5 Φεβρουαρίου 1919:Γεννιέται ο Ανδρέας Παπανδρέου

στις

Σήμερα συμπληρώνονται 98 χρόνια από τη γέννηση του ανθρώπου που έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας μας. Είναι ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ που επί 40 χρόνια έπαιξε τον δικό του ρόλο στα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας. Σε μια ιστορία όμως υπάρχουν και μαύρες και λευκές σελίδες, οπότε ας δούμε τα γεγονότα από την αρχή.

Ο Ανδρέας γεννήθηκε στη Χίο την 5η φεβρουαρίου του 1919, εκείνη την εποχή ο πατέρας του, ο γέρος της δημοκρατίας, ήταν εκείνη την εποχή διορισμένος, από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, στη θέση του Γενικού Διοικητή Αιγαίου, που έδρευε στην νήσο της Χίου. Η μητέρα του Ανδρέα ήταν η Σοφία Μινέικο, κόρη Πολωνού αριστοκράτη και στρατιωτικού μηχανικού. Μιλάμε για τον Ζίγκμουντ Μινέικο, ο οποίος πήρε την ελληνική υπηκοότητα, ερχόμενος να ζήσει στην Ελλάδα. Ο Ζίγκμουντ συμμετείχε στην μεγάλη Πολωνική εξέγερση εναντίον του Τσάρου το 1863, όπου καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που τελικά μετεράπη σε 12ετή εξορία στη Σιβηρία.

ZMineyko.jpg

Ο Μινέικο όμως κατάφερε να δραπετεύσει από τη Σιβηρία και ταξίδεψε στην Ευρώπη, όπου εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. Εκεί είχε την ευκαιρία να σπουδάσει μηχανικός στη Γαλλική Σχολή Πολέμου. Στη συνέχεια επισκέφτηκε την Ελλάδα, την οποία και αγάπησε αμέσως. Το 1880 παντρεύτηκε την ελληνίδα Περσεφόνη Μανάρη, με την οποία έζησαν στην Πάτρα και στην Αθήνα.

Διορίστηκε αρχιμηχανικός στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων και είχε κρίσιμο ρόλο στην κατασκευή σιδηροδρόμων, γεφύρων και καναλιών ανά την Ελλάδα. Αργότερα έγινε επικεφαλής Τοπογραφίας του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) και ήταν από τους υπευθύνους της αποκατάστασης του Παναθηναϊκού Σταδίου (Καλλιμάρμαρου) για τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896.

Ο Ζίγκμουντ Μινέικο πέθανε το Δεκέμβριο του 1925. Του είχε απονεμηθεί η ελληνική υπηκοότητα από την Βουλή των Ελλήνων, και το 1913 ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον τίμησε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος για τη συνεισφορά του στους Βαλκανικούς Πολέμους.

Ο Γεώργιος όμως Παπανδρέου στη συνέχεια έγινε υπουργός και μετέπειτα ως γνωστόν πρωθυπουργός. Έτσι ο Ανδρέας ενώ γεννήθηκε στη Χίο, ουσιαστικά μεγάλωσε στην Αθήνα. Εκεί φοίτησε στο κολλέγιο Αθηνών, όπου γνώρισε τους συμμαθητές του που τον μυήσαν στον Μαρξισμό. Ήταν ο Πέτρος Σιφναίος, η Πάρι Κωνσταντινίδη, ο Γεώργιος Σκιαδαρέσης, ο εργολάβος, και ο Λεωνίδας Αδάμ. Με τους τελευταίους τρεις θα δημιουργήσει, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, το 1934, το Μαρξιστικό περιοδικό «Ξεκίνημα», όπου και δημοσίευσε πολλά άρθρα για το Σοσιαλισμό. Κάθε τεύχος του περιοδικού είχε στην προμετωπίδα του τους στίχους του Κωστή Παλαμά «Δουλέψτε τον ξανά τον κόσμο στη φωτιά!».

Η «Εστία», η πιο σημαντική τότε εφημερίδα της Δεξιάς παράταξης, αντέδρασε για αυτή τη στάση του νεαρού Ανδρέα και απαίτησε τον εξοβελισμό του από την ελληνική κοινωνία γιατί «θα καθίστατο επικίνδυνος για τη χώρα». Το Υπουργείο Παιδείας – στο οποίο δύο χρόνια νωρίτερα Υπουργός ήταν ο πατέρας του – διέταξε ανακρίσεις και οι «παρεκτραπέντες» μαθητές τιμωρήθηκαν με διαγωγή «επίμεμπτο» στο ενδεικτικό τους. Εκείνα όμως τα χρόνια ήρθε σε επαφή με τρεις σημαντικές μορφές του μεταγενέστερου Τροτσκιστικού κινήματος, ήταν ο Παντελής Πουλιόπουλος, που είχε διατελέσει και πρώτος ΓΓ του τότε νεαρού ΚΚΕ, ήταν ο Μιχάλης Ράπτης, ο Πάμπλο, που αργότερα έγινε γραμματέας του διεθνούς κινήματος της 4ης Διεθνούς και ο Πλάτωνας Δρακούλης, πρωτοπόρος του Σοσιαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα.

Οι σπουδές στη νομική και η φυγή προς την Αμερική

Το 1937 ο Ανδρέας εισήλθε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά το 1939, μετά τη σύλληψή του από το καθεστώς Μεταξά, αναχώρησε για τις ΗΠΑ, όπου συνέχισε τις σπουδές του. Για να πάει όμως εκεί μετά από ένα χαστούκι από τον περίφημο Μανιαδάκη, έκανε δήλωση μετανοίας και μάλιστα πρόδωσε και τους συντρόφους του στον περίφημο βασανιστή της δικτατορίας του Μεταξά.

ιδού και η δήλωση μετανοίας του

Δήλωσις

Ο υπογεγραμμένος Ανδρέας Παπανδρέου του Γεωργίου γεννηθείς εις Χίο και κατοικών εις Αθήνας, φοιτητής Νομικής, ετών 20, δηλώνω ότι:

Το έτος 1933, όταν ήμουν μαθητής του Κολεγίου εις την Τρίτην τάξιν του Γυμνασίου μου δόθηκε ευκαιρία κατόπιν μιας διαλέξεως γενομένης υπό ενός συμμαθητού μου υπέρ του φασισμού να μιλήσω δια τον αντίποδα του τον κομμουνισμό. Τούτο έκανα εμφορούμενος από δημοκρατικές αντιλήψεις επιχείρησα δε να κάνω μια αντικειμενική ανάπτυξη του συστήματος τούτου. Εκ της γενομένης μελέτης άρχισα να κατακτώμαι υπό των αντιλήψεων τούτων περί το τέλος του έτους 1933 και τις αρχές του 1934 είχα πλέον πλήρω πιστέψει.

Κατά τις αρχές του 1934 εξέδωσα υπό τον τίτλο το ‘Ξεκίνημα’ κομμουνιστικό περιοδικό εις το οποίο ανέπτυσσα το κομμουνιστικό Μανιφέστο. Εξέδωσα δυο φύλλα του περιοδικού τούτου των τε πολιτείαις και των Σχολείων επιβάντων. Το Κολέγιο κάτεσχε τα εναπομείναντα φύλλα και το Κράτος με απάλλαξε λόγω επιπολαιότητας. Μετ’ ολίγο χρονικό διάστημα κατά το έτος 1935 εξέδωσα πολυγραφημένη προκήρυξη υπέρ της Δημοκρατίας δεν μπόρεσα όμως να την διανείμω διότι το Κολέγιο την κατέσχε απείλησαν με την ποινή της αποβολής, από τότε μέχρι το τέλος του 1936 δεν σημείωσα δράση κομμουνιστική μου δόθηκε όμως η ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τα του κομμουνισμού και να καταλήξω στην αντίληψη ότι η τρίτη διεθνής δεν εξυπηρετεί την ιδέαν αλλά ότι η 4 διεθνής αντιθέτως επιτελεί πράγματι τούτο.

