Ομιλία του Πρωθυπουργού στη 2η συνάντηση των Αθηνών για τις Ευρωπαϊκές ΜμΕ

στις

Σας ευχαριστώ θερμά.

Ας ελπίσουμε ότι αυτός ο κλάδος ελιάς να έχει έναν ευρύτερο συμβολισμό στις μέρες τις κρίσιμες που διανύουμε. Ας συμβολίζει την ειρήνη, τη συνεννόηση και τη συνεργασία, τόσο των κοινωνικών δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας όσο, όμως, και όλων των πλευρών που συναπαρτίζουν αυτή την εύθραυστη γειτονιά στα νοτιανατολικά της Ευρώπης. Άρα, είναι χρήσιμο αυτό το δώρο και συμβολικό.

Και θέλω αγαπητέ Πρόεδρε να πω εισαγωγικά, πριν ξεκινήσω την τοποθέτησή μου, ότι η εισήγησή σου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα την αξιολογήσουμε τόσο σε ό,τι αφορά τις προτάσεις που καταθέσατε όσο, όμως, και σε ό,τι αφορά αυτή τη νέα έννοια που εισαγάγετε στον πολιτικό λόγο, στον διάλογο, και αφορά την έννοια της οικονομικής δημοκρατίας. Και θεωρώ ότι είναι χρήσιμοι οι προβληματισμοί σας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον συσχετισμό που κάνετε με τις παγκόσμιες εξελίξεις. Διότι η συρρίκνωση της δημοκρατίας, η διεύρυνση των ανισοτήτων, έχουν να κάνουν με αυτό που είπατε εισαγωγικά στην ομιλία σας, με τη συγκέντρωση του πλούτου σε τόσο λίγα χέρια, σε παγκόσμια κλίμακα. Και, βεβαίως, αυτό ήταν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά, διότι σε εποχές παγκοσμιοποίησης το είδαμε με στρεβλό τρόπο, βεβαίως, να αναπτύσσεται και στη χώρα, ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά και τις αιτίες της κρίσης τα χρόνια της ανάπτυξης.

Και θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι συνέτεινε και επιτάχυνε αυτή την πορεία το γεγονός ότι η πολιτική και η οικονομική ολιγαρχία στον τόπο πολύ συχνά είχαν σχέσεις διαπλοκής και ταύτισης.

Θέλω, λοιπόν, να σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμητική πρόσκληση να ανοίξω τις εργασίες αυτής της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας διεθνούς διάσκεψης και να υπογραμμίσω το γεγονός ότι η ΓΣΕΒΕΕ είναι ο πρώτος κοινωνικός φορέας στις εργασίες του οποίου συμμετέχω το κρίσιμο αυτό έτος, το 2018. Και αυτό, επιτρέψτε μου να σας πω, δεν συμβαίνει μονάχα για λόγους συμβολικούς, αλλά συμβαίνει και για λόγους ουσιαστικούς.

Το 2018 είναι, ίσως, το κρισιμότερο, θα τολμήσω να πω, το πιο κρίσιμο έτος για τη χώρα, που από το 2010 και μετά μπήκε σε αυτή την πρωτοφανή περιπέτεια. Είναι η χρονιά κατά την οποία τελειώνουμε τα προγράμματα στήριξης και την ασφυκτική επιτροπεία και μεταβαίνουμε στην επόμενη μέρα για τη χώρα.

Μια μέρα που όλοι ευελπιστούμε να είναι μέρα παραγωγής, δημιουργίας, βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης. Θα προσέθετα και οικονομικής δημοκρατίας.

Οι συνθήκες πιστεύω ότι έχουν πια διαμορφωθεί. Οφείλεται, βεβαίως, σε μια συστηματική προσπάθεια που έγινε όλο το προηγούμενο διάστημα. Τα δημόσια οικονομικά της  χώρας έχουν μπει σε τάξη. Οι δείκτες επιχειρηματικού κλίματος και οικονομικής εμπιστοσύνης ανακάμπτουν, μέρα με τη μέρα βλέπουμε να βελτιώνονται. Ενώ είναι ενθαρρυντικό ότι το 2017 το ισοζύγιο ανοίγματος – διαγραφών επιχειρήσεων είναι  θετικό με 6.000 περισσότερες συστάσεις από  διαγραφές.

