόντως των Ρουμάνων και Σέρβων απαντώντας έτσι σε μια σταδιακά αυξανόμενη οργανωμένη βία από τη Βουλγαρική πλευρά που ξεκίνησε ήδη από την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 και είχε ως σκοπό τη Βουλγαροποίηση των χριστιανικών πληθυσμών και την αλλοίωση της εθνικής τους φυσιογνωμίας προς όφελος των Βουλγαρικών διεκδικήσεων.

Μετά το τέλος του Μακεδονικού αγώνα ο Πατέρας του Καρμανλή ασχολήθηκε με την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν το μεγαλύτερο παδί της οικογένειας και στη συνέχεια γεννήθηκαν και τα υπόλοιπα παιδιά, που ήταν η Όλγα (1911), ο Αλέκος (1914), η Αθηνά (1916), η Αντιγόνη (1921), ο Γραμμένος (1925) και ο Αχιλλέας (1929). Ο Αλέκος Καραμανλής είναι ο πατέρας του νεώτερου Καρμανλή Κώστα που ήταν πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργός τα έτη 2004-2009. Ο Εθνάρχης φοίτησε στο δημοτικό της Πρώτης Σερρών και στη συνέχεια στο ημιγυμνάσιο της Νέας Ζίχνης. Το 1923 μετακινήθκε στην Αθήνα και αποφοιτώντας από το 8ο γυμνάσιο της Αθήνας μπήκε στη νομική σχολή Αθηνών το 1925. Το 1929 αποφοίτησε και αφού έκανε την 4ημηνη στρατιωτική του θητεία ξεκίνησε να εργάζεται ως δικηγόρος στις Σέρρες τα έτη 1930-1935.

Με έντονη ροπή στον δημόσιο βίο έθεσε υποψηφιότητα και εξελέγη σε ηλικία 28 ετών πληρεξούσιος Σερρών με το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές για τη συντακτική συνέλευση του 1935, από την οποία απέσχε το Κόμμα Φιλελευθέρων. Η εδραίωσή του στην τοπική πολιτική επιβεβαιώθηκε όταν επανεξελέγη βουλευτής στις εκλογές για τη Γ΄ αναθεωρητική Βουλή του Ιανουαρίου του 1936, οπότε συμμετείχαν και οι βενιζελικοί και ίσχυσε το σύστημα της  απλής αναλογικής. Με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 σταμάτησε τη πολιτική του σταδιοδρομία και επανήλθε στις Σέρρες όπου άσκησε την δικηγορία μέχρι το 1941.

 Κατά τη διάρκεια της Κατοχής παρέμεινε στην Αθήνα χωρίς να αναμιχτεί ενεργά στην πολιτική. Τη περίοδο 1942-1943 συμμετείχε σε μία άτυπη ομάδα πολιτικού προβληματισμού με την ονομασία «Σοσιαλιστική Ένωση», την οποία αποτελούσαν αξιόλογοι μετέπειτα πολιτικοί και τραπεζίτες, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, ο Άγγελος Αγγελόπουλος και ο Ξενοφών Ζολώτας. Η αξιολόγησή του για την αποτελεσματικότητα της ομάδας ήταν αρνητική. Θεωρούσε ότι ο προβληματισμός της δεν ήταν πολιτικά αλλά μάλλον ακαδημαϊκά προσανατολισμένος.

Το καλοκαίρι του 1944 ο Καραμανλής προσπάθησε να εμπλακεί πιο ενεργά στις πολιτικές εξελίξεις, διαφεύγοντας με πλωτό μέσο στη Μέση Ανατολή, όπου είχε σχηματιστεί νέα εξόριστη κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου μετά το Συνέδριο του Λιβάνου. Η μετάβασή του εντούτοις καθυστέρησε πολύ, ώστε όταν τελικά ο Καραμανλής βρέθηκε στο Κάιρο τον Οκτώβριο, η Αθήνα είχε μόλις απελευθερωθεί από τους Γερμανούς και ο ίδιος υποχρεωτικά θα επέστρεφε στο τέλος του ίδιου μήνα.

Η επιστροφή στην Ελλάδα και η πρώτη ανάμιξη στην πολιτική ως υπουργός

Στις εκλογές του 1946 επανεξελέγη βουλευτής Σερρών με το Λαϊκό Κόμμα στη Δ΄ αναθεωρητική Βουλή. Το καλοκαίρι εκείνο ήταν κρίσιμο για τη ζωή του, καθώς μεταβαίνοντας στις ΗΠΑ έγινε δυνατή, μετά από χειρουργική επέμβαση, η απαλλαγή του από το πρόβλημα της επιδεινούμενης ωτοσκλήρυνσης, που τον βασάνιζε έως τότε.

Παράλληλα, συμμετείχε σε επίσημη αποστολή ενημέρωσης της αμερικανικής κυβέρνησης για τις οικονομικές ανάγκες της Ελλάδας. Στη συνέχεια συμμετείχε ως υπουργός Εργασίας για ένα τρίμηνο στις κυβερνήσεις Τσαλδάρη και Μαξίμου (Νοέμβριος 1946 – Φεβρουάριος 1947), Μεταφορών (Μάιος – Νοέμβριος 1948) και Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση συνασπισμού Λαϊκών-Φιλελευθέρων υπό τους Σοφούλη και, στη συνέχεια, Διομήδη (Νοέμβριος 1948 – Ιανουάριος 1950). Ως Υπουργός Εργασίας ήρθε αντιμέτωπος με σύνθετα εργατικά ζητήματα, ενώ φρόντισε για την αποφυλάκιση αντιφρονούντων συνδικαλιστών. Παράλληλα, προώθησε την πρόβλεψη για σημαντική αύξηση των συντάξεων (25%) και ευνόησε την καθιέρωση ενιαίου φορέα.

Ως Υπουργός Μεταφορών, αποκατέστησε εντός έξι μηνών πλήρως το συγκοινωνιακό δίκτυο που είχε πληγεί από τον Πόλεμο και τις εμφύλιες συγκρούσεις. Παράλληλα, ήρθε σε σύγκρουση με τη βρετανική εταιρία Πάουερ και άλλες ξένες ιδιωτικές εταιρίες ηλεκτροδότησης (πάνω από τετρακόσιες), οι οποίες προσέφεραν ακριβές και κακής ποιότητας υπηρεσίες, ενώ αρνούνταν να προχωρήσουν στις απαραίτητες επενδύσεις. Η σύγκρουση του Καραμανλή με την Πάουερ, τον ώθησε στο ξήλωμα των ραγών που εξυπηρετούσε το δίκτυο του παλαιού τραμ Αθήνας και του Τραμ Θεσσαλονίκης, που μέχρι το 1960, έσβησαν από το συγκοινωνιακό χάρτη. Είναι ενδεικτικό του πόσο αποφασιστικός πολιτικός ήταν ο τρόπος που ξήλωσε το Τραμ της Αθήνας.

Υπουργική θητεία 1952-1954: Το ξεκίνημα μιας νέας εποχή για ένα υπουργείο άνευ σημασίας

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανέλαβε υπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου στις 19 Νοεμβρίου 1952 και από το 1954 ανέλαβε και τις αρμοδιότητες του Συγκοινωνιών. Την τοποθέτηση του στη θέση αυτή εισηγήθηκε, όπως γράφει ο ίδιος ο Καραμανλής, ο Μαρκεζίνης διότι απέβλεπε να διαδεχθεί τον Παπάγο και ως εκ τούτου στον ανερχόμενο Σερραίο πολιτικό ήθελε να δοθεί ένα “δευτερεύον” υπουργείο, που την εποχή εκείνη στερείτο ουσιαστικά περιεχομένου. Η έγκριση των προγραμμάτων του υπουργείου Δημοσίων Έργων και η χρηματοδότηση έπρεπε να γίνει από τα οικονομικά υπουργεία.

Όπως γράφει αργότερα ο Καραμανλής,  η κατασκευή και συντήρηση των οδών και  των λιμένων, είχεν ανατεθεί σε μία ειδική ανεξάρτητη υπηρεσία, που την ονομάζαν Υπηρεσία Επειγόντων Έργων. Έτσι ο ρόλος του υπουργού ήταν διακοσμητικός, όμως αυτό τον ρόλο ο υπουργός Καραμανλής με μια δικιά του μέθοδο τον κάνει ουσιαστικό και με αυτόν τον τρόπο σε ένα υπουργείο που στερείτο αρμοδιοτήτων απέκτησε την απαραίτητη φήμη που χρειαζόταν για την συνέχεια της πολιτικής του σταδιοσρομίας. Όπως γράφει ο ίδιος αργότερα, ανέλαβε με απροθυμία το υπουργείο αλλά εφ όσον το ανέλαβε έπρεπε να το δραστηριοποιήσει χάριν του τόπου και του προσωπικού του γοήτρου.

Ο Καραμανλής με την έξυπνη μέθοδο προκηρύσσει δημοπρασίες για τα έργα που θεωρούσε απαραίτητα, φέρνοντας προ τετελεσμένων το υπουργείο Συντονισμού και το Σπύρο Μαρκεζίνη. Ταυτόχρονα με διάφορους συνδυασμούς δημιουργεί έκτακτους πόρους του υπουργείου για την εκτέλεση “ειδικών προγραμμάτων” όπως ήταν τα έργα Αθηνών- Θεσσαλονίκης, το λιμάνι του Πειραιά, η ύδρευση και αποχέτευση. Ο Καραμανλής ως υπουργός Δημοσίων Έργων γίνεται ο πιο δραστήριος της κυβέρνησης και σύντομα εγκωμιάζεται από τον τύπο και γίνεται όλο και πιο δημοφιλής στους πολίτες.

Βέβαια για τη στάση του στο υπουργείο αυτό αποκτά πέρα από φίλους και φανατικούς εχθρούς. Ξηλώνοντας το τραμ κατηγορήθηκε ότι εξυπηρέτησε συμφέροντα του ανερχόμενου αυτοκινητιστικού λόμπυ και των λεωφορειούχων. Ειδικότερα μάλιστα στη Θεσσαλονίκη προκρίθηκε σκανδαλωδώς η μονοπωλιακή διαχείρηση των συγκοινωνιών από τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ, χωρίς να δρομολογηθούν τα τρόλεϊ στη θέση των τραμ, όπως έγινε στην Αθήνα. Ο Καραμανλής όμως προώθησε νομοθεσία όπου το κράτος μπορούσε πλέον να επιδιώξει επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων. Η στάση αυτή ενίσχυσε το πολιτικό προφίλ του λόγω εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, αλλά η νομοθεσία περί αναθεώρησης εγκαταλείφθηκε από τα μεγάλα κόμματα και κόστισε στον Καραμανλή τη θέση του στο Υπουργείο Μεταφορών, λόγω πιέσεων του βρετανικού παράγοντα προς τους Τσαλδάρη και Σοφούλη.