Περί των αρχών του 1937 γνωρίστηκα στη φοιτητική λέσχη με κάποιον Γρηγορίου φοιτητή που ανήκε σε μια οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδος, ανέλαβε δε να με κατατοπίσει πληρέστερα για τη 4η Διεθνή. Κατά την εποχή αυτή αναγίγνωσκα το ‘Προλετάριο’ και συνεισέφερα στην ταξική αλληλεγγύη. Ο Γρηγορίου επρόκειτο να αποχωρήσει στο εξωτερικό περί το τέλος του 1937 με συνέστησε σε κάποιο Αριστογείτονα που αργότερα από τη σύλληψη του έμαθα ότι ήταν ο Δημοσθένης Βουρζούκης.

Εκτός των άλλων ο Βουρζούκης ανέλαβε να με μορφώσει πληρέστερα. Γνωρίστηκα επίσης με ένα δάσκαλο ονόματι Επαμεινώνδα Γιαννακό. Ο Γιαννακός με έβαλε και αυτός στην τεταρτοδιεθνιστική Πολιτική. Συνεχίσαμε κατ’ αυτό τον τρόπο μέχρι του Σεπτεμβρίου του 1937 οπότε υπέπεσε στη αντίληψη του Πατρός μου ότι είχα εις την κατοχή μου το Προλεταριάτο και κατόπιν των γενομένων παρατηρήσεων από αυτόν αναγκάστηκα να αποσυρθώ.

Όμως η απόσυρση δεν ήταν οριστική στις αρχές του καλοκαιριού του 1930 εισήχθηκα στην κλινική του Ασημακοπούλου όπου και μου έγινε εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Μετά το τέλος της εγχείρησης και ενώ βρισκόμουν στην κλινική ανέγνωσα στο Ελεύθερο Βήμα την σύλληψη των ανθρώπων τους οποίους είχα γνωρίσει, αποφάσισα δε να αναμειχθώ και πάλι στη κομμουνιστική κίνηση. Άρχισα τότε χωρίς να έχω οποιαδήποτε σύνδεση με την οργάνωση την προσπάθεια του να κατακτήσω και άλλους στις αντιλήψεις μου. Την τοιαύτη προσπάθεια επιχείρησα το πρώτο εις τον κύκλο των αμέσων φίλων μου.

Εκμεταλλευόμενος τον εξαιρετικό σύνδεσμο τους με εμένα επιχειρούσα να επηρεάσω αυτούς. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι συνάντησα τις συστηματικές αντιδράσεις τους, πολλές φορές δε βρέθηκα αντιμέτωπος προσπαθειών των να με απομακρύνουν σε συνεργασία με την οικογένεια μου από τις ιδέες αυτές. Εις τον κύκλο των άμεσων φίλων μου ανήκαν οι κύριοι Κύρκος Κύρκος, Καστοριάδης Κορνήλιος, Κοντογιάννης Ιωάννης, Καράμπελας Χρήστος, Βαλκας Χρήστος. Ενώ ευρισκόμουν χωρίς οποιαδήποτε επαφή έλαβα περί τον Δεκέμβριο του 1933 τηλεφώνημα επί του οποίου με καλούσε για συνάντηση συνωμοτικό πρόσωπο το οποίο μου επέτρεψε να γνωρίσω ότι είχε σχέση με την κίνηση αυτή. Κατέβηκα πράγματι εις το καθορισμένο όπως δέον και συνάντησα το εν λόγω πρόσωπο. Αυτός μου ανακοίνωσε ότι λεγότανε Χρήστος Σούλας και ότι είχε αποδράσει από τις φυλακές της Ακροναυπλίας.

Μετά την σύλληψή του αρχίζει η περίοδος συνεργασίας μου με τον Μεγαριώτη τον οποίον με είχε φέρει σε επαφή ο Χρ. Σούλας αρκετό χρόνο προ της συλλήψεώς του. Όπως συνάγεται εκ της μετ’ αυτού ειδικής συνεργασίας μου ο Μεγαριώτης ήταν το κοινό εις όλη την υπόθεση πρόσωπο. Εις την δική μας οργάνωση τα πόστα δεν ανακοινώνονταν με τυπικό τρόπο οίτινα είχαν τόσο οργανικό χαρακτήρα δυνάμεθα εν τούτοις να συμπεράνουμε ότι ο Μεγαριώτης είχε θέση Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής της οργάνωσης. Με τον χρόνο κατέστην το αμεσότερο με τον Μεγαριώτη συνδεόμενο πρόσωπο. Συναντώμεθα και συζητούσαμε επί της πολιτικής καταστάσεως κατευθύνσεων κλπ. Ανέλαβα επίσης την σύνταξη, δακτυλογράφηση, πολιτογράφηση κλπ. του φύλλου, όλα συνολικά του φύλλου αφορώντα, καθώς και την κίνηση των νέων. Εκ της όλης μου σχέσεως με τον Μεγαριώτη δύναται να συναχθεί ότι είχα σχέση μέλους κεντρικής επιτροπής με καθήκοντα το φύλλο και την κίνηση των νέων.

Συνάμα αποτελούσα για την εκ του εξωτερικού ύλη τον συνδετικό κρίκο. Είχα δε εις το πεδίο του κομμουνισμού πολυσχιδή δράση. Αισθάνομαι εν τούτοις τώρα μετάνοια για την εν λόγω δράση μου. Αντιλαμβάνομαι πλέον σαφώς ότι η κομμουνιστική δράση είναι καταστρεπτική εις όλες τις ηθικές απόλυτες αξίες, δεν δύναται δε παρά να δημιουργήσει ερείπια. Πεισθείς πλέον οριστικά και αμετάκλητα εις αυτό αποκηρύσσω και καταδικάζω τις κομμουνιστικές ιδέες δηλώνω δε ότι του λοιπού θα διάγω βίο ο οποίος θα πλαισιώνεται εντός των απολύτων ηθικών αξιών και της Ελληνικής παράδοσης.

Εν Αθήναις την 7 Ιουλίου 1939

Ο ΔΗΛΩΝ

Παπανδρέου Ανδρέας

Στην Αμερική ο Παπανδρέου υπηρέτησε εθελοντής σε σημαντική θέση στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, ως εξεταστής μοντέλων για τον κατάλληλο χρόνο επισκευής πολεμικών πλοίων. Το 1943 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα στα Οικονομικά και τη Φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, όπου και διορίστηκε ως αναπληρωτής καθηγητής (associate professor). Το 1944, ο μόλις 25 ετών Ανδρέας Παπανδρέου είναι ένα από τα πέντε μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας στη διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς – που σχεδίασε ολόκληρη την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας ως τις πετρελαϊκές κρίσεις του ’70 – της οποίας ηγείται ο κορυφαίος Έλληνας οικονομολόγος Κυριάκος Βαρβαρέσος.

Tο 1947 διορίστηκε επίκουρος και στη συνέχεια τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μινεσότα και του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ (Berkeley) της Καλιφόρνια, όπου και διετέλεσε πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης από το 1956 ως το 1959. Την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία συνέχισε στα χρόνια της δικτατορίας, οπότε εργάστηκε ως καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης (1968-69) και του Γιορκ (1969-1974), όπου διετέλεσε και διευθυντής μεταπτυχιακών σπουδών.

Παντρεύτηκε διαδοχικά με τη Χριστίνα Ρασιά, μια ελληνοαμερικανίδα ψυχίατρο, τη Μαργαρίτα Τσαντ (με την οποία απέκτησε 4 παιδιά, τον Γιώργο (πρωθυπουργός της Ελλάδος από το 2009 με το ΠΑΣΟΚ), τη Σοφία, τον Νίκο και τον Αντρίκο) και τη Δήμητρα Λιάνη. Εκτός γάμου γεννήθηκε το 1969 η κόρη του Αιμιλία Νίμπλουμ.