Σύμφωνα, μάλιστα, με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σημειώσαμε θετικό ρυθμό ανάπτυξης για τέταρτο συνεχόμενο εξάμηνο και αυτό σημαίνει, κατά τους συμβατικούς ορισμούς όπως αυτοί είναι διεθνώς αποδεκτοί, ότι η ύφεση περιορίστηκε αισίως, μετά από 10 συνεχόμενα έτη. Διότι αυτό έχει να συμβεί, θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης για τέσσερα συνεχόμενα εξάμηνα, από το 2008.

Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια εύθραυστη και συγκυριακή ανάκαμψη, αλλά για μια σταδιακά ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Όλοι προβλέπουν, από τους εταίρους μας μέχρι τους έγκριτους διεθνείς αναλυτές, ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης αναμένεται από το 2018 και για τα επόμενα έτη, να υπερβαίνουν το 2%.

Άρα, αυτό που σήμερα πρέπει να μας απασχολήσει όλους, δεν είναι πια το πώς θα σταματήσουμε την καταστροφή, το πώς θα σταματήσουμε την κρίση, το πώς θα βγούμε από την καταιγίδα, αλλά είναι η επόμενη μέρα, η μέρα μετά την καταιγίδα.

Εμείς σε κάθε περίπτωση δουλεύουμε για αυτό, προετοιμαζόμαστε για την επόμενη μέρα, για το «μετά» την καταιγίδα, για το «μετά» της ελληνικής οικονομίας.

Σε όλες τις πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις μου απευθύνω κάλεσμα ειλικρινές προς όλες τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου για μια κοινή στράτευση, έναν ουσιαστικό και ειλικρινή διάλογο, να θέσουμε και να ιεραρχήσουμε τις προτεραιότητες της επόμενης μέρας, ώστε να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο.

Γιατί πιστεύω ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για τη δυναμική επιστροφή της χώρας στο προσκήνιο.

Για αυτό τον σκοπό τούτες τις μέρες, και με τη σημαντική βοήθεια των Περιφερειακών Αναπτυξιακών Συνεδρίων -όπου συνομιλούμε τόσο με τοπικούς όσο και παραγωγικούς φορείς σε περιφερειακό επίπεδο- τούτες τις μέρες, λοιπόν, εκπονούμε ένα συνεκτικό, μακρόπνοο αναπτυξιακό σχεδιασμό, κατάλληλο να επαναφέρει τη χώρα μας με αξιώσεις σε ένα ανταγωνιστικό παγκοσμιοποιημένο διεθνές περιβάλλον.

Με βάση τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, θέτουμε τις τοπικές και κλαδικές προτεραιότητες για τη δημιουργία μιας νέας παραγωγικής ταυτότητας για τη χώρα μας. Μιας ταυτότητας που πρέπει να τη χαρακτηρίζει η έμφαση στην εξωστρέφεια και στους διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς, στα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και κυρίως στην καινοτομία και το υψηλά εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο που διαθέτουμε.

Ξεκινώ, επομένως, από το δικό σας συνέδριο, από τη δική σας αυτή διάσκεψη, όχι μόνο ως ένδειξη αναγνώρισης του θεσμικού σας ρόλου, αλλά ακριβώς γιατί στο επίκεντρο αυτού του αναπτυξιακού σχεδίου που σκιαγράφησα παραπάνω, βρίσκεται, κατά την άποψή μας, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά από τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων είναι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Ενώ σε αυτές, την ίδια στιγμή, απασχολείται το μεγαλύτερο ποσοστό του εργατικού δυναμικού της χώρας.

Αντίστοιχη εικόνα συναντούμε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γι’ αυτό και πρέπει να ενισχύσουμε την εκπροσώπηση των Μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ε.Ε. και να δώσουμε φωνή στα αιτήματα τους. Και χαίρομαι που σήμερα συνάντησα εδώ εκπροσώπους οργανώσεων Μικρομεσαίων επιχειρήσεων από την Ευρώπη, που ήρθαν σ’ αυτή τη σημαντική διεθνή διάσκεψη.

Φίλες και φίλοι, είναι αλήθεια ότι πολλές φορές στον δημόσιο διάλογο υπερτονίζουμε τη σημασία των μεγάλων εμβληματικών επενδύσεων, είτε ξένων είτε εγχώριων. Και σε έναν βαθμό αυτό είναι θεμιτό, αφού στα χρόνια της κρίσης συνέβη μια τρομακτική αποεπένδυση στη χώρα μας, της τάξης του 70% και καταναλώθηκε παραγωγικό κεφάλαιο με σοβαρές συνέπειες για τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Αυτή η κατάσταση πιστεύω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να αναστραφεί άμεσα. Ωστόσο, αν οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι επενδύσεις -να το πω κάπως σχηματικά- δείχνουν το παραγωγικό βάθος μιας οικονομίας, οι Μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι αυτές που δίνουν έκταση και ζωτικότητα σε όλο το οικονομικό σύστημα.