Εκείνη την εποχή ο Καραμανλής έκανε μια μεγάλη νεωτεριστική στροφή σε μια Ελλάδα που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε εμείς οι νεώτεροι. Ήταν η Ελλάδα που δεν είχε κανέναν μεγάλο οδικό άξονα. Με την μεθοδό του η Ελλάδα αποκτάει τον πρώτο μεγάλο οδικό άξονα, την εθνική οδό Αθηνών -Θεσσαλονίκης ένα τόσο μεγάλο έργο για την εποχή αλλά τόσο μικρό και αυτονόητο για το σήμερα. Τα παιδιά ακούνε στα σχολεία τον δάσκαλό τους να τους λέει πως στα Τέμπη θα κατασκευαστεί ένας δρόμος πλάτους οκτώ ολόκληρων μέτρων. Πέρα όμως τούτων ο Καραμανλής βρέθηκε αντιμέτωπος με το ζήτημα της υδροδότησης της Αθήνας και την ενοποίηση των τεχνικών υπηρεσιών του κράτους υπό τη διεύθυνση του υπουργείου Δημοσίων Έργων. Για να μπορέσει να λύσει αυτά τα προβλήματα αναγκάστηκε να έρθει σε ρήξη πέρα της κυβερνήσεως και με την Αμερική. Παρόλο που η Ελλάς ανήκε στην δύση σε όλη του την πορεία ήρθε πολλές φορές σε σύγκρουση με αυτήν.

Ποια είναι τα έργα του επί υπουργείας του το 1952-1954?

  1. Αναδιοργανώνει τα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, που υπέφεραν από την πολυαρχία και την κακοδιοίκηση
  2. Κατασκευάζει την περίφημη παραλιακή λεωφόρο Αθηνών Σουνίου. Ανακαινίζει την Πατησίων, ξηλώνοντας το τραμ. Επισκευάζει την Κηφισίας, τη Βασιλίσσης Σοφίας, την Αμαλίας και την Πανεπιστημίου. Δημοπρατεί επίσης την ανακαίνιση της Σταδίου και της Συγγρού.
  3. Στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ άλλων, ξεκινά την ανακατασκευή της οδού από το Λευκό Πύργο μέχρι το Ντεπώ και ουσιαστικά δημιουργεί τη νέα παραλία
  4. Υπογράφει την απόφαση για την έναρξη των έργων διαμόρφωσης της περιοχής Ακρόπολης- Φιλιπάππου: Ένα έργο στο οποίο ο Καραμανλής έδινε ιδιαίτερη σημασία και που άλλαξε την τουριστική καρδιά της Αθήνας

Το ξήλωμα του τραμ το 1953

Στις 13 Νοεμβρίου του 1953 σε σύσκεψη στο Δημοσίων Έργων στην οποία συμμετέχουν υπό τον Καραμανλή οι υπουργοί Εσωτερικών και Συγκοινωνιών, ο δήμαρχος Αθηναίων και ο διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, λαμβάνεται η απόφαση διακοπής της κυκλοφορίας του τραμ στις γραμμές Αμπελοκήπων και Πατησίων. Είχε προηγηθεί η απόφαση για έναρξη της λειτουργίας του τρόλλεϋ από τις 15 Νοεμβρίου.

Η (βρετανική) Εταιρεία Μεταφορών κωλυσιεργεί και έτσι τρεις ημέρες αργότερα, ο ίδιος ο Καραμανλής κατεβαίνει μεσάνυχτα στο κέντρο της πόλης μαζί με τα συνεργεία που θα αφαιρούσαν τις γραμμές στην Πατησίων και τη Βασιλίσσης Σοφίας- έχει μάλιστα φροντίσει να πάρει μαζί του Μακεδόνες εργάτες για να τους έχει εμπιστοσύνη. Οι δικηγόροι της εταιρείας επιχειρούν να εμποδίσουν το ξήλωμα. Ο Καραμανλής όμως με τους Μακεδόνες εργάτες, τους φέρνει προ τετελεσμένων. Ο ίδιος έγραφε αργότερα πως ήξερε ότι θα είχε την κοινή γνώμη μαζί του, διότι ο αθηναϊκός λαός αντιπαθούσε “ζωηρώς” την εταιρεία.

Ο Σερραίος κατηγορούσε τη βρετανική Εταιρεία Μεταφορών ότι ανέβαλε με νομικά τεχνάσματα την απομάκρυνση από την κυκλοφορία των παμπάλαιων οχημάτων του τραμ, που κατά τον υπουργό Δημοσίων Έργων εμπόδιζαν την κίνηση. Οι αντίπαλοι του Καραμανλή τον κατηγορούν ότι στην πραγματικότητα ήθελε να προωθήσει τη χρήση των ΙΧ αυτοκινήτων προς όφελος της ευρωπαϊκής και ιδίως της δυτικογερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Και πως αυτό ήταν γραμμή εκείνη την εποχή των συμμάχων, ώστε να στηριχθεί η Δυτική Γερμανία, η οποία ανήκει στο ΝΑΤΟ.

Ο Καραμανλής κατηγορείται επίσης διότι η Αθήνα διέθετε ένα από τα πλέον εκταταμένα δίκτυα τραμ στο κέντρο της πόλης. Μετά το ξήλωμα θα μείνει χωρίς μέσα σταθερής τροχιάς για περίπου 50 χρόνια μέχρι την έλευση του μετρό- το οποίο ως έργο είχε επίσης από τότε οραματιστεί ο Καραμανλής, αλλά έμεινε στα χαρτιά μέχρι την Ολυμπιάδα. Η βρετανική Εταιρεία διαμαρτύρεται εγγράφως, αλλά τα υπουργεία Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων επικαλούνται ότι η σύμβαση προβλέπει διακοπή της συγκοινωνίας για λόγους δημοσίας τάξης ή εκτέλεσης δημόσιου έργου μετά από προειδοποίηση.

Κατηγορούν μάλιστα την εταιρεία ότι επί πέντε μήνες δεν φρόντισε για την εγκατάσταση των εναερίων γραμμών για τα τρόλλεϋ, καθώς και ότι τελευταία στιγμή επιχείρησε να συνδέσει την απομάκρυνση των τραμ με τη χορήγηση σε αυτήν δανείου ενός εκατομμυρίου δολαρίων για την παραγγελία δεύτερης σειράς τρόλλεϋ.

Μητρική εταιρεία της Εταιρείας Μεταφορών είναι η βρετανική Πάουερ, στην οποία ανήκε και η Εταιρεία Ηλεκτρισμού με την οποία ο Καραμανλής είχε έρθει σε σύγκρουση ως υπουργός Μεταφορών το 1948, με αποτέλεσμα τότε εν τέλει τη μετακίνηση του στο υπουργείο Προνοίας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε διατελέσει υπουργός Μεταφορών το Μάιο με Νοέμβριο του 1948. Την ηλεκτροδότηση της Αττικής έχει αναλάβει με σύμβαση από τον Οκτώβριο του 1925 η θυγατρική της βρετανικής εταιρείας Πάουερ, Ηλεκτρική Εταιρεία. Η ζήτηση όμως έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με την προπολεμική περίοδο,με αποτέλεσμα συχνές διακοπές ρεύματος. Οι οποίες δεν ταλαιπωρούν μόνο τα νοικοκυριά, αλλά δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στη βιομηχανική παραγωγή.

Οι Βρετανοί αδιαφορούν για τις υποχρεώσεις τους εκ της συμβάσεως. Οι όροι της σύμβασης όμως είναι ούτως ή άλλως αποικιοκρατικοί. Δεν προβλεπόταν δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης από το ελληνικό δημόσιο σε καμία περίπτωση. Το μόνο μέσο πειθούς που είχε στη διάθεση του το κράτος, έναντι σειράς πλεονεκτημάτων, ήταν το δικαίωμα της επιβολής προστίμου 100 λιρών και τούτου εισπρακτέου μετά από διαιτησία.

Η δυσφορία των πολιτών μεγαλώνει ημέρα με την ημέρα. Ο αντιπολιτευόμενος τύπος κατηγορούσε την κυβέρνηση και το υπουργείο Μεταφορών για την κατάσταση. Αρχικά ο Καραμανλής ζητά επισκευές και δημοσίευση των διακοπών ρεύματος, όμως είναι φανερό πως χρειάζονται πιο δραστικές λύσεις.

Στις 3 Αυγούστου μετά από σύσκεψη στο Μεταφορών με την Εταιρεία Ηλεκτρισμού, ο Καραμανλής κάνει δηλώσεις στον τύπο και δείχνει αποφασισμένος να πιέσει τους Βρετανούς. Δηλώνει ότι η εταιρεία “ αδυνατεί να εκπληρώσει τας εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις της ως προς την παροχή ρεύματος”. Υπενθυμίζει ότι από τις 23 Ιουλίου είχε ζητήσει εγγράφως από την εταιρεία να συμμορφωθεί και πως περιμένει την απάντηση. Αναφέρει ότι στη σύσκεψη ζήτησε ως πρώτο μέτρο την άμεση παραγγελία “μίας μονάδος 30.000 χιλιοβάτ, η οποία θα μας επέτρεπε να αντιμετωπίσωμεν μετ’ ασφαλείας την σημερινήν κατάστασιν μέχρι της πλήρους επιλύσεως του προβλήματος, ήτις θα επιτευχθή δια της εγκαταστάσεως μίας εισέτι στροβιλογεννητρίας 30.000 χιλιοβάτ εν συνδυασμώ με τας υδροηλεκτρικάς εγκαταστάσεις.” Και προειδοποιεί: “Είμαι αποφασισμένος όπως, εν περιπτώσει μη ικανοποιητικής απαντήσεως, φέρω το ζήτημα εις το Υπουργικόν Συμβούλιον και εισηγηθώ τας ενδεικνυόμενας επί του προκειμένου λύσεις.”

Πράγματι ο Σερραίος υλοποιεί την απειλή του. Στις 30 Αυγούστου του 1948 εισηγείται στο υπουργικό συμβούλιο την ψήφιση νόμου “επί τη βάσει του οποίου το Κράτος θα δικαιούται να επιδιώξη την αναπροσαρμογήν όλων εν γένει των συμβάσεων, αίτινες συνήφθησαν μεταξύ αυτού και τρίτων, προ του πολέμου και δια των οποίων παραχωρείται η προνομιακή εκμετάλλευσις δημοσίων υπηρεσιών ή έργων κοινής ωφελείας”.