Επέστρεψε οικογενειακώς στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ στις 16 Ιανουαρίου του 1961 έπειτα από πρόταση του τότε Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ο Ανδρέας ανέλαβε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Επιστημονικός Διευθυντής του νεοσύστατου Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), καθώς και Σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το 1964 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής με το κόμμα του πατέρα του, την Ένωση Κέντρου. Στην κυβέρνηση του πατέρα του ήταν αρχικά Υπουργός Προεδρίας και λίγο αργότερα έγινε αναπληρωτής Υπουργός Συντονισμού. Ο οικονομικός του λόγος εκείνη την εποχή κινούνταν μέσα στο επίσημο πλαίσιο της τότε οικονομικής ορθοδοξίας. Άλλωστε, η πανεπιστημιακή του καριέρα στις ΗΠΑ ως την έλευσή του στην Ελλάδα εντασσόταν στο πλειοψηφικό ρεύμα της αμερικανικής οικονομικής σκέψης της εποχής. Έτσι ακολούθησε εκείνη την εποχή τη διαδομένη τότε αντίληψη της μεταρρυθμιστικής οικονομικής πολιτικής για τις καθυστερημένες χώρες, η οποία επιδίωκε να συνδυάσει την ενίσχυση της ζήτησης μέσω της αύξησης των λαϊκών εισοδημάτων, με την άμεση παραγωγική δραστηριοποίηση του κράτους, ώστε να δοθεί η αναγκαία αναπτυξιακή δυναμική, να καλυφθούν τα παραγωγικά/κλαδικά κενά, να υποκατασταθούν βαθμιαία οι εισαγωγές.

Όμως ο Ανδρέας παραιτήθηκε λίγο αργότερα μετά από πολλές πιέσεις άλλων τάσεων μέσα στο κόμμα. Αυτό όμως τον έκανε ουσιαστικά πολιτικά αυτόνομο, αφού γύρω του συσπείρωσε την κεντροαριστερή πτέρυγα της Ένωσης Κέντρου. Στις 25 Απριλίου του 1965 γίνεται ξανά αναπληρωτής Υπουργός Συντονισμού, ενώ ένα μήνα αργότερα κατηγορείται ως εμπνευστής και αρχηγός στην υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ» και στο συνωμοτικό Σχέδιο Ελικών.

Ήδη λοιπόν από εκείνα τα ταραχώδη χρόνια (1965-1967) ο Ανδρέας Παπανδρέου κερδίζει την αγάπη της μεγάλης πλειοψηφίας των πρώην ΕΑΜιτών και ΕΛΑΣιτών που θα συνεχίζουν να τον στηρίζουν ως το τέλος, αλλά οι σχέσεις του με την ηγεσία της Αριστεράς πάντοτε χαρακτηριζόταν από την αμοιβαία καχυποψία. Γενικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου ενδιαφερόταν περισσότερο για τον «απλό κόσμο» της Αριστεράς και όχι για τους ηγέτες της, που τους θεωρούσε παρωχημένους και όχι ιδιαίτερα ευφυείς.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1966, χιλιάδες οπαδοί του υποδέχθηκαν τον Ανδρέα Παπανδρέου όταν επέστρεφε από 12ήμερη περιοδεία στη Σκανδιναβία. Ένα πανό έγραφε: «Καλώς όρισες Κένεντι της Ελλάδος». Κύρια αιτία αυτής της θριαμβευτικής υποδοχής ήταν ότι την προηγουμένη της αναχώρησής του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για «συνωμοσία προς εκτέλεσιν πράξεων εσχάτης προδοσίας», κατά όσων είχαν αναμιχθεί στην οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ, πολιτικός εγκέφαλος της οποίας κατηγορήθηκε από τους συντηρητικούς αντιπάλους του ότι ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου.

«Η δυναμική αυτή εκδήλωση αποφασιστικότητας στον αγώνα για τη δημοκρατία και οι επιδείξεις στοργής του αθηναϊκού λαού στο πρόσωπό μου θορύβησαν τους βασιλικούς κύκλους, τις αμερικανικές υπηρεσίες, το παρακράτος και φυσικά την κυβέρνηση Στεφανόπουλου», έγραψε αργότερα στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα» ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου. Αμέσως μετά ο Α. Παπανδρέου πραγματοποίησε περιοδεία στην Κρήτη επικεφαλής ομάδας ογδόντα βουλευτών της Ένωσης Κέντρου, όπου αποθεώθηκε, προκαλώντας έτσι έντονη ανησυχία και στο εσωτερικό του κόμματός του, ακόμη και στον ίδιο του τον πατέρα, που αναλογιζόταν τις συνέπειες της ραγδαίας ανόδου της πολιτικής ισχύος του γιου του, ο οποίος υπερασπιζόταν όλο και πιο ριζοσπαστικές θέσεις.

Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, ο Ανδρέας Παπανδρέου συνελήφθη από τη χούντα των Συνταγματαρχών και φυλακίστηκε, όπως και άλλοι πολιτικοί αρχηγοί. Ο Ανδρέας όμως είχε την Αμερικάνικη υπηκοότητα, έτσι σύντομα ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Λίντον Τζόνσον παρενέβη υπέρ του Παπανδρέου και φυσικά και υπέρ άλλων. Στη φυλακή ο Παπανδρέου ανέμενε να παραπεμφθεί σε δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ με την κατηγορία ότι προετοίμαζε στρατιωτικό πραξικόπημα με στόχο την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικής δικτατορίας, την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου και την απομάκρυνση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και συνέταξε ένα εννεασέλιδο αυτοβιογραφικό υπόμνημα για την απολογία του. Αποφυλακίστηκε, ωστόσο, μετά τη χορήγηση μερικής αμνηστίας μετά το αποτυχημένο αντικίνημα του Κωνσταντίνου το Δεκέμβριο του ’67, χάρη στην αμερικανική παρέμβαση.

Μετά από έντονες πιέσεις και διαμαρτυρίες κορυφαίων ακαδημαϊκών και διανοούμενων των Ηνωμένων Πολιτειών στον Πρόεδρο Τζόνσον, όπως ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ (John Kenneth Galbraith), προσωπικός του φίλος από τα χρόνια του Χάρβαρντ, η δικτατορία αναγκάζεται να τον στείλει εκτός Ελλάδος. Στις 16 Ιανουαρίου του 1968 φεύγει λοιπόν από τη χώρα ιδρύοντας λίγο αργότερα το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ).

Το ΠΑΚ ιδρύθηκε στην Στοκχόλμη στις 27 Φεβρουαρίου του 1968. Την επόμενη κιόλας μέρα της ίδρυσης ο Ανδρέας Παπανδρέου κλήθηκε να μιλήσει στο σουηδικό κοινοβούλιο, σε μία πρωτοφανή ένδειξη αλληλεγγύης του πολιτικού κόσμου της Σουηδίας προς τον ελληνικό αντιδικτατορικό αγώνα αλλά και το πρόσωπο του Α. Παπανδρέου.

«Είναι η πρώτη φορά που όλα τα σουηδικά πολιτικά κόμματα προσκαλούν μια ξένη προσωπικότητα να λάβει τον λόγο στο κοινοβούλιο», γράφει στις 29 Φεβρουαρίου η γαλλική Μοντ εντυπωσιασμένη.

Η Σουηδική βοήθεια όμως δεν σταμάτησε εκεί. Στις 28 Φεβρουαρίου ο πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και ταυτόχρονα πρωθυπουργός της χώρας Τάγκε Ερλάντερ προέβη σε μία εντυπωσιακή δήλωση: «Είναι βέβαιο ότι το κόμμα μας θα προσφέρει βοήθεια στο ΠΑΚ. Επειδή η οργάνωση αυτή βρίσκεται στο στάδιο του ανασχηματισμού της, το ύψος της βοήθειας θα κανονισθεί όταν πληροφορηθούμε τις συνθήκες υπό τις οποίες εργάζεται.

Στις 8 Μαρτίου ο Α. Παπανδρέου επισκέφτεται την Ουάσινγκτον. «Οι συζητήσεις μου με τους αντιπροσώπους της αμερικανικής κυβέρνησης μου προξένησαν βαθιά απογοήτευση… Όπως είχαν τα πράγματα, το καθεστώς των συνταγματαρχών θα μπορούσε άνετα να στερεωθεί στην εξουσία» διαπίστωσε ο αρχηγός του ΠΑΚ. Μοναδικό ενθαρρυντικό σημείο η στάση του Ρόμπερτ Κένεντι, ο οποίος βεβαίωσε τον Α. Παπανδρέου ότι θα διέκοπτε την αμερικανική βοήθεια προς τη χούντα, αν εκλεγόταν πρόεδρος.