Στον επενδυτικό τους προγραμματισμό, στις αποφάσεις τους για επέκταση, για νέες προσλήψεις και ούτω καθεξής, βασίζεται η ευρωστία, θα έλεγα, ολόκληρης της οικονομίας. Και δεν υπάρχει στον κόσμο αναπτυγμένη οικονομία που να μην έχει μια ακμάζουσα μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Η κρίση στη χώρα μας επαναπροσδιόρισε την έννοια, πιστεύω, και τον σκοπό της επιχειρηματικότητας. Κατέδειξε ότι βιώσιμη επιχειρηματικότητα σημαίνει ή πρέπει να σημαίνει και αίσθηση της κοινωνικής ευθύνης και επένδυση στην έρευνα και στο εργατικό δυναμικό και στήριξη των αναγκών των τοπικών κοινωνιών, σε αντιδιαστολή, θα έλεγα, προς τον παρασιτικό και κοντόφθαλμο χαρακτήρα των διάφορων επιχειρηματικών πρακτικών, που έπνιγαν την παραγωγική δραστηριότητα του τόπου μας τα προηγούμενα χρόνια.

Φίλες και φίλοι,  η ανάπτυξη είναι μια σύνθετη και πολυπαραγοντική έννοια. Σας θυμίζω ότι τα χρόνια εκείνα που δημιουργήθηκαν οι αιτίες της κρίσης και μας οδήγησαν στην χρεωκοπία τα τελευταία χρόνια, είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στον τόπο.

Θέλω, λοιπόν, να παρατηρήσω θετικά, ότι αυτή τη σύνθετη προσέγγιση για την έννοια της ανάπτυξης, την παρατηρεί κανείς, την εντοπίζει τόσο σε όσα εισηγήθηκε πριν ο πρόεδρός σας όσο και στις επιμέρους θεματικές του συνεδρίου σας.

Και μιλώ για μια νέα ολιστική προσέγγιση. Και υπ’ αυτή την έννοια, επιτρέψτε μου να συνεισφέρω κι εγώ ορισμένες σκέψεις στη σημερινή συζήτηση. Και νομίζω ότι θα γίνω πιο κατανοητός αν αντιπαραβάλλω την έννοια της ολιστικής ανάπτυξης με την απλουστευτική και ξεπερασμένη από τη διεθνή πραγματικότητα θέση, την οποία δυστυχώς αναπαράγει διαρκώς στη χώρα μας η αντιπολίτευση, ότι τα πάντα είναι ζήτημα φορολογίας και φορολογικών συντελεστών.

Θα έλεγα μακάρι να ήταν έτσι. Όμως, επιτρέψτε μου να πω ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ότι, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις.

Μπαίνω επομένως κατευθείαν στην ουσία και στην παρουσίαση της δικής μας εκτίμησης, της δικής μας συνολικής πολιτικής για τις Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όχι αποφεύγοντας, αλλά ξεκινώντας ακριβώς απ’ αυτό το φλέγον θέμα, το φλέγον ζήτημα της φορολογίας.

Θέλω, λοιπόν, χωρίς περιστροφές να αναγνωρίσω ενώπιον σας ότι πράγματι η φορολογία σήμερα στη χώρα είναι εξαιρετικά υψηλή για τις επιχειρήσεις και ειδικά για τις μικρομεσαίες. Και ότι δεν μπορεί παρά να αποτελεί στόχο, αλλά και δέσμευση να προχωρήσουμε στη μείωση της, με τρόπο δίκαιο, αλλά και με τρόπο στοχευμένο, ώστε να είναι και εφικτός ο τρόπος, αλλά και αποτελεσματικός.

Ωστόσο, θέλω να σας πω ότι η μείωση της υπακούει σε μια ιστορική πραγματικότητα και δεν αποτελεί μονάχα ζήτημα πολιτικής βούλησης. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός επί σειρά ετών -και κάποιοι έχουν την ευθύνη γι’ αυτό, με την ευθύνη εγώ θα έλεγα, γιατί δεν θέλω να μασάω τα λόγια μου, αυτών που σήμερα εμφανίζονται ως οι κατέχοντες αυτή τη μαγική φόρμουλα και ως οι αυτοαποκαλούμενοι φωστήρες της Ανάπτυξης- ο δημοσιονομικός, όμως, εκτροχιασμός που συνέβη τα χρόνια που είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, υποχρέωσε τη χώρα στην εξυπηρέτηση ενός πρωτοφανώς διογκωμένου δημόσιου χρέους. Μια δέσμευση που αφορά όχι το σήμερα, αλλά τις επόμενες δεκαετίες. Και υποχρεώνει, προφανώς, και τη σημερινή και τις επόμενες κυβερνήσεις, αυτή η αμέλεια, αυτή η αστοχία υποχρεώνει να έχουν ως προτεραιότητα  την αντιμετώπιση και την απομείωση αυτού του πρωτοφανώς διογκωμένου δημόσιου χρέους.