Ο διευθυντής της εταιρείας, Κεμπ, ανακοινώνει την 1η Σεπτεμβρίου, τη λειτουργία εντος των προσεχών ημερών τέταρτου στροβίλου στο εργοστάσιο Κερατσινίου με απόδοση 15.000 κιλοβάτ την ώρα. Δεν αρκεί όμως και ο τύπος κατηγορεί τον Καραμανλή ότι “εκοιμήθη επί του Ολύμπου των δαφνών του”.

Καθώς οι Βρετανοί δεν δείχνουν διάθεση για ουσιαστική λύση, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής καταθέτει στις 16 Οκτωβρίου 1948 στη Βουλή νομοσχέδιο “περί αναπροσαρμογής των μεταξύ Κράτους και τρίτων συμβάσεων παραχωρήσεως προνομίου εκμεταλλεύσεως δημοσίων υπηρεσιών ή έργων κοινής ωφέλειας”. Φωτογραφίζει βέβαια την Ηλεκτρική Εταιρεία.

Αρχές Νοεμβρίου 1948 κορυφώνεται η κρίση. Όπως έγραψε αργότερα ο ίδιος ο Καραμανλής, ένα μήνα αφότου είχε καλέσει το διευθυντή της εταιρείας για να ζητήσει ενίσχυση των εγκαταστάσεων της, το Συμβούλιο του Λονδίνου απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να διαθέσει τα αναγκαία κεφάλαια και ζήτησε να καλυφθούν από την αμερικανική βοήθεια. Ο Καραμανλής εισηγήθηκε όμως στο υπουργικό να συνδυαστεί η χρηματοδότηση προς την εταιρεία με την αναθεώρηση της συμβάσεως. Διότι τα κεφάλαια που θα διατίθεντο στην Εταιρεία θα έπρεπε να αφαιρεθούν από άλλους τομείς της οικονομίας. Ο Καραμανλής θεωρούσε επίσης ότι η σύμβαση ήταν ούτως ή άλλως επαχθής και είχε καταστεί δύσκολη η εφαρμογή της με τις μεταπολεμικές συνθήκες.

Η Εταιρεία αντέδρασε έντονα και ζήτησε επέμβαση της αγγλικής κυβέρνησης. Την ίδια ημέρα ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών έκανε διάβημα προς τον ευρισκόμενο εις το Λονδίνο Κ.Τσαλδάρη και ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα προς τον πρωθυπουργό Θ.Σοφούλη. Και οι δυο παρακάλεσαν τον Καραμανλή να αφήσει το θέμα. Εκείνος είπε στο Σοφούλη ότι ήταν τόσο δίκαιη η θέση της κυβέρνησης ώστε ήταν βέβαιος πως η βρετανική κυβέρνηση θα εδέχετο την πρόταση του εάν του δινόταν η ευκαιρία να την εξηγήσει. Ο Σοφούλης κανόνισε να συναντηθεί ο Καραμανλής με τον Βρετανό πρέσβη Νόρτον.

Ο Σερραίος προσπάθησε να πείσει τον πρέσβη Νόρτον ότι η αναθεώρηση της σύμβασης στην πραγματικότητα συνέφερε την Εταιρεία, η οποία βρισκόταν σε συνεχείς διενέξεις με την κυβέρνηση λόγω των αναχρονιστικών διατάξεων της σύμβασης. Ο πρέσβης όμως δήλωσε στον Καραμανλή ότι για τη βρετανική κυβέρνηση ήταν θέμα αρχής να μην αλλάξει η σύμβαση. Ο Καραμανλής επέμεινε. Όμως ο πρέσβης, όπως έγραφε ο Καραμανλής, “προσέθεσε κατά τρόπον προκλητικόν ότι δεν έπρεπε να λησμονήται το γεγονός ότι η αγγλική κυβέρνησις συμπαρίσταται στην Ελλάδα κατά τις δυσκόλους εκείνας στιγμάς”.

Ο Καραμανλής αγανάκτησε. Σηκώθηκε απότομα όρθιος και έβαλε τέλος στη συζήτηση, λέγοντας στον πρέσβη ότι κάνει λάθος εάν πιστεύει ότι η χώρα του μπορεί να μεταχειρίζεται σαν αποικία την Ελλάδα. Έξαλλος ο πρέσβης τηλεγράφησε στο Λονδίνο και κατηγόρησε τον Καραμανλή ότι του φέρθηκε σκαιά. Ο Τσαλδάρης ανάστατος τηλεφώνησε στον Καραμανλή από το Λονδίνο.

Ο Σοφούλης όταν ενημερώθηκε από τον Καραμανλή για τη συζήτηση με τον πρέσβη του είπε: “καλά του έκανες, αλλά ανεξαρτήτως αυτού πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να διευθετήσουμε το θέμα, γιατί υφιστάμεθα μεγάλη πίεση”. Ο Καραμανλής ξεκαθάρισε πως για λόγους ουσίας και φιλοτιμίας δεν θα αλλάξει τη θέση του, είπε όμως στον πρωθυπουργό πως επειδή κατανοεί τη δύσκολη θέση της κυβέρνησης θα υποβάλλει την παραίτηση του. Ο Σοφούλης του απάντησε: “Ας περιμένουμε λίγες μέρες και τα ξαναλέμε”.

Μία εβδομάδα μετά έγινε ευρύς ανασχηματισμός. Ζητήθηκε από τον Καραμανλή να αναλάβει το υπουργείο Προνοίας με το επιχείρημα ότι η παρουσία του εκεί εθεωρείτο απαραίτητη “λόγω του οξύτατου προβλήματος των συμμοριόπληκτων”. Εκείνος δέχθηκε, αλλά ζήτησε να μην εγκαταλειφθεί η πολιτική της αναθεώρησης της σύμβασης. Φυσικά αυτό δε συνέβη.

Έτσι ο Καραμανλής έκλεισε ανοιχτούς λογαριασμούς με τη βρετανική εταιρεία όταν ξήλωσε το τραμ και δεν ξέχασε ένα πολύτιμο μάθημα: Πως ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί αποδοτικά εάν ορισμένοι κρίσιμοι τομείς δε βρίσκονται υπό κεντρικό- κρατικό έλεγχο. Διότι η ανεξέλεγκτη Πάουερ εμπόδιζε τη βιομηχανική δραστηριότητα και άρα την καπιταλιστική ανάπτυξη.

trampatisionnoembrios1953.jpg
Αφαίρεση γραμμών του τραμ στην Πατησίων, Νοέμβριος 1953  ΑΡΧΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ»

Η λύση Καραμανλή στο ζήτημα της υδροδότησης της Αθήνας

Στις 23 Ιουνίου του 1954 το κυβερνητικό συντονιστικό συμβούλιο κάνει δεκτή την εισήγηση Καραμανλή και επιλέγει οριστικά τη λύση της Υλίκης για την ύδρευση του λεκανοπεδίου. Το έργο περατώθηκε σε τρία χρόνια (και ενώ ο Καραμανλής ήταν πλέον πρωθυπουργός) ακριβώς πάνω στην ώρα: όταν έφτασαν τα πρώτα νερά της Υλίκης η λίμνη του Μαραθώνα είχε σχεδόν αποξηρανθεί.

“Άξιον ιδιαιτέρας μνείας είναι το έργον της υδρεύσεως των Αθηνών, διότι είναι χαρακτηριστικό του αυδηριτισμού των Ελλήνων” έγραφε χρόνια αργότερα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ενθυμούμενος μία επιστημονική (και όχι μόνον) κόντρα που λίγο έλειψε να στεγνώσει την Αθήνα.

Από τότε που διεφάνη ότι ο Μαραθώνας παρόλα τα συμπληρωματικά έργα δε θα επαρκούσε, οι τεχνικοί είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η μία με επικεφαλής την Εταιρεία Υδάτων υποστήριζε την ύδρευση της Αθήνας από τον Παρνασσό, η άλλη από την Υλίκη, φτάνοντας μέχρι και στα δικαστήρια. Αλλά και όταν επικράτησε η λύση της Υλίκης, άρχισε νέος καυγάς για τη χάραξη του υδραγωγείου, δηλαδή εάν θα έπρεπε να επιλεγεί η παρευβοϊκή ή η βοιωτική διαδρομή. Η συζήτηση είχε κρατήσει οκτώ ολόκληρα χρόνια και εν τω μεταξύ τα αποθέματα νερού της πρωτεύουσας τελείωναν.

Όταν ο Καραμανλής ανέλαβε το υπουργείο άκουσε και τις δύο πλευρές και διαπίστωσε ότι εκτός από τις επιστημονικές διαφορές υπήρχε το πείσμα και το συμφέρον. Ανέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου να εξετάσει το θέμα και μελετώντας το χάρτη αναρωτήθηκε εάν εξετάσθηκε η δυνατότητα συντομότερης χάραξης. Έδωσε στη συνέχεια εντολή να μελετηθεί αυτή η λύση γρήγορα και κρυφά. Σε ένα δίμηνο ήταν έτοιμη η προμελέτη που απέδειξε ότι όχι μόνο ήταν δυνατή η ενδιάμεση χάραξη, αλλά θα ήταν και πολύ φθηνότερη διότι θα είχε το μισό μήκος της παρευβοϊκής διαδρομής.

Ο Καραμανλής πήρε το ρίσκο να δημοπρατήσει το έργο χωρίς να περιμένει την τελική μελέτη, πριν ξεσπάσει νέος καυγάς. Η αποφασιστικότητα και η. αυθαιρεσία ή αυταρχικότητα του, έδωσε τη λύση μετά από οκτώ χρόνια διαμάχης για μια σταγόνα νερό.

Η πρώτη ανάθεση πρωθυπουργίας στον Καραμανλή

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απέκτησε πανελλήνια εμβέλεια ως υπουργός Δημοσίων Έργων (Νοέμβριος 1952-Οκτώβριος 1955) και Συγκοινωνιών (Δεκέμβριος 1954-Οκτώβριος 1955), στην κυβέρνηση του Ελληνικού Συναγερμού υπό τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπάγο (Κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπάγου 1952), προωθώντας με ενεργητικότητα ένα ευρύτατο πρόγραμμα δημοσίων έργων, με ασυνήθιστη ταχύτητα και τραχύτητα για την ελληνική κρατική μηχανή και τα ελληνικά πολιτικά ήθη.