«Αλλά αυτή η ελπίδα, η ελπίδα της αλλαγής της πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης, πέθανε μαζί με τον Ρόμπερτ Κένεντι στο Λος Άντζελες», έγραψε ο Α. Παπανδρέου.

Στο μεταξύ το ΠΑΚ άρχισε να απλώνεται και στο εσωτερικό της Ελλάδας, με ηγετικό στέλεχος και εντολοδόχο του Α. Παπανδρέου τον Γιάννη Αλευρά, ο οποίος συνελήφθη τον Αύγουστο.

Στις 4 Αυγούστου η αντίσταση του εξωτερικού παρουσίασε μία ελπιδοφόρα εξέλιξη: Στην Ιταλία, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Αντώνης Μπριλλάκης συμφώνησαν να συνεργαστούν στο εξής το ΠΑΚ και το ΠΑΜ (Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο) τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Στο κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε τονίστηκε μεταξύ άλλων:

«Το ΠΑΜ και το ΠΑΚ υπογραμμίζουν τη βαριά ευθύνη όλων εκείνων που δεν δέχονται τη συνεργασία και οδηγούν προς την ανοικτή αντιμετώπιση των διαφόρων μερίδων του λαού…».

Στο μεταξύ, η Δημοκρατική Άμυνα είχε ήδη συνάψει παρόμοια συμφωνία με το ΠΑΜ. Έτσι, οι τρεις μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις (Δημοκρατική Άμυνα-ΠΑΚ-ΠΑΜ) σχημάτισαν ενιαίο μέτωπο, το οποίο η Ε.Δ.Α. στην Ελλάδα χαιρέτισε θερμότατα με προκηρύξεις που εμφανίστηκαν στους δρόμους της Αθήνας την 6η Αυγούστου.

Οι ολοένα και μαχητικότερες θέσεις που υιοθετούσε ο Παπανδρέου όμως προκάλεσαν την αντίδραση των συντηρητικών κύκλων της Ένωσης Κέντρου. Στα μέσα Αυγούστου, όταν ο Αλέξανδρος Παναγούλης έκανε την αποτυχημένη απόπειρα εναντίον του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου, ο Παπανδρέου επικρότησε με θερμές εκφράσεις την ενέργειά του, αποκαλώντας τον εθνικό ήρωα.

Ο πατέρας του είχε αναγκαστεί να αποκηρύξει πολιτικά τον Ανδρέα, δίνοντας στη δημοσιότητα την ακόλουθη δήλωση:

«Προκαλούμαι, και όχι δια πρώτην φοράν, να προσδιορίσω τας σχέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου προς την Ένωσιν Κέντρου. Αλλά έχει επανειλημμένως δημοσιευθεί εις τον Τύπον ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, εις το εξωτερικόν, προέβη εις την ίδρυσιν ιδίας οργανώσεως υπό την επωνυμίαν ΠΑΚ. Κατά συνέπειαν, και οι λόγοι και οι πράξεις του αφορούν τον ίδιον και την οργάνωσίν του, δεν αφορούν την Ένωσιν Κέντρου…».

Ο Πατέρας του όμως την 1η Νοεμβρίου του 1968 έφυγε από τη ζωή.  Το κόμμα του πατέρα του επαναδραστηριοποιήθηκε μετά τη δικτατορία  υπό την ηγεσία του Γεωργίου Μαύρου, όπου συνασπίστηκε στις πρώτες εκλογές (17 Νοεμβρίου 1974) μετά την χούντα με τις Νέες Δυνάμεις, υπό το όνομα Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις. Το 1976 το κόμμα μετονομάστηκε σε ΕΔΗΚ και το 2012 αυτό το μικρό κόμμα του κέντρου συνεργάστηκε με τον ΣΥΡΙΖΑ.  Στις 10 Σεπτεμβρίου 2015 απέσυρε την στήριξή της προς τον ΣΥΡΙΖΑ ενώ αρχηγός σήμερα του κόμματος είναι ο Σταύρος Καράμπελας, χωρίς βέβαια να έχει καμία δυναμική σε σχέση με το παρελθόν της.

Οι ιδέες του Ανδρέα και η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ

Από την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1961 και ως την επιβολή της δικτατορίας, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε καταγγείλει το τότε σύστημα εξουσίας (παρακράτος, συνωμοτικές οργανώσεις, οικονομικά συμφέροντα) στεκόμενος ιδιαίτερα στην τρομοκράτηση της επαρχίας από τη Χωροφυλακή και τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), ξεκινώντας την κόντρα του με τα «παλιά τζάκια» για τα οποία και είχε δηλώσει ότι πρέπει να ξηλωθούν οριστικά και αμετάκλητα.

Παράλληλα, σε πολύ μικρό διάστημα γίνεται ο δημοφιλέστερος Έλληνας πολιτικός, παρά τις συνεχείς επιθέσεις μερίδας του Τύπου. Ήρθε σε σύγκρουση με ορισμένους πολύ σημαντικούς συνεργάτες του πατέρα του, όπως ο τραπεζίτης και πολιτικός Σταύρος Κωστόπουλος. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήθελε τη δημιουργία ενός κόμματος αρχών με συγκεκριμένη ιδεολογία και ισχυρή οργάνωση σε εθνικό επίπεδο, κάτι στο οποίο αντιστέκονταν σθεναρά οι «βαρώνοι» της Ένωσης Κέντρου. Επιπλέον, οι βαρώνοι της βενιζελικής παράταξης ανησυχούσαν για την μεγάλη δημοτικότητά του και επέκριναν τον Ανδρέα ως «αλεξιπτωτιστή της πολιτικής», ότι δηλαδή είχε εμφανισθεί από το πουθενά και μέσα σε ένα-δύο χρόνια είχε γίνει το πιο αναγνωρίσιμο και δημοφιλές πρόσωπο της ελληνικής πολιτικής και απαιτούσε να αποφασίζει για όλα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιμετώπισε αρχικά με πολλή δυσπιστία τη Μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου 1974 και έλαβε την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα μόλις στα μέσα Αυγούστου. Αμέσως όμως δραστηριοποιήθηκε με αποτέλεσμα μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες να παρουσιάσει τις θέσεις του για την ίδρυση ενός νέου κόμματος. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974, σε μία από τις αίθουσες του ξενοδοχείου «Kινγκ Πάλας», ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος με τη γνωστή «Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη», όπως έχει επικρατήσει να λέγεται από τότε.

Η επιμέλεια της διακήρυξης είχε ανατεθεί από τον ίδιο τον Παπανδρέου στα ηγετικά στελέχη του ΠΑΚ Ιωάννη Ζαφειρόπουλο, αργότερα βουλευτή νομού Ηλείας, στον καθηγητή πανεπιστημίου Μανώλη Παπαθωμόπουλο και στον Δαμιανό Βασιλειάδη, ενώ ένα μεγάλο μέρος της διακήρυξης γράφτηκε από τον Κώστα Σημίτη. Παρόντες στην ανακοίνωση της διακήρυξης ήταν στελέχη του ΠΑΚ, αγωνιστές διωχθέντες από τη Χούντα, νεολαίοι από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και νεολαίοι της Γενιάς του 1-1-4. Στη διακήρυξη αναγράφονταν οι λόγοι ίδρυσης και οι βασικές θέσεις του κινήματος.

Στις εκλογές του 1974 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει  το 13,58% των ψήφων και εκλέγει 12 βουλευτές παίρνωντας την θέση του τρίτου κόμματος. Εκείνη την περίοδος κυριαρχεί η αντιαμερικανική και αντιΝΑΤΟϊκή χροιά στην πολιτική του. Παράλληλα καθίσταται ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ (κάτι στο οποίο συνέβαλαν και οι διαγραφές διαφωνούντων από το Κόμμα, όπως τα στελέχη της «Δημοκρατικής Άμυνας» και μέλη τη νεολαίας).