Σε ό,τι μας αφορά, στα τρία χρόνια που έχουμε αναλάβει τη διακυβέρνηση, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, προτεραιότητά μας, θέλοντας και μη, ήταν να εξισορροπήσουμε αυτή την κατάσταση. Και πλέον είμαστε ευτυχείς ότι είμαστε σε θέση πρώτα από όλα να ελέγχουμε τις δαπάνες του κράτους και ταυτόχρονα, να κάνουμε ουσιαστικά βήματα για την πάταξη της φοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου, των αδήλωτων εισοδημάτων, την πάταξη του οργίου της σπατάλης στα συστήματα προμηθειών του δημοσίου, βελτιώνοντας παράλληλα και τον φορολογικό μηχανισμό.

Και παράλληλα, προσωπικά αισθάνομαι ευτυχής, γιατί μέσα από αυτή τη δύσκολη πορεία καταφέραμε να πείσουμε τους εταίρους μας, οι οποίοι υπήρξαν ιδιαίτερα δύσπιστοι και καχύποπτοι απέναντι σε όλες τις τελευταίες κυβερνήσεις στη χώρα, ότι δικαιούται ο ελληνικός λαός- και οφείλουν αυτοί απέναντι στις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός προκειμένου να διατηρηθεί η συνοχή και η ενότητα του ευρωπαϊκού χώρου- τους πείσαμε να προχωρήσουμε σε μέτρα εξασφάλισης της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, με τρόπο που να μην υπονομεύει άλλο την ανάπτυξη και αυτό σημαίνει ότι η φορολογία πρέπει να κατεβεί σταδιακά σε βιώσιμα επίπεδα και για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

Η ρύθμιση του χρέους που επίκειται το προσεχές διάστημα, σας διαβεβαιώνω ότι θα λάβει πάρα πολύ σοβαρά αυτή την παράμετρο. Και φυσικά ήδη στο μεσοπρόθεσμο που έχουμε ψηφίσει προβλέπεται μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις από το 29% στο 26%.

Ενώ στον καινούριο αναπτυξιακό νόμο προβλέπουμε σημαντικά φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία και ήδη αρκετές επιχειρήσεις επωφελούνται από αυτό.

Θέλω, όμως, να είμαι απόλυτα σαφής απέναντί σας: Αποτελεί ωμή και συνειδητή παραπλάνηση να ισχυρίζεται κανείς σήμερα, ιδιαίτερα απέναντι σε εσάς, που έχετε υποστεί τα μεγαλύτερα και τα πιο άδικα βάρη όλα αυτά τα χρόνια, ότι μπορεί σε μια μέρα να εξαλείψει μεμιάς όλα τα φορολογικά βάρη. Ότι είναι θέμα βούλησης και μάλιστα θέμα βούλησης πέρα και έξω από τους αντικειμενικούς περιορισμούς που σας προανέφερα, τους οποίους η χώρα τους κουβαλάει. Και δεν τους κουβαλάει επειδή κάποιοι κακοί το επέβαλαν, τους κουβαλάει επειδή κάποιοι αλόγιστα έπραξαν τα χρόνια της ανάπτυξης. Και, βεβαίως, γιατί κάποιοι αλόγιστα, ίσως σε συνεργασία με τους εταίρους μας, δεν δώσανε στον χρόνο που έπρεπε τις ορθές απαντήσεις και εκτίναξαν το χρέος μέσα σε λίγους μήνες από το 120% στο 180% του ΑΕΠ.

Η σταδιακή μείωση της φορολογίας, λοιπόν, είναι αναμφίβολα αναγκαία προϋπόθεση για την επόμενη μέρα. Απαιτεί όμως συγκεκριμένα βήματα.