Στις 5 Οκτωβρίου του 1955, ο βασιλιάς Παύλος Α΄, την επομένη του θανάτου του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου μετά από πολύμηνη ασθένεια, ανέθεσε την εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης από το κόμμα της πλειοψηφίας στον Καραμανλή. Ο διορισμός του προκάλεσε γενική έκπληξη στην κοινή γνώμη, η οποία ανέμενε ότι η διαδοχή θα κριθεί μεταξύ των δύο αντιπροέδρων της κυβέρνησης, του Στέφανου Στεφανόπουλου και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ο Καραμανλής, αν και διακεκριμένος υπουργός, δεν διέθετε ακόμα ηγετική εικόνα και δεν θεωρούταν υποψήφιος για τη διαδοχή, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν ορισμένες ενδείξεις στον Τύπο των Αθηνών, ιδίως το τελευταίο εικοσαήμερο προ του θανάτου του Παπάγου.

Υπήρχαν τρεις βασικοί λόγοι που οδήγησαν τον βασιλιά στην επιλογή του Καραμανλή. Οι δύο αντιπρόεδροι ήταν μεταξύ τους ανταγωνιστικοί και η επιλογή του ενός ή του άλλου θα μπορούσε να δοκιμάσει τη συνοχή του Συναγερμού. Στο επικρατούν αντικομμουνιστικό κλίμα της εποχής, το στέμμα εκτιμούσε ότι η συνοχή του Συναγερμού αποτελούσε το μόνο αξιόπιστο πολιτικό ανάχωμα έναντι της αριστεράς, σε αντίθεση με το κέντρο που ήταν πολυδιασπασμένο, με τμήματά του να πραγματοποιούν ή να επιδιώκουν συνεργασίες με την αριστερά. Επίσης, οι δύο αντιπρόεδροι δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς.

Ο Στεφανόπουλος βαρυνόταν ως υπουργός Εξωτερικών με τον ανεπιτυχή χειρισμό του Κυπριακού, που είχε οξυνθεί μετά και το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης τον Σεπτέμβριο του 1955, ο δε Κανελλόπουλος, όπως άλλωστε και ο Στεφανόπουλος, δεν διέθετε την εικόνα ισχυρού πολιτικού που θα ήταν σε θέση να ελέγξει την κατάσταση και να δώσει συγκεκριμένη κατεύθυνση στο κυβερνητικό έργο. Ο βασιλιάς πίστευε ακόμα ότι όποια άλλη επιλογή θα ήταν κατ’ ανάγκη προσωρινή, ενώ ο Καραμανλής, νέος σε ηλικία 48 ετών, θα μπορούσε να δώσει την εικόνα ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού, το οποίο αναλωνόταν συχνά σε ατέρμονες διαμάχες μεταξύ γνωρίμων με προφανείς επιπτώσεις στην κυβερνητική σταθερότητα.

Η επιδίωξη της κυβερνητικής σταθερότητας είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στον πολιτικό προβληματισμό της εποχής και διαπερνούσε τη σκέψη των πολιτικών παραγόντων, κοινοβουλευτικών και μη. Η οικονομική ανάπτυξη, τόσο καθεαυτή όσο και ως μέσο για την κοινωνική σταθεροποίηση και την ανακοπή της ανόδου της αριστεράς, αποκτούσε κεντρική σημασία, και προϋπόθεσή της ήταν η κυβερνητική σταθερότητα.

Τέλος, ο χειρισμός του Κυπριακού ήταν ένας ακόμα κρίσιμος παράγοντας, που βάραινε στην επιλογή του βασιλιά. Ο στρατάρχης Παπάγος είχε επιδιώξει να θέσει το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα στο διμερές πλαίσιο των ελληνοβρετανικών σχέσεων, ελπίζοντας σε φιλική διευθέτηση του ζητήματος. Η ωμή απόρριψη του αιτήματός του από τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών, τον Σεπτέμβριο του 1953, ώθησε τον Παπάγο σε διεθνοποίηση του ζητήματος μέσω προσφυγής στον ΟΗΕ. Η προσφυγή δεν τελεσφόρησε, καθώς η Ελλάδα αντιμετώπισε την αρνητική στάση των ΗΠΑ, που έδιναν έμφαση στην ανάγκη διατήρησης της βρετανικής παρουσίας στην ανατολική Μεσόγειο και της ελληνοτουρκικής συνεργασίας ως προϋπόθεσης για την αποτελεσματική λειτουργία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Ο τουρκικός παράγοντας αποκτούσε βαρύνουσα σημασία για τη δυτική στρατηγική και η τουρκική αντίθεση οξύνθηκε, επηρεάζοντας αρνητικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την ελληνική μειονότητα. Η ελληνική κοινή γνώμη και τμήματα των πολιτικών δυνάμεων της μη κομμουνιστικής αντιπολίτευσης υιοθέτησαν σταδιακά κριτική στάση έναντι τόσο της αμερικανικής πολιτικής όσο και αυτού που θεωρούσαν ως αποτυχημένη πολιτική προώθησης της εθνικής διεκδίκησης από την κυβέρνηση του Συναγερμού. Αυτό που τίθετο υπό αμφισβήτηση δεν ήταν ένας μεμονωμένος χειρισμός εξωτερικής πολιτικής, αλλά το θεμέλιο της μετεμφυλιακής πολιτικής διευθέτησης.

Ο Καραμανλής, τον Σεπτέμβριο του 1955, επέκρινε σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου την πολιτική της κυβέρνησης Παπάγου ως μαξιμαλιστική. Βασική παραδοχή της θέσης του ήταν ότι η Αθήνα δεν μπορούσε να επιδιώξει άμεσα την αυτοδιάθεση, δηλαδή την ένωση, αλλά έπρεπε να αρκεστεί για ένα απροσδιόριστο διάστημα σε καθεστώς ευρείας αυτοκυβέρνησης της Κύπρου υπό βρετανική κυριαρχία. Η αμερικανική συναίνεση ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία των επιδιώξεων της Αθήνας και η Ουάσινγκτον είχε ταχθεί εξαρχής εναντίον της ελληνικής πολιτικής διεθνοποίησης του θέματος. Συνεπώς η ελληνική πολιτική έπρεπε να κατατείνει στην επίτευξη του περιορισμένου, αλλά εφικτού στόχου της αυτοκυβέρνησης με την αμερικανική συμπαράσταση, ώστε να αποφευχθεί μια μείζων εμπλοκή στο εξωτερικό πεδίο με διαλυτικές συνέπειες και στο εσωτερικό.

«Καλούμεθα να επιλέξωμεν μεταξύ μιας αδιαλλάκτου πολιτικής με κίνδυνον να επαυξήσωμεν τας σημερινάς μας δυσχερείας και μιας ηπίου πολιτικής με αποτέλεσμα να υποστώμεν εθνικήν ταπείνωσιν και να απογοητεύσωμεν τον ελληνικόν λαόν. Από το αδιέξοδον αυτό δεν δυνάμεθα να εξέλθωμεν ει μη μόνον εάν προκαλέσωμεν μιαν άμεσον παρέμβασιν της Αμερικής, η οποία να ικανοποιή ουσιαστικώς και ηθικώς την Ελλάδα». Οι αντιλήψεις του στέμματος συνέτειναν προς την εκδοχή των αντιλήψεων του Καραμανλή για την ανάγκη διευθέτησης του Κυπριακού εντός του συμμαχικού πλαισίου, όπως άλλωστε και οι αντιλήψεις του αμερικανικού παράγοντα, ισχυρού στο ελληνικό μετεμφυλιακό πλαίσιο.

Οι Αμερικανοί σημείωναν με ικανοποίηση τη σχετική θέση του Καραμανλή τον Σεπτέμβριο του 1955 και λάμβαναν υπόψη την πιθανότητα ανόδου του στην πρωθυπουργία. Ανεξάρτητα δε από το γεγονός του χρόνου που επέλεξε ο βασιλιάς για τον διορισμό του Μακεδόνα πολιτικού, καθώς είναι πιθανό ότι οι Αμερικανοί δεν προεξοφλούσαν την προώθηση του Καραμανλή στην πρωθυπουργία ευθύς μετά τον θάνατο του Πανάγου, ο αμερικανικός παράγοντας υποδέχτηκε με ικανοποίηση τον διορισμό του Καραμανλή, καθώς εκτιμήθηκε ότι αποτελούσε τη μόνη διαθέσιμη λύση για την επίτευξη πολιτικής σταθερότητας, την οποία κατά τις αντιλήψεις της Ουάσινγκτον δεν πρόσφερε το πολυδιασπασμένο κέντρο, και την πρόσδεση της Ελλάδος στον δυτικό συνασπισμό.

Ο αμερικανικός παράγοντας λάμβανε επίσης υπόψη ότι ο Καραμανλής είχε επιδείξει διοικητική ικανότητα και πειθαρχημένη και αποτελεσματική εργασία, αναγκαία στοιχεία για την επιτυχή προώθηση ενός προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης που θα επιτύγχανε σε μακροπρόθεσμη βάση κοινωνική σταθερότητα και εξουδετέρωση της αριστεράς. Βέβαια ο Καραμανλής δεν είχε στόχο την εξουδετέρωση της αριστεράς αλλά την αστικοποιησή της και την ένταξη στην κοινωνία και αυτό βέβαια καθώς και άλλα πολλά τον έφερε σε σύγκρουση λίγο αργότερα με την Αμερική.

Το 1955 ο Καραμανλής γίνεται για πρώτη φορά πρωθυπουργός  σχηματίζοντας κυβέρνηση και εξασφαλίζοντας λίγο αργότερα κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές του 1956, οπότε σχημάτισε νέα κυβέρνηση. Σε αυτές τις εκλογές επανίδρυσε το κόμμα του Συναγερμού με το νέο όνομα Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις (Ε.Ρ.Ε.) και με αυτό κέρδισε την πρώτη του κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με την εφαρμογή του λεγόμενου «τριφασικού» εκλογικού συστήματος, παρά το γεγονός ότι η ΕΡΕ, σε απόλυτους αριθμούς ψήφων, είχε έρθει δεύτερο κόμμα (ΕΡΕ 47,3%, Δημοκρ. Ένωση 48,15%).

Η ΕΡΕ επωφελήθηκε και από την ψήφο του στρατού, που δόθηκε μαζικά υπέρ της, καθώς εξασφάλισε 10 έδρες. Το αποτέλεσμα ήταν ευνοϊκό για τον Καραμανλή, καθώς αυτός εξασφάλιζε τη συνέχιση της διακυβέρνησης, αλλά παράλληλα δεν ήταν πολιτικά επαρκές, καθώς η κυβέρνησή του θα αντιμετώπιζε την επόμενη διετία συνεχείς επικρίσεις αλλά και εγγενή αστάθεια, που προέκυπτε από το γεγονός ότι είχε μειοψηφήσει και ταυτόχρονα είχε υποστηριχτεί από τον στρατό. Ανεξάρτητα πάντως από τη λειτουργία του εκλογικού συστήματος υπέρ του, ο Καραμανλής είχε επιτύχει την προσωπική του καθιέρωση ως ηγέτη της δεξιάς.