Στις 11 Δεκεμβρίου 1974 ο Kωνσταντίνος Kαραμανλής λέει στη Bουλή «H Eλλάς ανήκει εις τον δυτικόν κόσμο». Ο Παπανδρέου του απαντά «Προτιμούμε να ανήκουμε εις τους Έλληνας». Στις εκλογές της 20ης Δεκεμβρίου του 1977 οδηγεί το ΠΑΣΟΚ στην αξιωματική αντιπολίτευση, λαμβάνοντας το 25,34% των ψήφων και εκλέγοντας 93 βουλευτές, για να το οδηγήσει τελικά στην εξουσία το 1981. Το διάστημα 1974-1981, το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου θα έχουν μία θεαματική, μοναδική στην ελληνική πολιτική ιστορία άνοδο.

Από το 13,58% των ψήφων το Νοέμβριο του 1974, το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ θα εκτιναχθεί στο 48,1% τον Οκτώβριο του 1981. Ούτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από τα δεξιά, αλλά ούτε και ο Χαρίλαος Φλωράκης από τα αριστερά μπόρεσαν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στον Ανδρέα Παπανδρέου. Στα δεξιά του, ο Ανδρέας Παπανδρέου επέκρινε την υποχωρητική εξωτερική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας σε σχέση με τις τουρκικές διεκδικήσεις, κατήγγειλε συνεχώς τη δεξιά παράταξη για την τραγωδία και απώλεια της Κύπρου (αδέξια Δεξιά, όπως έλεγε), ζητούσε Ελληνοποίηση του Υπουργείου Εξωτερικών και παράλληλα οι δικές του σκληρές θέσεις στα εθνικά θέματα βρήκαν μεγάλη απήχηση σε πολλούς εθνικιστές.

Στα αριστερά του, επέκρινε το ΚΚΕ για την δειλή στάση του σε διάφορες απεργίες και κινητοποιήσεις, και οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ ήταν αυτοί που διακρίθηκαν περισσότερο στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις της περιόδου 1975-1977 έχοντας σχεδόν πάντα πιο αριστερές και επιθετικές απόψεις από τους αντίστοιχους του ΚΚΕ. Κυρίως όμως ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν αυτός που μπόρεσε πειστικά να εγγυηθεί στους ΕΑΜογενείς πολίτες το τέλος της κοινωνικο-πολιτικής απομόνωσής τους, ότι θα πάψουν να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, κάτι που τελικά και έγινε μετά το 1981, με μέτρα όπως η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης των ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και η διάλυση της Χωροφυλακής.

Ο φόβος ότι ενδεχομένως οι Ένοπλες Δυνάμεις θα σταματούσαν την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία εκμηδενίστηκε από την πολύ μεγάλη απήχηση που είχε σε αυτόν το χώρο το ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε καταγγείλει την ομάδα των χουντικών αξιωματικών για βιασμό της δημοκρατίας, βαρβαρότητα και εγκληματική ηλιθιότητα σε σχέση με την απώλεια της Κύπρου, αλλά πίστευε πως, απαλλαγμένο από τους χουντικούς, το σώμα των αξιωματικών ήταν «η αιχμή του οράματος της εθνικής αναγέννησης»: ένας δυσανάλογα μεγάλος αριθμός πολιτευτών του ΠΑΣΟΚ επί Ανδρέα Παπανδρέου ήταν απόστρατοι αξιωματικοί, και μετά το 1981 μερικοί ανέλαβαν και Υπουργοί (Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Αντώνης Δροσογιάννης, Νικόλαος Κουρής).

1981: Η ώρα της «Αλλαγής»

Το 1981 ήταν η χρονιά που το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 48,1% και ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός της χώρας. Η κυβερνητική αυτή μετάβαση χαρακτηρίστηκε τόσο πριν όσο και μετά τις εκλογές ως «Αλλαγή», με την έννοια ότι μετά από μια μακρά περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη δεξιά ήρθε στην εξουσία ένα κόμμα που βασιζόταν στις αρχές του σοσιαλισμού.

Η προεκλογική εκστρατεία του Α. Παπανδρέου στηρίχτηκε σε συνθήματα όπως «Εδώ και τώρα αλλαγή» και «Η Ελλάδα στους Έλληνες», ενώ ο ίδιος καλλιέργησε το προφίλ του πολιτικού που βρισκόταν σε άμεση επαφή και επικοινωνία με τα λαϊκά στρώματα και συνήθως προσφωνούνταν, από φίλους και αντίπαλους, με το μικρό του όνομα, «Ανδρέας».

Το σύνθημα της «αλλαγής» και το τρίπτυχο «Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία και Κοινωνική Απελευθέρωση» συσπείρωσε γύρω από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το κίνημά του ένα ευρύτατο φάσμα πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που δεν εμφορούνταν πάντοτε από κοινές πεποιθήσεις. Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Παπανδρέου επιδιώχθηκε η εθνική συμφιλίωση, αναγνωρίστηκε από το επίσημο κράτος το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) ως οργάνωση της Εθνικής Αντίστασης και τα δικαιώματα των αγωνιστών του, ενώ πολτοποιήθηκαν οι φάκελοι φρονημάτων που διατηρούσε η Ασφάλεια για πολλούς από αυτούς.

Σκοπός αυτής της απόφασης ήταν εν μέρει και ο επαναπατρισμός πολλών Ελλήνων πολιτικών προσφύγων από την Εποχή του Εμφυλίου. Κατά τη διάρκεια της θητείας του λειτούργησαν κατά τόπους παραρτήματα της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας. Επίσης, το 1984 ενοποιήθηκαν τα Σώματα Ασφαλείας, Χωροφυλακή και Αστυνομία Πόλεων και από τη συγχώνευσή τους δημιουργήθηκε η σημερινή Ελληνική Αστυνομία.

Η κατάργηση ιδιαίτερα της Χωροφυλακής έγινε δεκτή με πρωτοφανή αισθήματα ανακούφισης από τους αριστερούς πολίτες, καθώς είχε ταυτιστεί με τις αυταρχικές πρακτικές των κυβερνήσεων της δεξιάς, εξ ου και ο διαδεδομένος «φόβος του χωροφύλακα».

Στον τομέα της εκπαίδευσης η μεταρρύθμιση του ΠΑΣΟΚ εκφράστηκε με δυο βασικά νομοσχέδια, τον Νόμο-Πλαίσιο για τη λειτουργία των ΑΕΙ (ν. 1268/1982) και τον Ν. 1566/85 για τη Βασική και Μέση Εκπαίδευση. Ο πρώτος κατάργησε τον θεσμό της έδρας στα Πανεπιστήμια εισάγοντας τις τέσσερις βαθμίδες μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού, θεσμοθέτησε τα όργανα συνδιοίκησής τους από φοιτητές και καθηγητές, ενώ μετονόμασε τα ΚΑΤΕΕ σε ΤΕΙ. Ο δεύτερος επιχείρησε έναν δομικό κυρίως μετασχηματισμό της εκπαίδευσης, επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γονέων και μαθητών στα σχολικά πράγματα, ενώ αντικατέστησε τον θεσμό του επιθεωρητή με αυτόν του Σχολικού Συμβούλου.

Επίσης ιδρύθηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, καθιερώθηκαν οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων και την 1η Ιανουαρίου 1987 ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας.

Το διάστημα 1981-1985 κυρίως, ο Ανδρέας Παπανδρέου και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προέβησαν σε σειρά εθνικοποιήσεων, τηρώντας και τις προεκλογικές δεσμεύσεις του κόμματος για την «κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων». Κρατικοποιήθηκαν επιχειρήσεις που ανήκαν σε πολύ ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες: η ΛΑΡΚΟ και η ΠΥΡΚΑΛ, τα τσιμέντα ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ, η Ελληνική Χαλυβουργία, τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά της οικογένειας Νιάρχου, η Πειραϊκή-Πατραϊκή και η πολυεθνική ΕΣΣΟ-Πάππας.