Αυτό λοιπόν που θέλω σήμερα εγώ ενώπιον σας να πω και να δεσμευτώ, δεν είναι μαγικές λύσεις, αλλά ότι υπάρχει πλέον ο οδικός χάρτης για την αποκλιμάκωση της φορολογικής επιβάρυνσης. Θα επιτευχθεί και θα είναι εξ ολοκλήρου αποτέλεσμα, επαναλαμβάνω όχι μαγικών, αλλά μιας στοχευμένης και καλά σχεδιασμένης δουλειάς. Αποτέλεσμα, θα έλεγα, των κόπων του ελληνικού λαού, που επιτέλους αρχίζουν να πιάνουν τόπο.

Γιατί αν το ζήτημα της ανάπτυξης, φίλες και φίλοι, ήταν απλώς θέμα φορολογίας θα εμφανιζόταν ως παράδοξο γεγονός ότι σήμερα, χώρες με υψηλή φορολογία στην Ε.Ε. και έξω από αυτήν, είναι πρώτες σε προσέλκυση επενδύσεων, σε σύγχρονους τομείς υψηλής παραγωγικότητας.

Όπως προανέφερα, όμως, η ανάπτυξη επικαθορίζεται από μια σειρά παραγόντων. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε αυτούς: η διασφάλιση των κανόνων ανταγωνισμού, η μείωση της γραφειοκρατίας και ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, το επιχειρηματικό κλίμα και το αδειοδοτικό καθεστώς, η ρευστότητα και τα χρηματοδοτικά εργαλεία, ο πτωχευτικός κώδικας και οι δυνατότητες που μπορούν να δοθούν για ρυθμίσεις χρεών και εισφορών, το ενεργειακό κόστος, το επίπεδο της εκπαίδευσης- σε συνδυασμό με τα κίνητρα για έρευνα και καινοτομία, καθώς και η δυνατότητα συνεργατικών σχημάτων. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι εξίσου, ίσως και συνδυαστικά περισσότερο, καθοριστικοί για την προοπτική της ανάπτυξης.

Και σε αυτούς τους παράγοντες θα ήθελα να σταθώ λίγο πιο συγκεκριμένα, ώστε να αναδείξω κάποιες από τις σημαντικές, κατά τη γνώμη μου, μεταρρυθμιστικές μας προσπάθειες. Αρχικά είναι ο αναπτυξιακός νόμος, που πιστεύουμε, φιλοδοξούμε να αποτελέσει και τον καταλύτη στη διαδικασία παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Το νέο θεσμικό πλαίσιο, με μία σειρά παρεμβάσεων, συντονίζει τα κίνητρα με τις αναπτυξιακές προτεραιότητες σε κλάδους, όπως είναι η αγροτοδιατροφική παραγωγή και η μεταποίηση, ο τουρισμός και ο πολιτισμός, η έρευνα και  οι μεταφορές, ενώ ευνοεί τα επιχειρηματικά σχέδια έντασης γνώσης και εξειδικευμένους κλάδους εντάσεως εργασίας για την παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, ξεκινούν το επόμενο διάστημα, δυο νέα προγράμματα του αναπτυξιακού νόμου, συνολικού ύψους 300 εκατ.€: Πρόκειται για το «Συνέργειες και Δικτυώσεις» και το «Ενισχύσεις Καινοτομικού Χαρακτήρα των ΜμΕ».

Όπως προκύπτει από τα ευρωπαϊκά δεδομένα, οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν υστερούν σε παραγωγικότητα και παραγωγή καινοτομίας ως προς τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές, ιδίως όταν επιλέγουν να συνεργαστούν μέσω μεγαλύτερων σχημάτων. Οι οικονομικές συνεργασίες, οι ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας και η δημιουργία επιχειρηματικών συστάδων, γνωστά και ως clusters, επιτρέπουν την επίτευξη της κρίσιμης μάζας σε επίπεδο μεγέθους για την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας, τα οποία με τη σειρά τους, βεβαίως προωθούν την εξωστρέφεια, προωθούν την ευκολότερη πρόσβαση σε δανειακές πηγές, την αύξηση της παραγωγικότητας και κατ’ επέκταση και της ανταγωνιστικότητας. Επίσης, μειώνουν την εξάρτηση από τις διακυμάνσεις της εσωτερικής ζήτησης και του οικονομικού κύκλου.

Επομένως, ειδική στόχευση του αναπτυξιακού νόμου είναι να καλλιεργήσει την κουλτούρα της συνεργασίας και να υποβοηθήσει σε αυτή την κατεύθυνση τη δικτύωση, τη διασυνδεσιμότητα και τις επιχειρηματικές συνέργειες, δια μέσω της φορολογικής απαλλαγής, της επιχορήγησης, της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης.