Είχε συγκεντρώσει την προτίμηση ψηφοφόρων ανήσυχων από τη συνεργασία του κέντρου με την κομμουνιστική αριστερά μόλις επτά χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και είχε κληρονομήσει τη δεξιά από τον Ελληνικό Συναγερμό προς όφελος του κόμματός του χωρίς σημαντικές απώλειες. Η ΕΡΕ είχε πλειοψηφήσει στην ύπαιθρο και τα μικρά αστικά κέντρα και ήταν πολύ ισχυρή στη βόρεια Ελλάδα, στην οποία είχε διεισδύσει το 1951-1952 ο συναγερμός.

Εκλογές του 1958

Στις εκλογές του 1958 η ΕΔΑ αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 24,4%. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη ανησυχία στην κυβέρνηση της ΕΡΕ, η οποία αντέδρασε άμεσα συγκροτώντας μυστική επιτροπή στα πλαίσια του σχεδίου «Περικλής» στην οποία συμμετείχαν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Γεώργιος Γεωργαλάς και Λευτέρης Σταυρίδης. Σκοπός του «Περικλή» ήταν ο περιορισμός της επιρροής της ΕΔΑ και η εφαρμογή του θα είχε βαθειά χρονική διάρκεια.

Επιπλέον η ΕΡΕ χρηματοδότησε διάφορους αντικομμουνιστικούς, συντηρητικούς και εθνικιστικούς κύκλους, κυρίως δημοσιογραφικούς, σπαταλώντας μάλιστα μεγάλο μέγεθος οικονομικών πόρων. Τελικά το σχέδιο βρήκε ανοιχτή εφαρμογή στις εκλογές του 1961, που ονομάστηκαν εκλογές βίας και νοθείας. Εντούτοις, το σχέδιο καταγγέλθηκε από την ΕΔΑ και την Ένωση Κέντρου. Παρά ταύτα, η ΕΡΕ διατήρησε επαφές με διάφορους ακροδεξιούς κύκλους, κυρίως με παρακρατικές οργανώσεις (π.χ. Οργάνωση Καρφίτσα).

Ωστόσο, η κατάσταση θα ξεφύγει από τον έλεγχο της ΕΡΕ το 1963 όταν θα δολοφονηθεί από την Καρφίτσα ο Γρηγόρης Λαμπράκης, βουλευτής της ΕΔΑ και θα τραυματιστεί ο Γιώργος Τσαρουχάς. Τότε, ο Καραμανλής θα αναφωνήσει το περίφημο Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο θέλοντας έμμεσα να στιγματίσει το παλάτι και την Φρειδερίκη.

Υπόθεση Μέρτεν

Τον Νοέμβριο του 1958 λαμβάνει διαστάσεις η Υπόθεση Μέρτεν, που αφορούσε τον Μαξ Μέρτεν, αξιωματικό των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, ο οποίος κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου. Η κυβέρνηση της ΕΡΕ κατέθεσε και ψήφισε νομοσχέδιο, με το οποίο γινόταν τροποποίηση του προηγούμενου σχετικού νόμου και επιτρεπόταν η αποφυλάκιση των εγκληματιών πολέμου που είχαν ήδη καταδικαστεί και κρατούνταν σε ελληνικές φυλακές.

Οι ενέργειες της Κυβέρνηση Καραμανλή πραγματοποιήθηκαν υπό την υπόδειξη των Γερμανών καθώς το φθινόπωρο του 1958 έγινε η σύναψη δανείου της Ελλάδος από την Γερμανία ύψους 200 εκατομμυρίων μάρκων.

Η πορεία μεταξύ 1959-1961

Το 1959 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνυπέγραψε τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες τερματίστηκε η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρύθηκε ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος με εγγυήτριες δυνάμεις την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Από τις αρχές του 1959 το συντονισμό της αντικομμουνιστικής κρατικής προπαγανδιστικής δραστηριότητας ανέλαβε η Γενική Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών (ΓΔΤΠ) που υπαγόταν στο Υπουργείο Προεδρίας Κυβερνήσεως, το οποίο κρίθηκε αρμοδιότερο για αυτό το έργο. Για να μπορέσει η ΓΔΤΠ να ανταποκριθεί στην αποστολή της, για την οποία προσλάμβανε συνεργάτες που ειδικεύονταν στην αντικομμουνιστική δράση, όπως ο Ελευθέριος Σταυρίδης και ο Γεώργιος Γεωργαλάς, τριπλασιάστηκαν από 27 σε 77 εκ. δραχμές τα μυστικά κονδύλια που της χορηγούνταν.

Για καλύτερη συγκέντρωση των σχετικών αρμοδιοτήτων, ο σχεδιασμός και συντονισμός της πολιτικής της κυβέρνησης στον τομέα αυτό ανατέθηκε την άνοιξη του 1960 στη Διεύθυνση Πληροφοριών, που ανασυστάθηκε ως Υπηρεσία Πληροφοριών και επικεφαλής της οποίας ορίστηκε ένας απόστρατος αξιωματικός, πρώην στέλεχος του ΙΔΕΑ. Η οργανωτική ανεπάρκεια της Υπηρεσίας Πληροφοριών και η επικάλυψη των αρμοδιοτήτων της με συναφείς υπηρεσίες οδήγησε στη σύσταση το καλοκαίρι του 1960 μίας πρωτοβάθμιας επιτροπής με εισηγητικό χαρακτήρα και μίας Δευτεροβάθμιας Συντονιστικής Επιτροπής, που ιδρύθηκε με διάταγμα που εξέδωσε ο Καραμανλής ως ΥΠΕΘΑ.

Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή συγκροτούνταν από ανώτατα στελέχη του στρατού, των σωμάτων ασφαλείας και των υπηρεσιών πληροφοριών, όλοι τους πρώην μέλη του ΙΔΕΑ, μέλη του οποίου που παρά την αναστολή δράσης του συνέχιζαν συνωμοτικά σχέδια. Έργο της Δευτεροβάθμιας ήταν ο συντονισμός των υπηρεσειών «πληροφοριών και διαφωτίσεως» και η εισήγηση στην κυβέρνηση μέτρων σχετικών με τον «αντικομμουνιστικό αγώνα».

Στις 14 και 15 Φεβρουαρίου του 1961 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέφθηκε το Λονδίνο, όπου είχε σημαντικές συνομιλίες με τον Βρετανό ομόλογό του Χάρολντ Μακμίλαν, καθώς η μεν Ελλάδα ετοιμαζόταν να υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ, το δε Ηνωμένο Βασίλειο ετοιμαζόταν να υποβάλει αίτηση ένταξης σε αυτήν. Στις 22 Μαΐου συναντήθηκε στην Αθήνα με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον, ο οποίος έδωσε τη διαβεβαίωση ότι θα συνεχιστεί η αμερικανική βοήθεια προς την Ελλάδα. Από τις 12 έως τις 16 Απριλίου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέφτηκε τον Καναδά, συζητώντας στην Οττάβα οικονομικά κυρίως θέματα με τον Καναδό πρωθυπουργό Τζον Ντιφενμπέικερ.

Στη συνέχεια επισκέφθηκε τις ΗΠΑ. Η χρονική και πολιτική συγκυρία της επίσκεψης του Έλληνα πρωθυπουργού στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσε ίσως να ήταν χειρότερη: έφτασε στην Ουάσινγκτον, προερχόμενος από τον Καναδά, την ημέρα που έγινε η εισβολή στην Κούβα χιλιάδων αντιπάλων του Φιντέλ Κάστρο, με ορμητήριο το Μαϊάμι και αμερικανική υποστήριξη. Παρ’ όλη την ενασχόλησή του όμως με την κρίση αυτή, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι όχι μόνο συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στις 17 Απριλίου, αλλά και βρήκε τον χρόνο να έχει μαζί του δύο συνολικά μακρές συνομιλίες.

Θερμό ήταν το κλίμα όχι μόνο στις πολιτικές συζητήσεις αλλά και στη δεξίωση στην ελληνική πρεσβεία. Πριν από τη λήξη της επίσκεψης, στις 20 Απριλίου, ο Έλληνας πρωθυπουργός κατέθεσε στεφάνι στο εθνικό κοιμητήριο του Άρλινγκτον. Στο κοινό ανακοινωθέν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του ελληνικού λαού «δια την απόφασιν των Ηνωμένων Πολιτειών να εξακολουθήσουν υποστηρίζουσαι τας προσπαθείας της Ελλάδος όσον αφορά την εκτέλεσιν των προγραμμάτων της οικονομικής αναπτύξεως».

Το σχέδιο «Περικλής» και οι εκλογές του 1961

Μετά την ψήφιση νέου εκλογικού νόμου τον Ιούνιο του 1961 η κυβέρνηση Καραμανλή κατευθύνθηκε προς τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών. Τον Αύγουστο μετά από δύο συσκέψεις κυβερνητικών και στρατιωτικών, μία εκ των οποίων υπό την προεδρία του Καραμανλή, ανατέθηκε στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή η εισήγηση «το ταχύτερον» στην κυβέρνηση «των ενδεικνυόμενων μέτρων αντιδράσεως» με σκοπό τη συρρίκνωση του εκλογικού ποσοστού της ΕΔΑ και την ενίσχυση της ΕΡΕ.

Ο Καραμανλής ζήτησε την ένταση του ρυθμού λειτουργίας της Δευτεροβάθμιας, που συνεδρίασε τον Αύγουστο με στόχο να περιοριστεί το ποσοστό της ΕΔΑ κάτω από το 20%. Σε συνεδρίαση της Δευτεροβάθμιας στις 8 Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε ότι ο Καραμανλής είχε εγκρίνει «γενικώς το Σχέδιον» Περικλής του διοικητή της ΚΥΠ Νατσίνα. Ο Καραμανλής παραιτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου και ορίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Δόβα. Οι επόμενες εκλογές ορίστηκε να διεξαχθούν στις 29 Οκτωβρίου του 1961.

Η διεξαγωγή τους επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις προηγούμενες και την εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ. Η επίδοση της τελευταίας δημιούργησε κλίμα ιδιαίτερης ανησυχίας και στην κυβέρνηση και στο στέμμα και στο σύνολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Η ενοποίση των δυνάμεων του κεντρώου χώρου ως στρατηγική επιλογή για τον περιορισμό της εκλογικής δύναμης της κομμουνιστικής αριστεράς πραγματοποιήθηκε μόλις την παραμονή της προκήρυξης των εκλογών υπό την ηγεσία του Γεώργιου Παπανδρέου και τη συμμετοχή του Σοφοκλή Βενιζέλου.