Η Αριστερά, αλλά και μεγάλο τμήμα της κοινωνίας γενικώς, αντέδρασε θετικά σε αυτές τις πολιτικές ως επιβολή του κράτους στην παραδοσιακή επιχειρηματική ελίτ. Ο δημόσιος τομέας όμως διογκώθηκε, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα. Η ανεργία (με αφετηρία την πρωτοεμφανιζόμενη ύφεση από την περίοδο διακυβέρνησης Ράλλη) υπερδιπλασιάστηκε φτάνοντας το 6,6%.

Ο μέσος πληθωρισμός τη δεκαετία του 1970 ήταν 12%, ενώ τη δεκαετία του 1980 ανήλθε στο 20%, διαχωρίζοντας όμως σε πολιτικές περιόδους έχουμε μέσο όρο 1974-81 (ΝΔ) 17,5%, 1982-89 (ΠΑΣΟΚ) 19,5%). Κοιτώντας τα στοιχεία κατά μήνα, βλέπουμε ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ παρέλαβε τον Οκτώβριο του 1981 πληθωρισμό της τάξης του 24,2% και παρέδωσε τον Ιούνιο του 1989 πληθωρισμό στο 13,1%, μία εντυπωσιακή βελτίωση της κατάστασης.

Ο πληθωρισμός  όμως το 1990 εκτινάχθηκε στο 20,4% (ΜΟ έτους), λόγω της πολιτικής αστάθειας και ακυβερνησίας της χώρας και λόγω των εκλογικών συγκρούσεων, την καταστροφική περίοδο 1989 – 1990. Το 1991 ήταν στο 19,5% (ΜΟ έτους). Κοιτώντας τους μέσους όρους κάθε έτους παρατηρείται πως ο πληθωρισμός έπεφτε σταθερά κάθε χρονιά, πλην του 1985 και του 1986 (αλλά το 1987 έπεσε ξανά, και μάλιστα στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1978).

Πρέπει όμως να ειπωθεί ότι την περίοδο της πρώτης διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, έγιναν δύο διαδοχικές υποτιμήσεις της δραχμής, το 1983 και το 1985, κάτι που βοήθησε την εξαγωγική ικανότητα της χώρας αλλά έριξε την αγοραστική δύναμη των πολιτών, κάνοντας τα εισαγόμενα αγαθά πολύ ακριβότερα. Οι αντίπαλοι του Ανδρέα Παπανδρέου απέρριψαν τις οικονομικές πολιτικές των κυβερνήσεων Παπανδρέου.

Κυρίως επέκριναν τις προσλήψεις που έγιναν στον δημόσιο τομέα, καθώς και την σημαντική αύξηση των δημοσίων δαπανών και του δημοσίου χρέους. Σύμφωνα με πηγές του καθηγητή Οικονομικών και πρώην Υπουργού της Νέας Δημοκρατίας Γεωργίου Αλογοσκούφη οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ήταν 30% το 1980 και άνω του 50% το 1990. Επίσης, το χρέος της χώρας ανέβηκε από 40% του ΑΕΠ το 1980, σε 80% του ΑΕΠ το 1990. Ο ίδιος ο Άνδρεα άλλωστε χαρακτήρισε αργότερα τη δεκαετία του 1980 ως  «χαμένη δεκαετία» (οικονομικά).

Οι υποστηρικτές του Ανδρέα Παπανδρέου απάντησαν ότι η αύξηση των δαπανών και των προσλήψεων ήταν όχι απλά δικαιολογημένη, αλλά απαραίτητη. Ο λόγος ήταν η δημιουργία ενός κράτους πρόνοιας (έστω και υποτυπώδους) και η αποκατάσταση του πλειοψηφικού τμήματος του ελληνικού λαού (κυρίως των πρώην μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των οικογενειών τους) που για δεκαετίες βρισκόταν στο περιθώριο της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής ζωής του τόπου, υπό καθεστώς επίσημων και ανεπίσημων διώξεων από τις συνεχόμενες (κοινοβουλευτικές ή δικτατορικές) κυβερνήσεις της Δεξιάς.

Δεδομένης της απροθυμίας διεθνών επενδυτών να χρηματοδοτήσουν την αλματώδη αύξηση του δανεισμού, ο Παπανδρέου κατέφυγε στις ελληνικές τράπεζες που ήταν υπό κρατικό έλεγχο. Ειδικότερα, το 80% του συνολικού δημοσίου χρέους το καλοκαίρι του 1989 (όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου παρέδωσε την εξουσία) ήταν εσωτερικό.

Οι κυβερνήσεις μετά το 1990 στράφηκαν μαζικά σε ξένες τράπεζες, ενώ ιδιωτικοποίησαν και πολλές ελληνικές λόγω της πολιτικής του Ανδρέα. Η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου παρέλαβε την ελληνική οικονομία (τέλη 1981) σε οικονομική ύφεση (μεταβολή ΑΕΠ, σε σταθερές τιμές, 1980: 0,68%, 1981: -1,55%). Λόγω όμως της δεύτερης πετρελαικής κρίσης (του 1979) και σε συνδυασμό με τις αυξημένες δημόσιες κοινωνικές δαπάνες δημιουργήθηκε  το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού.

Το 1981 η Ελλάδα και η Ισπανία είχαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και η Πορτογαλία κάτω από το 60%. Το 1990 η Ελλάδα είχε πέσει στο 60%, η Πορτογαλία είχε ανεβεί στο 61% και η Ισπανία είχε ανέβει σχεδόν στο 80%. Οι κυβερνήσεις Παπανδρέου έφεραν μεγάλες αυξήσεις ονομαστικών μισθών στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, μια αύξηση που ακυρώθηκε όμως σε μεγάλο βαθμό από τον υψηλό πληθωρισμό.

Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, την περίοδο 1981 – 1989 το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας, όπως αυτό εκφράζεται από τους δείκτες του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, βελτιώθηκε. Το κατά κεφαλήν πραγματικό εισόδημα εκφρασμένο σε δολάρια ΗΠΑ αυξήθηκε από 13.443$ το 1981 σε 14.148$ το 1989, δηλαδή σωρευτική αύξηση 5,2%. Συγκριτικά, η μεταβολή τα προηγούμενα 8 χρόνια ήταν 6,8% (12.582 εως 13.443) και τα επόμενα 8 χρόνια 15,7% (14.148 έως 16.371)

Κατά την διάρκεια της δεύτερης περιόδου διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου (1993 – 1996) οι ρυθμοί αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ βελτιώθηκαν σε σχέση με την πρώτη διακυβέρνηση.

Οι επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές εγκαταλείφθηκαν με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός να υποχωρήσει από το 14,4% το 1993 στο 8,2% το 1996. Ορισμένες σημαντικές παρεμβάσεις στον χώρο της οικονομίας, κατά την διάρκεια της τρίτης θητείας του Ανδρέα Παπανδρέου, περιλαμβάνουν την λήψη της απόφασης για την μετοχοποίηση του 7,6% του ΟΤΕ καθώς και την ίδρυση του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Ευρωπαϊκή πολιτική

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ως προεκλογικά συνθήματα χρησιμοποίησε το 1981 τα «έξω από το ΝΑΤΟ», «έξω από την ΕΟΚ». Ένα ακόμα σύνθημα εναντίον της ΕΟΚ που είχε χρησιμοποιήσει το ΠΑΣΟΚ ήταν «ΕΟΚ, ο λάκκος των λεόντων». Η πρώτη επίσημη «συνολική τοποθέτηση» της κυβέρνησης Παπανδρέου πάνω στη διαπραγμάτευση της Εντολής (και την Κοινότητα στο σύνολό της) έγινε μια εβδομάδα μετά τις εκλογές, στις 26 Οκτωβρίου 1981, στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων, από τον τότε Υφυπουργό Εξωτερικών Ασημάκη Φωτήλα.