Καθιστούμε, συνεπώς, τη δομή της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας από παράγοντα υστέρησης, σε ευκαιρία και σε πλεονέκτημα στην κατάκτηση νέων αγορών. Συνεπώς, απαντώντας και στο θέμα που έθεσε ευστόχως ο Πρόεδρός σας, ότι υπάρχει ένας οικονομικός δαρβινισμός και η λογική ότι ο μικρός δεν πρέπει να υπάρχει, η απάντηση σε αυτό, κατά την άποψή μου,  δεν μπορεί να είναι η καταγγελία της πραγματικότητας, την οποία ζούμε σε παγκόσμια κλίμακα ή της παγκοσμιοποίησης, αλλά οι εύστοχες και εύστροφες πρωτοβουλίες, που μπορεί να δημιουργήσουν τη δυνατότητα επιβίωσης και των μικρών  και ακόμη περισσότερο να ανταγωνιστούν τους μεγαλύτερους μέσα από σχήματα συνεργασίας.

Τώρα, επιτρέψτε μου να έρθω στο κορυφαίο ζήτημα της χρηματοδότησης. Ξέρετε ότι έχει γίνει μια πολύ μεγάλη προσπάθεια στη χώρα τα τελευταία χρόνια για τη μεγαλύτερη δυνατή απορροφητικότητα των κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είμαστε ευτυχείς που καταλάβαμε την πρώτη θέση στην απορροφητικότητα των κονδυλίων, που αφορούσαν το πρόγραμμα ΕΣΠΑ 2007-2013 και ήμασταν  πάλι πρώτοι στην ενεργοποίηση του νέου ΕΣΠΑ 2014-2020.

Δημιουργήσαμε νέα στοχευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το ΤΕΠΙΧ 2, το equifund, το νέο εξοικονομώ κατ’ οίκον κ.α., τα οποία μέσω μόχλευσης μπορούν σήμερα να κινητοποιήσουν πόρους ύψους σχεδόν 3 δις.€.

Το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα – Επιχειρηματικότητα – Καινοτομία 2014-2020» θα ενισχύσει χρηματοδοτικά με 4,7 δις.€ υφιστάμενες και νέες επιχειρήσεις και θα προωθήσει τη συνεργασία με ερευνητικούς φορείς, καθώς και την κατάρτιση των εργαζομένων στις νέες δεξιότητες που χρειάζονται.

Για πρώτη φορά, επίσης, δημιουργούμε το θεσμικό πλαίσιο για μια πάρα πολύ σημαντική παρέμβαση που αφορά τη δυνατότητα μικροπιστώσεων σε πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Προχωρούμε, λοιπόν, στη χρηματοδότηση και την ενίσχυση 100.000 πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες θα έχουν εύκολη πρόσβαση σε κεφάλαια έως 15.000 € η κάθε μία και αυτό, προκειμένου να τους δώσουμε την ώθηση, τη δυνατότητα να κάνουν τα πρώτα τους βήματα ή προκειμένου να καταφέρουν να βελτιώσουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

Ταυτόχρονα -και συμπληρωματικά με τους πόρους του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ- αναπτύξαμε μια πολύ στενή και πολύ παραγωγική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Και θέλω και δημόσια να εκφράσω τις ευχαριστίες μου γι’ αυτό προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και τα στελέχη της.

Το 2016 και το 2017 συμφωνήθηκαν με την Τράπεζα προγράμματα και έργα ύψους 5 δισ.€, ποσό που αποτελεί ρεκόρ για την τελευταία δεκαετία. Οι συμφωνίες αυτές έφεραν επιπλέον 2 δισ.€ εκταμιεύσεις στην ελληνική οικονομία μέσα στο 2017. Για τα επόμενα τρία χρόνια έχουμε δρομολογήσει συμφωνίες με την Τράπεζα για έργα ύψους 7 δισ.€. που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ίδιας της ΕΤΕπ, μπορούν να προκαλέσουν νέες επενδύσεις για την ελληνική οικονομία άνω των 20 δισ.€.

Επίσης, να μην το παραλείψω, προχωράμε, επιτέλους, στην ίδρυση  Αναπτυξιακής Τράπεζας που έχει ανάγκη η χώρα. Άκουσα την πρότασή σας για Ταμείο, εδώ είμαστε να κουβεντιάσουμε. Σημασία έχει να μπορεί να επιτελεί τον ίδιο ρόλο και τον ίδιο σκοπό, να ενισχύει αυτούς που έχουν ανάγκη, κυρίως τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Μέσα στο έτος, λοιπόν, προχωρούμε στην ίδρυση, έχουμε ήδη προχωρήσει στο σχεδιασμό και στις τεχνικές προδιαγραφές, ώστε μέσα στο καλοκαίρι να έχουμε έτοιμο και το νομοθετικό πλαίσιο προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων.