Η υπηρεσιακή κυβέρνηση άφησε τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή με την ίδια σύνθεση να συνεχίσει απρόσκοπτη το έργο της να επηρεάσει τα αποτελέσματα των εκλογών. Η ΕΡΕ εξασφάλισε το 50,8% των ψήφων και 176 έδρες, έναντι 33,7% και 100 εδρών της συνεργασίας Ένωσης Κέντρου-Προοδευτικών και 14,6% και 28 εδρών του εκλογικού σχήματος ΠΑΜΕ που είχε συγκροτήσει η ΕΔΑ. Τα αποτελέσματα καταγγέλθηκαν από την ηγεσία της Ένωσης Κέντρου και της ΕΔΑ ως προϊόν βίας και νοθείας και αποτέλεσαν την αφετηρία του ανένδοτου αγώνα που κήρυξε η ηγεσία της Ένωσης Κέντρου.

Η δικαστική διερεύνηση δεν απέδειξε νοθεία των αποτελεσμάτων, αλλά κοινή πεποίθηση ήταν ότι στην προεκλογική περίοδο είχαν παρέμβει για να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, σε έκταση ασυνήθιστη για τα ελληνικά πολιτικά ήθη, ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας. Η παρέμβαση δεν αφορούσε μόνο την αριστερά, αλλά είχε επηρεάσει και την Ένωση Κέντρου, η οποία μετά από κάποια περίοδο επιφυλακτικής παρατήρησης των τεκταινομένων είχε καταγγείλει στον βασιλιά τις παρεμβάσεις και τελικά μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων τα αμφισβήτησε.

Σε σημειώματα της περιόδου 1966-1969 ο Καραμανλής αρνήθηκε ότι ο ίδιος και η κυβέρνησή του είχαν γνώση των σχεδίων για τη μείωση της εκλογικής δύναμης της ΕΔΑ στις εκλογές του 1961, που τα απέδωσε στα ανάκτορα και σε στελέχη του στρατού και ισχυρίστηκε ότι δεν αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της ΕΡΕ. Στις 31 Αυγούστου του 1962, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υποδέχθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Λίντον Τζόνσον, ο οποίος υποσχέθηκε δάνειο με ευνοϊκούς όρους και χορήγηση αεροσκαφών F-104.

Η τελευταία φάση της πρώτης πρωθυπουργίας του Καραμανλή συνυφαίνεται με την οξεία πολιτική κρίση, που έχει ως αφετηρία της τις αμφισβητούμενες εκλογές του Οκτωβρίου του 1961. Ο Καραμανλής υποστήριξε ότι ούτε ο ίδιος είχε σχεδιάσει και επιχειρήσει παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού στις εκλογές ούτε, εν πάση περιπτώσει, η αλλοίωση του αποτελέσματος ήταν τέτοια ώστε να θέτει υπό αμφισβήτηση την επικράτησή του.

Στις 28 Φεβρουαρίου του 1963 ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ, άρχισε περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη με στόχο, κυρίως, τη σύσφιξη των σχέσεων με την ΕΟΚ και την προώθηση οικονομικών επιδιώξεων. Πρώτος σταθμός της περιοδείας η Ολλανδία. Ακολούθησε το Λουξεμβούργο και τέλος η Γαλλία, όπου έγινε δεκτός από τον Σαρλ ντε Γκωλ.

Η Ελλάδα πρώτο συνδεδεμένο μέλος της ΕΟΚ (1962)

Στρατηγικός στόχος του ριζοσπαστικού ρεύματος του ελληνικού φιλελευθερισμού ήδη από τη δεκαετία του 1930, με βάση και τις παραδόσεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ήταν η συμπόρευση της Ελλάδας με τις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Οι λόγοι ήταν πολιτισμικοί, αλλά και οικονομικοί. Μετά τη δημιουργία της ΕΟΚ και της ΕΖΕΣ, υπήρξε έντονος προβληματισμός, σε ποια από τις δύο θα έπρεπε να επιδιώξει να ενταχθεί η χώρα. Τελικά, οι κυβερνήσεις Καραμανλή επέλεξαν την πρώτη κυρίως διότι έδινε έμφαση στα αγροτικά προϊόντα, ενώ η δεύτερη ιδιαιτέρως στη βαριά βιομηχανία που η Ελλάδα δεν διέθετε. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις – με τη συμμετοχή ιδίως των Ευάγγελου Αβέρωφ, Γιάγκου Πεσμαζόγλου και Ξενοφόντος Ζολώτα – υπογράφηκε η Συμφωνία Σύνδεσης και η Ελλάδα κατέστη το πρώτο συνδεδεμένο μέλος με την ΕΟΚ, την 1η Νοεμβρίου 1962. Η Συμφωνία προέβλεπε :

  • κατάργηση εισαγωγικών δασμών και περιοριστικών μέτρων σε βάρος της ελεύθερης κυκλοφορίας βιομηχανικών προϊόντων των Κοινοτικών χωρών
  • κατάργηση δασμών και περιοριστικών μέτρων σε βάρος των ελληνικών προϊόντων σε διάστημα δώδεκα ετών
  • σταδιακή υιοθέτηση του κοινού εξωτερικού δασμολογίου της ΕΟΚ
  • αυτόματη κατάργηση των δασμών πάνω στα κύρια εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα
  • εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής της Ελλάδας με την Κοινή Αγροτική Πολιτική
    οικονομική χορηγία προς την Ελλάδα, υπό μορφής δανείου από την Ευρωπαϊκή τράπεζα Επενδύσεων, ανερχόταν σε 125 εκατομμύρια δολάρια για περίοδο πέντε ετών.

Η Συμφωνία εκτελέσθηκε πράγματι – όχι χωρίς δυσχέρειες – μέχρι την 21η Απριλίου 1967, οπότε και ανεστάλη. Θεωρείται πως αποτέλεσε το πρώτο αποφασιστικό βήμα, προς την πλήρη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, που συντελέσθηκε το 1979, πάλι υπό την ευλογία του Καραμανλή.

Το έργο του Καραμανλή προ της δικτατορίας θεωρείται αποφασιστικό για τη διαμόρφωση της Ελλάδος. Βεβαίως και μετά τη δικτατορία έβαλε τις θεμέλιες βάσεις για την ίδρυση της σύγχρονης Ελληνικής δημοκρατίας που βιώνουμε μέχρι σήμερα. Για αυτό ονομάστκε εθνάρχης αλλά πέρα από τα σωστά έκανε και λάθη. Πολλά από αυτά τα κατανόησε και ο ίδιος, δυστυχώ όμως όχι όλα. Ο Καραμανλής από τους επικριτές του και όχι άδικα κατά εμάς θεωρείται ως ο καταστροφέας της Αθήνας με τον νόμο της αντιπαροχής, που όμως δεν ήταν δικός του, απλά ο ίδιος τον ενεργοποίησε και θεωρούμε πως μπορούσε να τον αλλάξει. Έπρεπε κατά τη γνώμη μας να διατηρήσει ζωντανό το ιστορικό κέντρο της Αθήναε με αναπαλαιώσεις και να δώσει αντιπαροχή με πολλούς περιορισμούς σε περιοχές έξω από το ιστορικό κέντρο.

Αυτή βέβαια η κριτική μπορεί να γίνεται σήμερα αλλά θα πρέπει να πούμε ότι θα ερχόταν και πάλι σε σύγκρουση αν δεν ενεργοποιούσε την αντιπαροχή και μάλλον δεν την άντεχε. Ο ίδιος πάντως στις επικρίσεις που δεχόταν στο θέμα αυτό απαντούσε σκωπτικά “Που θα τους έβαζα, στο κεφάλι μου;”.

Η αντιπαροχή

Η νομοθεσία υπήρχε από το 1929. Ωστόσο η κατηγορία προς τον Καραμανλή είναι ότι επί πρωθυπουργίας του άρχισε η εκτεταμένη εφαρμογή του νόμου.

Κριτική εξ αριστερών μάλιστα του προσάπτει ότι σκοπίμως έδωσε ώθηση στο ασφυκτικό κτίσιμο της Αθήνας μέσω της αντιπαροχής, ώστε να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις και έτσι να εξαφανίσει τον κομμουνισμό, καθώς σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό οι άνθρωποι που θα έδιναν για αντιπαροχή το σπίτι τους και σε αντάλλαγμα θα έπαιρναν διαμερίσματα, θα μετατρέπονταν σε εισοδηματίες μικροαστούς και άρα ακόμη και εάν παρέμεναν αριστεροί, δε θα ήταν επικίνδυνοι. Αυτή η κριτική μας βρίσκει σύμφωνους αλλά κατά τη γνώμη μας ναι έπρεπε η αριστερά να αστικοποιηθεί γιατί ήταν ο μόνος τρόπος τελικά να γίνει δεκτή από το σύστημα. Η συνήθης βέβαια  κριτική  αφορά στα κέρδη των εργολάβων και την έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού.

Οι υποστηρικτές του Καραμανλή από την πλευρά τους λένε ότι ο νόμος της αντιπαροχής, δεν ήταν δικό του δημιούργημα, βοήθησε την Αθήνα σε μία δύσκολη εποχή, κατά την οποία συνέρρεαν στην πρωτεύουσα χιλιάδες από τη ρημαγμένη από τον εμφύλιο επαρχία. Ο αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης, έχει γράψει ότι η αντιπαροχή ουσιαστικά γιγαντώθηκε από την περίοδο 64-65 και έπειτα. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιον ότι επί Χούντας η οικοδόμηση της Αθήνας έγινε ασφυκτική.

Η “παλιά Αθήνα” είχε ήδη αρχίσει πάντως να αλλάζει από την έλευση των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ενδεχομένως δεν είναι τυχαίο ότι η αντιπαροχή νομοθετήθηκε το 1929. Μετά την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά, όταν η Αθήνα βομβαρδίστηκε από τους συμμάχους Βρετανούς στο όνομα του αντικομμουνισμού, σημαντικός αριθμός σπιτιών στην πρωτεύουσα είχαν μείνει ερείπια. Ο εμφύλιος και ο τρόπος ανάπτυξης της βιομηχανίας, ωθούσαν όλο και περισσότερους κατοίκους της επαρχίας στην πρωτεύουσα.