Το κείμενο που κατατέθηκε έθεσε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Ελληνική οικονομία, και προχωρούσε σε προτάσεις πολιτικής της Κοινότητας, «προκειμένου να γεφυρωθούν οι διαπεριφερειακές ανισότητες και να ενισχυθούν οι χώρες του Νότου της Ευρώπης». Ο Ανδρέας Παπανδρέου λίγους μήνες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας κατέθεσε μνημόνιο στην ΕΟΚ με το οποίο ουσιαστικά ζήτησε την επαναδιαπραγμάτευση των όρων ένταξης της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Η πρότασή του απορρίφθηκε κατά το σκέλος των ειδικών προνομίων, όμως έγινε τελικά δεκτό το σκέλος της οικονομικής ενίσχυσης που οδήγησε στα ΜΟΠ. Κατά την περίοδο διακυβέρνησής του η Ελλάδα τελικά δεν αποχώρησε από την ΕΟΚ και από το ΝΑΤΟ λόγω των κονδυλίων που εξασφάλιζε με αξιοπρόσεκτη διαπραγματευτική ικανότητα ο Ανδρέας Παπανδρέου,ενώ η σύμβαση με την αμερικανική κυβέρνηση για τις αμερικανικές βάσεις ανανεώθηκε το 1983 προβλέποντας ότι, εντός δεκαοχτώ μηνών μετά το τέλος του 1988, και οι δύο κυβερνήσεις θα είχαν δικαίωμα να κλείσουν τις βάσεις.

Αυτό συνέβη το διάστημα 1990-1992, μάλιστα με πρωτοβουλία της αμερικανικής πλευράς, που έκλεισε τις πιο σημαντικές βάσεις λόγω του τέλους του Ψυχρού Πολέμου επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Τον Μάρτιο του 1985, με πρότασή του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθιέρωσε τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ), η εφαρμογή των οποίων στόχευε στη βελτίωση των κοινωνικοοικονομικών διαρθρώσεων στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Κοινότητας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, για να εξασφαλίσει τη βοήθεια στη χώρα, δεν δίστασε να απειλήσει ευθέως τον Ζακ Ντελόρ που είχε αναλάβει την Προεδρία της Επιτροπής τον Ιανουάριο του 1985, ότι θα ασκούσε βέτο στην είσοδο Ισπανίας και Πορτογαλίας στην Κοινότητα.

Τα έξι από τα επτά Προγράμματα των MOΠ αντιστοιχούσαν στα έξι Διαμερίσματα που ήταν τότε χωρισμένη η Ελλάδα (Βόρεια Ελλάδα, Δυτική Ελλάδα, Κεντρική Ελλάδα, Νήσοι Αιγαίου, Κρήτη και Αττική), ενώ το τελευταίο ήταν θεματικό (MOΠ Πληροφορικής). Η εφαρμογή των ΜΟΠ στην Ελλάδα έγινε αρχικά την περίοδο 1983-1989 ενώ επεκτάθηκαν χρονικά μέχρι το 1993. Σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδας «η εφαρµογή των ΜΟΠ στην Ελλάδα δεν ήταν ικανοποιητική λόγω ανεπαρκούς προετοιµασίας και έλλειψης εµπειρίας.

Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι τα κονδύλια των ΜΟΠ µεταφέρθηκαν χρονικά και ενσωµατώθηκαν στο ΚΠΣ 1989-93.». Ταυτόχρονα όμως, σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών «Η σημασία των ΜΟΠ ήταν πολύ μεγαλύτερη των πρόσθετων πόρων που εγκρίθηκαν τότε για την Ελλάδα γιατί εγκαινίασαν την προσπάθεια για την ανάπτυξη διαρθρωτικής πολιτικής από πλευράς ΕΕ, η οποία αποκρυσταλλώθηκε το 1988 στη νέα διαρθρωτική πολιτική, το πρώτο «πακέτο Delors».»

Η Μάργκαρετ Θάτσερ, η συντηρητική πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου που ήταν πολέμιος του κράτους πρόνοιας και των παροχών στις χώρες του Νότου και συγκρούστηκε πολλές φορές με τον Ανδρέα Παπανδρέου, είπε γι’αυτόν:

«Δεν τον συμπάθησα, αλλά ποτέ δεν έφυγε από Διάσκεψη Κορυφής της ΕΟΚ, χωρίς να πάρει κάτι για τη χώρα του».

Διεθνής παρουσία – Πολιτικές πρωτοβουλίες

Αν κάτι ήταν πραγματικά θαυμαστό στον Ανδρέα ήταν η εξωτερική πολιτική, αυτό που είπε η Θάτσερ ίσχυε απόλυτα. Ποτέ δεν έφευγε χωρίς να κερδίσει κάτι για την χώρα μας. Πέρα όμως από τις σχέσεις του με την ΕΕ όπως ανέφερα ήδη ο Ανδρέας ανέπτυξε μια προτότυπη για την εποχή εξωτερική πολιτική. Θεωρούσε ότι η Ελλάδα ανήκε στον λεγόμενο «αδέσμευτο κόσμο».

Αυτή η θέση βέβαια βοήθησε πολύ την χώρα μας, αυξάνοντας την σημασία της στις διεθνείς σχέσεις. Ο αδέσμευτος κόσμος ήταν αυτός που ήταν τόσο ενάντια στον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό όσο και ενάντια στον υπαρκτό σοσιαλισμό, χωρίς όμως να αποκλείει σχέσεις και με τους δύο κραταιούς πόλους. Αυτή η στάση έδειχνε στους δυτικούς που ανήκε η Ελλάδα ότι η συμμόρφωση στις υποδείξεις τους δεν ήταν δεδομένη, παράλληλα άνοιγε δίαυλους επικοινωνίας και με την Σοβιετική Ένωση.

Ο εχθρός του Ανδρέα ήταν οι Ισραηλινοί. Για παράδειγμα το Φεβρουάριο του 1977, οκτώ μήνες μετά την αεροπειρατεία σε αεροπλάνο της Air France με Ισραηλινούς επιβάτες που τελικά μεταφέρθηκαν από το Τελ Αβίβ στο Εντέμπε της Ουγκάντα, ο Παπανδρέου επαίνεσε τον δικτάτορα της Ουγκάντα Ιντί Αμίν με τα εξή λόγια:

«Μάχεται εναντίον των μητροπολιτικών κέντρων της Δύσης και ο ίδιος αποτελεί στόχο τους. Αυτό από μόνο του τον τοποθετεί, στην παγκόσμια σκακιέρα, στον χώρο των αντι-ιμπεριαλιστικών δυνάμεων»

Αργότερα το 1977, ο Παπανδρέου ταξίδεψε στην Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι, για το καθεστώς του οποίου δήλωσε ότι «δεν ήταν στρατιωτική δικτατορία. Το αντίθετο μάλιστα. Πρόκειται για μια διακυβέρνηση στα πρότυπα του δήμου των αρχαίων Αθηναίων»

Αυτές οι χειρονομίες φιλίας προς καθεστώτα του Κινήματος των Αδεσμεύτων απέβλεπαν στην ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της χώρας και στην αναζήτηση διπλωματικών στηριγμάτων για τα εθνικά θέματα: ο Ανδρέας Παπανδρέου πίστευε ότι οι προκάτοχοί του είχαν επιδείξει απαράδεκτη υποχωρητικότητα λόγω του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύσιν», που απαιτούσε συμπόρευση με τον μεγάλο αντίπαλο, την Τουρκία, κάτι που ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει.