Τέλος, να μη παραλείψουμε και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες στην αξιοποίηση του λεγόμενου σχεδίου Γιούνκερ, έχοντας μέχρι στιγμής συμβασιοποιήσει έργα ύψους 3,7 δισ.€ για σημαντικές υποδομές, αλλά και για τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Επιτρέψτε μου τώρα να έρθω στο εσωτερικό και να αναφερθώ  στο τραπεζικό μας σύστημα, το οποίο ανακτά σταδιακά την ευστάθειά του και είναι έτοιμο, πιστεύω, να συμβάλει ξανά στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Με τη  δραστική παρέμβαση του εξωδικαστικού συμβιβασμού, λύνουμε έναν γόρδιο δεσμό, τον γόρδιο δεσμό της υπερχρέωσης των επιχειρήσεων, ενώ προχωρούμε σε διορθωτικές αλλαγές, προκειμένου να επιταχυνθούν οι διαδικασίες και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου εργαλείου.

Με πρόσφατη ρύθμιση μπορούν, πλέον, να υπαχθούν στο καθεστώς της ρύθμισης των 120 δόσεων  προς το Δημόσιο και τα Ταμεία, επιχειρήσεις με χρέη κάτω των 20.000 €, πράγμα που φαντάζομαι ότι σας αφορά άμεσα.

Θέλω να σημειώσω εδώ ότι η συμμετοχή του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ στο πανευρωπαϊκό δίκτυο για την υποστήριξη και την έγκαιρη ειδοποίηση των επιχειρήσεων που θα βρεθούν ή βρίσκονται σε δυσχερή θέση, early warning όπως είναι γνωστή εν συντομία, θα δημιουργήσει μια πολύτιμη ροή πληροφοριών ανάμεσα στη κεντρική διοίκηση και τις επιχειρήσεις για την περαιτέρω βελτίωση του πτωχευτικού κώδικα, του εξωδικαστικού συμβιβασμού, αλλά και αντίστοιχων μελλοντικών παρεμβάσεων. Και είναι θεωρώ μια διαδικασία προς μίμηση για το γενικότερο σχεδιασμό δράσεων πολιτικής σε τομείς όπου υπάρχει έλλειψη δεδομένων.

Καταρτίσαμε τον κώδικα δεοντολογίας ηλεκτρονικού εμπορίου με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και κωδικοποιήσαμε την καταναλωτική νομοθεσία, ούτως ώστε να είναι ολοκληρωμένη, σαφής και εύχρηστη.

Προχωρήσαμε τον νέο νόμο για την προσέλκυση επενδυτών σε νεοφυείς επιχειρήσεις,  καθώς και  το νομοσχέδιο για την ταχεία αδειοδότηση των στρατηγικών επενδύσεων.

Να προσθέσω εδώ και την εξέταση όλων των κλάδων της οικονομίας για την άρση των εμποδίων στον ανταγωνισμό και τα μέτρα για τη μείωση της γραφειοκρατίας με απλούστευση των αδειοδοτήσεων, καθώς και με τη δυνατότητα ηλεκτρονικής γνωστοποίησης έναρξης λειτουργίας μιας επιχείρησης μέσω του notify business.  Ήδη, περισσότερες από 11.000 επιχειρήσεις έχουν επωφεληθεί από αυτό το νέο σύστημα αδειοδότησης.

Tους επόμενους μήνες, η Ελλάδα θα καταστεί μία από τις πρώτες χώρες παγκοσμίως, όπου η σύσταση των επιχειρήσεων θα έχει καταστεί μία πλήρως ψηφιοποιημένη διαδικασία μέσω των «υπηρεσιών μια στάσης» –one stop shops- οι οποίες αναβαθμίζονται και γίνονται πλήρως ηλεκτρονικές.

Και επίσης, αξίζει να αναφέρω την εισαγωγή των ηλεκτρονικών συναλλαγών ως ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, σημαντικό μέτρο εξοικονόμησης χρόνου και αύξησης της αποδοτικότητας όλου του οικονομικού συστήματος.