Τα μετεμφυλιακά χρόνια η εσωτερική μετανάστευση συνεχίστηκε, παράλληλα με την μετανάστευση στο εξωτερικό. Η βοήθεια από το εξωτερικό δεν επαρκούσε για ένα δημόσιο στεγαστικό πρόγραμμα καθώς στρεφόταν καταρχήν στις κατεστραμμένες υποδομές ή δεν στόχευε και δε μοιραζόταν σωστά. Με την αντιπαροχή λύθηκε, με τον τρόπο που λύθηκε, το οικιστικό ζήτημα.

Στην επαρχία, το όνειρο των ανθρώπων ήταν να ζουν σε ένα σπίτι με ηλεκτρικό, τουαλέτα και τρεχούμενο νερό. Η αναπαλαίωση κόστιζε περισσότερο από το γκρέμισμα και το τσιμέντο έτσι η αντιπαροχή ήταν η λύση αλλά όπως δυστυχώς επιβεβαιώθηκε η έλλειψη σχεδιασμού οδήγησε στην καταστροφή της Αθήνας.

Ο Καραμανλής στο Παρίσι

Μετά τη δολοφονία Λαμπράκη και την  σκέψη του Καραμανλή για το ποιός κυβερνά τελικά αυτόν τον τόπο ξεκίνησε η αντίστορφη μέτρηση για την φυγή του Καραμανλή από την εξουσία και από την Ελλάδα. Αυτό κόστισε στον Ελληνικό λαό, έφερε τη δικτατορία, που ο ίδιος αθελά του την έφερε αφού από τις εκλογές του 1958 και έπειτα όπως προείπαμε  ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και η οργάνωση ΙΔΕΑ ελέγχαν τον αντικομμουνιστικό αγώνα με τις ευλογίες του Καραμανλή. Ήταν το σχέδιο Περικλής που συντάχθηκε υπό την καθοδήγηση του Καραμανλή ως σχέδιο σε περίπτωση Κομμουνιστικού κινδύνου, το οποίο σε μια περίοδο αστάθειας ο Παπαδόπουλος το εκμεταλλεύθηκε για να φέρει τα τανκς στην εξουσία.

Μετά την ήττα του κόμματός του το 1963 ο Καραμανλής παραιτήθηκε και μετέβη στο εξωτερικό με ψευδώνυμο, από το αεροδρόμιο του Ελληνικού και παρά την αντίθεση του Βασιλέως Παύλου. Αρχηγός τότε της ΕΡΕ ανέλαβε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος που ήττήθηκε στις εκλογές της 17ης Φεβρουαρίου 1964 από την ΕΚ του Γ. Παπανδρέου.

Η ΕΡΕ πρωταγωνίστησε στις πολιτικές εξελίξεις την διετία 1965-1967, μετά την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου (15 Ιουλίου 1965) και στις 3 Απριλίου 1967 ο αρχηγός της σχημάτισε κυβέρνηση με σκοπό να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές στις 28 Μαΐου.

Όμως τους πρόλαβε το πραξικόπημα των επίορκων αξιωματικών στις 21 Απριλίου 1967 και η ΕΡΕ όπως και όλα τα υφιστάμενα τότε πολιτικά κόμματα και πολιτικές οργανώσεις διαλύθηκε.

Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 μετέβαλε τα δεδομένα της ελληνικής πολιτικής, αλλά και σταδιακά ενίσχυσε τις πολιτικές προοπτικές του ίδιου του Καραμανλή. Ο Μακεδόνας πολιτικός κατέληξε γρήγορα στο συμπέρασμα ότι η ομάδα των συνταγματαρχών απέβλεπε σε μονιμοποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος, και ήδη από το Νοέμβριο του 1967 θα εκδηλωνόταν δημόσια εναντίον της δικτατορίας.

Ταυτόχρονα επεξεργάστηκε τη στρατηγική της ομαλής εξόδου από το στρατιωτικό καθεστώς. Ο βασιλιάς ως σύμβολο της συνταγματικής νομιμότητας είχε θέση στις δηλώσεις του Καραμανλή εκείνης της περιόδου. Άλλα βασικά στοιχεία της πλατφόρμας του ήταν η ανάγκη νέας θεσμικής διευθέτησης του δημοκρατικού πολιτεύματος, ώστε να αποφευχθεί αυτό που θεωρούσε εκφυλισμό του κοινοβουλευτικού συστήματος της προδικτατορικής περιόδου.

Η ανάγκη ομαλής διεξόδου από τη δικτατορία ως προϋπόθεση για την επιβίωση του αστικού καθεστώτος, την αποτροπή ανεξέλεγκτων κινήσεων που θα δοκίμαζαν την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, πρυτάνευε στον πολιτικό του λόγο, όπως η ανησυχία, ιδίως από το 1973 και μετά, όταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υποδέχτηκε τρία νέα μέλη, για την πιθανότητα αποκοπής της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία, στην οποία απέδιδε στρατηγική σημασία. Σημαντικό στοιχείο της στρατηγικής του ήταν η συνεννόηση του πολιτικού κόσμου, ώστε να πειστεί και η Ουάσινγκτον, αναγκαίος παράγοντας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ότι υπήρχε εναλλακτική φιλοδυτική λύση στο στρατιωτικό καθεστώς.

Στις 24 Ιουλίου 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επανήλθε θριαμβευτικά στην Ελλάδα, μετά την κατάρρευση της δικτατορίας υπό το βάρος του πραξικοπήματος στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή στη μεγαλόνησο. Οι ιδιαίτερες συνθήκες με τις οποίες επήλθε η μεταπολίτευση, η ταχύτητα μεταβίβασης της εξουσίας από τους στρατιωτικούς και η συμφωνία τελικά του αστικού πολιτικού κόσμου προς το πρόσωπο του Καραμανλή, χωρίς να έχει επέλθει κοινωνική αποσταθεροποίηση και μαζική κινητοποίηση, επέτρεπαν στον Μακεδόνα πολιτικό να εφαρμόσει τη μετριοπαθή στρατηγική του, χωρίς την άμεση πίεση ριζοσπαστικών εναλλακτικών, τις οποίες θα επιδίωκε να προλάβει πριν από πιθανή εκδήλωσή τους και όχι να τις εξουδετερώσει μετά από αυτήν.

Μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος της χούντας των Συνταγματαρχών στις 24 Ιουλίου του 1974, ο Καραμανλής επέστρεψε στην Αθήνα με το αεροπλάνο της γαλλικής προεδρίας, το οποίο έθεσε στη διάθεσή του ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εσταίν, στενός προσωπικός του φίλος. Έγινε πρωθυπουργός με μεγάλη δημόσια υποστήριξη, κυρίως επειδή θεωρήθηκε ως η πιο βολική λύση για τις τότε (συντηρητικές) στρατιωτικές και οικονομικές ελίτ. Σχημάτισε αμέσως κυβέρνηση εθνικής ενότητας προκειμένου να ασχοληθεί αμέσως με την κρίση της Κύπρου και για να αποκαταστήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς στην Ελλάδα.

Στο συνταγματικό και πολιτειακό πλαίσιο ο Καραμανλής κινήθηκε ταχύτατα και επιδίωξε τη συμβολική και πραγματική αποκοπή από το θεσμικό πλαίσιο της δικτατορίας. Την 1η Αυγούστου επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, με εξαίρεση τις διατάξεις για τη βασιλεία, για την οποία επιφυλάχτηκε να κριθεί σε δημοψήφισμα. Ο ίδιος ο Καραμανλής, όπως προκύπτει από την πορεία των εξελίξεων, δεν ήταν ευνοϊκά διατεθειμένος έναντι του θρόνου, αν και τα στοιχεία που αφορούν τη στάση του δεν συγκροτούν σύνολο, αλλά αποσπασματικές επικρίσεις της στάσης του στέμματος το 1963, κατά τη διαφωνία του για την επίσκεψη στο Λονδίνο, ή το 1967, για τη μεθόδευση της αντιδικτατορικής κίνησης του βασιλιά, που έτεινε να αγνοεί τις υποδείξεις του Καραμανλή.

Ο Μακεδόνας πολιτικός απέφυγε πάντως να αντιταχθεί στη βασιλεία, καθώς ηγούνταν μιας παράταξης από παράδοση προσκείμενης στο στέμμα, απέφυγε επίσης οποιαδήποτε αναφορά στο πολιτειακό κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου για τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1974 και στο δημοψήφισμα που ακολούθησε τήρησε ουδετερότητα, η οποία ερμηνεύτηκε από προσκείμενους στη βασιλεία ως αρνητική στάση έναντι του θρόνου.

Το χαμηλό ποσοστό υπέρ της βασιλείας (30,82%) και η χαμηλή επίδοσή της σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες και ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα απέδειξε ότι ο θεσμός είχε ασθενή βάση, ήταν αποκομμένος από τις δυναμικές τάσεις και αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας και δικαίωσε τη στάση του Καραμανλή, του οποίου η παρέμβαση είναι αμφίβολο κατά πόσο θα είχε κλίνει το αποτέλεσμα υπέρ του στέμματος έστω και οριακά. Ταυτόχρονα ο Καραμανλής ήταν σε θέση να συγκρατήσει στο νέο κόμμα του, τη Νέα Δημοκρατία, τον κύριο όγκο όσων ψήφισαν υπέρ της βασιλείας, αν και η δυσαρέσκεια ενός τμήματος των τελευταίων δεν ήταν άμοιρη πολιτικών συνεπειών στη συνέχεια.

Ακόμα σημαντικότερη ιστορικά ήταν η απόφαση του Καραμανλή να νομιμοποιήσει το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας τον Σεπτέμβριο του 1974. Η απόφασή του σήμαινε ότι το πολιτικό σύστημα θα λειτουργούσε χωρίς τους αποκλεισμούς του παρελθόντος και ότι οι πολιτικές τάσεις της χώρας θα διαγράφονταν αποκλειστικά στο πολιτικό πεδίο, καθώς η νομιμοποίηση του Κ.Κ.Ε. συνοδευόταν από την κατάργηση των διοικητικών διακρίσεων και αυταρχικών πρακτικών της προδικτατορικής περιόδου, όπως τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και οι εκτοπίσεις.

Η κίνηση του Καραμανλή πρόδιδε και την αυξημένη αυτοπεποίθηση του ιδίου, την οποία δεν συμμεριζόταν πάντοτε το κόμμα του οποίου ηγούταν, ότι η πολιτική επιτυχία της συντηρητικής παράταξης και η εκλογική της επικράτηση δεν συναρτούταν με τη χρήση του κρατικού μηχανισμού σε βάρος των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων ή την ακραία χρήση αμφισβητούμενων συνταγματικών θεσμών, όπως το στέμμα, αλλά ότι η ιδεολογική της βάση, η παράδοσή της και η κυβερνητική της πολιτική μπορούσαν να αποτελέσουν την αποκλειστική βάση της πολιτικής της παρουσίας.

Στο θεσμικό επίπεδο, η συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία που εξασφάλισε επέτρεψε στον Καραμανλή να κινηθεί με ταχύτητα για την κατάρτιση και την ψήφιση του νέου συντάγματος, που ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1975, και στο οποίο το δικαίωμα υποβολής προτάσεων δυσπιστίας περιοριζόταν, καθώς ο Μακεδόνας πολιτικός το θεωρούσε μέσο πόλωσης του πολιτικού κλίματος και παρεμπόδισης του κυβερνητικού έργου.

Ο Καραμανλής δεν κατάργησε αμέσως τη λογοκρισία και ήταν αρχικά επιεικής με τα μέλη του πραξικοπήματος του 1967 που διατηρούσαν ακόμα ισχυρές θέσεις στις Αρχές Ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις. Εντούτοις, τα περισσότερα υπολείμματα του καθεστώτος των συνταγματαρχών, τα λεγόμενα «σταγονίδια», εκδιώχθηκαν από τον κρατικό μηχανισμό. Ήταν ο πρωθυπουργός σε σημαντικά σημεία της διαδικασίας εκδημοκρατισμού, ειδικότερα στη δίκη των δικτατόρων (στους οποίους αποδόθηκε η ποινή του θανάτου για εσχάτη προδοσία και ανταρσία, που τελικά μετατράπηκε με πρωτοβουλία του ίδιου σε ισόβια φυλάκιση, απόφαση που προσπάθησε να εκτονώσει με τη φράση «όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια»), στην οργάνωση των ελεύθερων κοινοβουλευτικών εκλογών, στο δημοψήφισμα του 1974 για την κατάργηση της μοναρχίας και την καθιέρωση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, τη σύνταξη και ψήφιση του συντάγματος του 1975 και την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ).

Το 1974, ο Καραμανλής ίδρυσε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας με το οποίο κέρδισε το 1974 και το 1977 τις εθνικές εκλογές και υπηρέτησε ως πρωθυπουργός μέχρι το 1980. Στον οικονομικό τομέα η ανάπτυξη συνεχίστηκε, αν και όχι με τον ρυθμό των προηγούμενων δεκαετιών, ενώ έγιναν και οι πρώτες μεγάλες κρατικοποιήσεις. Στον τομέα των εξωτερικών, ο Καραμανλής προχώρησε σε άνοιγμα πρός τις χώρες του Ανατολικού μπλόκ και υπέγραψε σημαντικές συμφωνίες επισκεπτόμενος μια σειρά κρατών. Η πολιτική αυτή μπορεί να ενταχθεί στην κρίση που σημειώθηκε στις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η προσωρινή αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (1974-1980).

Το 1980 παραιτήθηκε μετά από την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Ο πραγματικός όμως λόγος της παραίτησής του ήταν η διαφαινόμενη ήττα στις εκλογές, λόγω της ανόδου του Ανδρέα Παπανδρέου. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Γεώργιος Ράλλης.

Η δεύτερη πρωθυπουργία Καραμανλή, που συνυφαίνεται με την πρώτη και θεμελιώδη φάση της μεταπολίτευσης, συνιστά τομή τόσο ως προς την πολιτική σταδιοδρομία του ίδιου όσο και ως προς την ελληνική πολιτική. Τόσο το διεθνές και εσωτερικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο όσο και ο ίδιος ο Καραμανλής είχαν διαφοροποιηθεί εμφανώς. Ωστόσο, η δεύτερη πρωθυπουργία του αντιμετωπίστηκε από ορισμένους αντιπάλους του ως το ίδιο αμφιλεγόμενη με την πρώτη: έγινε στόχος σφοδρής κριτικής από όλα τα κόμματα για την πολιτική του στην Κύπρο που θεωρήθηκε εξοργιστικά υποχωρητική και σε αυτό δε βοήθησαν και οι δικές του δηλώσεις ότι «η Κύπρος είναι μακριά».

Επίσης, κατηγορήθηκε για το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε με σκανδαλώδη τρόπο τα κρατικά ΜΜΕ (ΕΡΤ) για την αυτοπροβολή του. Άλλες αστοχίες της περιόδου 1974-1980 ήταν το σκάνδαλο της διαρροής θεμάτων των πανελληνίων εξετάσεων τον Ιούνιο του 1979, με τον Καραμανλή να μην αποδέχεται την παραίτηση του Υπουργού Παιδείας, Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, οι καταστρεπτικές πυρκαγιές στην Πάρνηθα το 1977 με 5.000 στρέμματα δάσους να καίγονται, η κατάργηση του τροχιόδρομου Περάματος, που ήταν το τελευταίο τροχιοδρομικό σύστημα στην Ελλάδα μέχρι την επαναλειτουργία του τραμ το 2004, επί κυβερνήσεως του ανηψιού του Κώστα Καραμανλή και η αδυναμία (κατ’ άλλους, αδιαφορία) του Καραμανλή και του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, απόστρατου Στρατηγού Αναστάσιου Μπάλκου, να διώξουν χουντικούς αξιωματικούς από την Αστυνομία Πόλεων και τη Χωροφυλακή. Αποσύρθηκε στο σπίτι συγγενών του μιας και δεν κατείχε δικό του ακίνητο, ήταν ακτήμων.

Η επίσκεψη στη Μόσχα το 1979

Στη Μεταπολίτευση και συγκεκριμένα το 1979 έγινε ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός που επισκέφτηκε τη Μόσχα για επαφές με την τότε ηγεσία της ΕΣΣΔ υπό τον Λεονίντ Μπρέσνιεφ. Στην προδικτατορική περίοδο ήταν πάλι επί των ημερών της πρωθυπουργίας του τότε αρχηγού της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης  το 1956 όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσκεψη σοβιετικού υπουργού στη χώρα μας, του υπουργού εξωτερικών Σεπίλοφ.

karamanlisbresniefoct1979.jpg
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το Λεονίντ Μπρέζνιεφ τον Οκτώβριο του 1979  ΑΡΧΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

Οι εκεί επαφές του με τον Μπρέσνιεφ και τα άλλα μέλη της σοβιετικής ηγεσίας δεν θύμιζαν σε τίποτα το κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών πριν από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Μάλιστα οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών Καραμανλής και Κοσύγκιν υπέγραψαν και κοινή δήλωση!

Άλλωστε είχαν μεσολαβήσει πάρα πολλά κατά την 7χρονη χούντα που κατέδειξαν με τραγικό τρόπο για τα εθνικά συμφέροντα τη χρεοκοπία της στρατηγικής που ακολούθησε ο αστικός πολιτικός κόσμος μετά τον εμφύλιο. Η ίδια η επιβολή της δικτατορίας και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο είναι η κορωνίδα αυτής της χρεοκοπίας. Ο Καραμανλής υποχρεώθηκε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Άλλωστε στο κατ’ εξοχήν εθνικό μας θέμα το Κυπριακό, η ΕΣΣΔ ήταν ο πιο πιστός σύμμαχος του Κυπριακού λαού για ανεξαρτησία ενώ την ίδια στιγμή αυτός ο αγώνας υπονομεύονταν από τους δυτικούς συμμάχους της Ελλάδας και ιδίως από το ΝΑΤΟ και τους Αμερικανούς και Βρετανούς που στήριζαν την Τουρκία.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καραμανλής μεταπολιτευτικά προχώρησε και στην προσωρινή αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ήταν ακριβώς η περίοδος εκείνη όπου το ΠΑΣΟΚ υιοθετούσε τα συνθήματα του ΚΚΕ κατά της ΕΟΚ και κατά του ΝΑΤΟ και τα οποία έβρισκαν τουλάχιστον μεγάλη απήχηση μέσα στην κοινωνία, σε βαθμό που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πλειοψηφικά. Βεβαίως ο Καραμανλής δεν δίστασε ακόμα και τότε να απαντήσει στον Παπανδρέου μέσα στη βουλή ότι «η Ελλάς ανήκειν εις την Δύσιν».

Το 1991 ο Καραμανλής ως πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας πια, θα εκπλήξει πάρα πολλούς στην παράταξή του, τη ΝΔ, αποτιμώντας αρνητικά ως εξέλιξη την διάλυση της ΕΣΣΔ και την ήττα του σοσιαλιστικού στρατοπέδου παγκοσμίως, καθώς θα τονίσει ότι ο «καουμπόυς», δηλαδή οι ΗΠΑ θα μείνουν χωρίς αντίπαλο δέος και θα κάνουν ότι θέλουν στον κόσμο!

Πρόεδρος της δημοκρατίας και η σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ

Το ελληνικό κοινοβούλιο εξέλεξε τον Καραμανλή Πρόεδρο της Δημοκρατίας στα μέσα του 1980, θέση την οποία υπηρέτησε έως το 1985. Παραιτήθηκε πρόωρα, λίγους μήνες πριν τη λήξη της θητείας του, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά ότι το κόμμα του δε θα υποστήριζε την επανεκλογή του, αλλά θα πρότεινε τον Χρήστο Σαρτζετάκη για νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Καραμανλής τότε επέκρινε τη στάση αυτή του Παπανδρέου, αλλά η κυβέρνηση απαγόρευσε τη μετάδοση της δήλωσής του από την κρατική τηλεόραση.

Το 1989 και εν μέσω της πολιτικής κρίσης που περνούσε η χώρα είπε την περίφημη φράση: «η χώρα μετεβλήθη σε ένα απέραντο φρενοκομείο». Το 1990 επανεκλέχθηκε Πρόεδρος από την κυβερνητική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και υπηρέτησε μέχρι το 1995, όταν τον διαδέχθηκε στην Προεδρία ο Κωστής Στεφανόπουλος.

Το τέλος

Ο Καραμανλής αποσύρθηκε από την πολιτική το 1995, σε ηλικία 88 ετών, έχοντας κερδίσει 5 κοινοβουλευτικές εκλογές και έχοντας διατελέσει 8 έτη υπουργός, 14 έτη πρωθυπουργός, 10 έτη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και συνολικά περισσότερο από 60 έτη στην ενεργό πολιτική. Για τη μακροχρόνια υπηρεσία του στη δημοκρατία και την ευρωπαϊκή ενότητα, του απονεμήθηκε το 1978 το διάσημο βραβείο Καρλομάγνου.

Πέθανε μετά από σύντομη ασθένεια το 1998, σε ηλικία 91 ετών. Τα αρχεία του φυλάσσονται στο Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Καραμανλής».

Advertisements

Οι Αριστερές δράσεις δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s