Τέλος, προωθούμε, τη σύζευξη της έρευνας με την παραγωγή. Τα πανεπιστήμιά μας μπορούν να παράγουν γνώση, καινοτομία και αξία και να εδραιώσουν τη χώρα μας στις πρώτες θέσεις των αναπτυγμένων οικονομιών στον παγκοσμιοποιημένο ανταγωνισμό της νέας οικονομίας της γνώσης. Πιστεύω ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ένα από τα πιο σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που διαθέτουμε. Είναι ένας πλούτος, πολύτιμος πλούτος και πρέπει να ενισχυθεί. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να υποχωρήσουμε σε ένα παρωχημένο μοντέλο ανάπτυξης που οδηγεί στην απαξίωση της ανθρώπινης εργασίας, καθώς και στο ρόλο της εργασίας στην αναπτυξιακή διαδικασία. Μόνο με την επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και με την επένδυση στη γνώση, μπορούμε να καταφέρουμε να αντιστρέψουμε και έναν εξαιρετικά αρνητικό δείκτη που αναδείχθηκε τα χρόνια της κρίσης, η διαρροή υψηλά εξειδικευμένου μορφωμένου δυναμικού, το λεγόμενο brain drain και να αυξήσουμε το εθνικό προϊόν και τη συμβολή της εργασίας, την παραγωγικότητα της εργασίας και τελικά και το επίπεδο των μισθών. Γιατί πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι η μείωση της ανεργίας είναι ο ένας στόχος, αλλά και οι αξιοπρεπείς μισθοί πρέπει να είναι ο άλλος στόχος ως αποτέλεσμα της δίκαιης ανάπτυξης και της δίκαιης μοιρασιάς του πλούτου που παράγεται.

Φίλες και φίλοι θέλω να κλείσω. Ήθελα η παρουσία μου εδώ, όπως καταλάβατε, να μην είναι εθιμοτυπική. Είπε ο Πρόεδρός σας ότι είναι η πρώτη φορά που έρχεται Πρωθυπουργός στις εργασίες σας. Δεν αρκεί, όμως, αυτό. Σημασία έχει και να μπορέσουμε να αποκτήσουμε έναν κώδικα επικοινωνίας. Να συνεννοηθούμε. Όχι να συμφωνήσουμε σε όλα. Να συνεννοηθούμε όμως. Να διαπιστώσουμε τα αυτονόητα, αλλά να μην ανταλλάξουμε ευχολόγια για άλλη μια φορά, να μην μένουμε να παρακολουθούμε τις εξελίξεις να μας προσπερνούν. Γιατί πιστεύω βαθιά ότι σήμερα δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια.

Η κρίση πίεσε, συμπίεσε την κοινωνία και τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, ιδιαίτερα τις πιο ευάλωτες και τις οδήγησε στα όρια τους. Αντέξαμε, όμως. Και θα έλεγα απευθυνόμενος σε εσάς, αντέξατε όμως. Αντέξατε και αντέξαμε και σήμερα υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ένα νέο ξεκίνημα. Η ελληνική μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, παρά την κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης και το χάσμα στο κόστος δανεισμού ανάμεσα στο βορρά και τον ευρωπαϊκό νότο, έδειξε αξιοσημείωτη αντοχή. Δεν εγκατέλειψε την κοινωνική της αναφορά και σήμερα πιστεύω ότι είναι έτοιμη να συμβάλει, όχι ως κομπάρσος, αλλά ως πρωτεργάτης, στην εθνική προσπάθεια να κερδίσουμε όλοι μαζί το στοίχημα της ανάπτυξης και της απασχόλησης, το στοίχημα δηλαδή για το μέλλον αυτού του τόπου. Μόνο που αυτό το μέλλον πρέπει αυτή τη φορά να το σχεδιάσουμε σε στέρεες βάσεις.

Εγώ προσωπικά, και όλη η κυβέρνηση, δεν είμαι εδώ μόνο σήμερα, αλλά θα είμαστε εδώ για να έχουμε έναν ουσιαστικό, διαρκή, ανοιχτό και ειλικρινή διάλογο και να αντιμετωπίσουμε, πιστεύω, αποφασιστικά και αποτελεσματικά τις προκλήσεις που είναι ακόμα μπροστά μας. Είναι κρίσιμες, είναι σημαντικές. Πρέπει, όμως, να αισθανθούμε ότι όλοι μας είμαστε σύμμαχοι, είμαστε στο ίδιο σκάφος. Αυτό το σκάφος, όχι μόνο πρέπει να ξεπεράσει τις φουρτούνες, αλλά πρέπει να πλεύσει προς τα μπρος. Και για να πλεύσει προς τα μπρος, χρειάζονται οι προσπάθειες και η συνεργασία όλων μας.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Advertisements

Οι Αριστερές δράσεις δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s