Στον αντίποδα των σχέσεων του με το Ισραήλ διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο. Ήταν υπέρ ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και διατηρούσε στενή φιλία με τον ηγέτη των παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ και τον ηγέτη της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι. Για αυτές τις ιδιαίτερα φιλικές του σχέσεις ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε κατηγορηθεί από συντηρητικούς κύκλους στη Δύση για υπόθαλψη της διεθνούς τρομοκρατίας, ειδικά αφότου αποδείχτηκε ότι η Λιβύη του Καντάφι είχε στηρίξει το τρομοκρατικό χτύπημα στο Λόκερμπι, το μεγαλύτερο ως την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου μετά το 1981 ήταν οι πρώτες της μεταπολεμικής Ελλάδας που διαμόρφωσαν τη στρατηγική Εθνικής Άμυνας της χώρας με βάση κυρίως τις ελληνικές ανάγκες, και όχι τις ΝΑΤΟϊκές (αμερικανικές). Από το 1947 έως και το 1981, οι ΗΠΑ είχαν μεγαλύτερη επιρροή στον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό από την ίδια την ηγεσία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Μιά θέση του στον εξωτερικό τομέα, που επίσης έτυχε κριτικής από την αντιπολίτευση και την ευρωπαική κοινή γνώμη, αλλά μεγάλης υποστήριξης από την κομμουνιστική Αριστερά, ήταν η αποκύρηξη του κινήματος και των προσπαθειών του Πολωνού ακτιβιστή (και μετέπειτα προέδρου της Πολωνικής Δημοκρατίας) Λεχ Βαλέσα, έναντι του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία, και οι φιλικές σχέσεις με τον Στρατηγό Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι. Η σχέση με το πολωνικό καθεστώς οδήγησε μετά από διαπραγματεύσεις σε συμφωνία για τον επαναπατρισμό Ελλήνων πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου στην Ελλάδα.

Τον Φεβρουάριο του 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στην Κύπρο θέλοντας να δείξει στους Κυπρίους αλλά και διεθνώς, την αποφασιστικότητα της κυβέρνησής του να συμπαραταχθεί με τον Ελληνισμό της Κύπρου. Ήταν η πρώτη επίσκεψη Έλληνα πρωθυπουργού που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο μετά την εισβολή και η οποία πραγματοποιήθηκε παρά τις αντιδράσεις της Τουρκίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών. Λίγο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1982, μετά την εισβολή των Ισραηλινών στο Λίβανο, ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιασέρ Αραφάτ επισκέφθηκε την Αθήνα, ευχαριστώντας την Ελλάδα για την στάση της έναντι των Ισραηλινών.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου συνέβαλε αποτελεσματικά στην επιχείρηση μεταφοράς των μαχητών της PLO από τον Λίβανο προς την Τυνησία και άλλες αραβικές χώρες με οχηματαγωγά που μίσθωσαν Έλληνες εφοπλιστές με την βοήθεια του ΟΗΕ και της Γαλλικής κυβέρνησης. Από τις γνωστότερες πρωτοβουλίες του ήταν το 1985 η επιτυχημένη διαιτησία της Ελλάδας στην διένεξη Γαλλίας και Λιβύης, οι οποίες υποστήριζαν αντιμαχόμενες δυνάμεις στο Τσαντ, και στην οποία βρέθηκε συμβιβαστική λύση μετά από συνάντηση στην Κρήτη των Παπανδρέου, Μιτεράν και Καντάφι γνωστή ως «Συμφωνία της Ελούντας».

Το 1987 το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Χόρα» ξεκίνησε έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου προκαλώντας σοβαρή κρίση, με τις δύο χώρες να φτάνουν στα όρια του πολέμου. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ανυποχώρητος και διέταξε την κινητοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, με αποτέλεσμα την επιτυχή αντιμετώπιση των Τούρκων και την αποτροπή των στόχων της ηγεσίας τους (το σκάφος τελικά αποσύρθηκε από τα ελληνικά χωρικά ύδατα).  Αμέσως μετά ξεκίνησαν έντονες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και του τότε πρωθυπουργού της Τουρκίας, Τουργκούτ Οζάλ, με αποτέλεσμα τη συνάντηση Παπανδρέου – Οζάλ στο Νταβός της Ελβετίας στις 30 και 31 Ιανουαρίου 1988, στα πλαίσια του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ.

Αποτέλεσμα εικόνας για 6 Ιουνίου 1988
Η συζήτηση του Ανδρέα με τον Τουρκο πρωθυπουργό Οζάλ το 1988

Εκεί συμφωνήθηκε η πολιτική του «μη πολέμου» και για λίγο επικράτησε αισιοδοξία για βελτίωση στις διμερείς σχέσεις στο «πνεύμα του Νταβός». Στις 6 Ιουνίου 1988 ο Ανδρέας Παπανδρέου σε συζήτηση πρότασης δυσπιστίας της Νέας Δημοκρατίας υπεραμύνθηκε της πολιτικής του στα ελληνο-τουρκικά, αλλά παραδέχτηκε ότι είχαν γίνει και λάθη (το γνωστό mea culpa, μία φράση που αργότερα θα χρησιμοποιούσε και ο Κώστας Καραμανλής). Ο επιτυχής χειρισμός της κρίσης του 1987 αύξησε τη δημοτικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα, ενώ ο Οζάλ δέχτηκε έντονη κριτική για υποχωρητικότητα από την τουρκική αντιπολίτευση.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ένας εκ των έξι ηγετών των Τεσσάρων Ηπείρων (Ευρώπη, Αφρική, Ασία, Αμερική) οι οποίοι πήραν την πρωτοβουλία κίνησης υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης και αφοπλισμού των υπερδυνάμεων. Μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου στην κίνηση των 6 συμμετείχαν ο Σουηδός Πρόεδρος Ούλωφ Πάλμε, η Ινδή Πρωθυπουργός Ίντιρα Γκάντι, ο Πρόεδρος της Αργεντινής Ραούλ Αλφονσίν, ο Πρόεδρος του Μεξικού Μιγκέλ Ντελαμαντρίτ και ο Πρόεδρος της Τανζανίας Τζούλιους Νιερέρε. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε άριστες σχέσεις με πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες. Ο Φρανσουά Μιτεράν, ο Ούλωφ Πάλμε και ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ήταν μερικοί από αυτούς.

H διάσκεψη των έξι για την Ειρήνη στο Ζάππειο
Ο Ανδρέας με τον Ούλωφ Πάλμε στη διάσκεψη των έξι για την Ειρήνη στο Ζάππειο

Από μερίδα του διεθνούς, και κυρίως από την πλειονότητα του δυτικού τύπου της εποχής, ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτηρίστηκε ως λαϊκιστής.

Αναλυτές όπως ο Νικόλας Δεμερτζής και ο ιστορικός Ρίτσαρντ Κλογκ χαρακτήρισαν την δεκαετία του ‘80 ως «δεκαετία του λαϊκισμού».

Το σκάνδαλο Κοσκωτά και η πτώση της πρώτης κυβέρνησης του Παπανδρέου

Το 1988 ξεσπά το οικονομικό σκάνδαλο Κοσκωτά στο οποίο κατηγορήθηκαν ότι ενεπλάκησαν στελέχη της τότε κυβέρνησης, αλλά και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο Παπανδρέου χαρακτήρισε τις κατηγορίες εναντίον του ως μια συνωμοσία των «σκοτεινών αντιδραστικών δυνάμεων» και των «ξένων κύκλων» για να «αποσταθεροποιήσουν» την Ελλάδα.

Μετά το οικονομικό σκάνδαλο ακολούθησε μια περίοδος μεγάλης πολιτικής έντασης. Την ίδια χρονιά ο Ανδρέας Παπανδρέου οδηγήθηκε εσπευσμένα στο Νοσοκομείο Χέρφιλντ του Λονδίνου και υποβληθηκε σε σοβαρή εγχείρηση καρδιάς από τον διάσημο Αιγύπτιο καρδιοχειρουργό Μαχντί Γιακούμπ. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κατά τις εκλογές της 18ης Ιουνίου του 1989.

Την περίοδο της συγκυβέρνησης Τζαννή Τζαννετάκη οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. και του Συνασπισμού παραπέμψαν τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο τον αθώωσε οριακά για τις κατηγορίες περί εμπλοκής του στο σκάνδαλο Κοσκωτά, αλλά και για υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.

Η δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά άρχισε στις 16 Μαρτίου 1991, στην οποία δεν παρέστη ο ίδιος, καταγγέλλοντάς την ως μεθόδευση των πολιτικών του αντιπάλων και σκευωρία εις βάρος του και εις βάρος του ΠΑΣΟΚ. Στη δίκη αυτή καταδικάστηκαν ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος, ενώ ο συγκατηγορούμενός τους Μένιος Κουτσόγιωργας απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέλαβε το μερίδιο της πολιτικής του ευθύνης όχι μόνο διότι στην περίοδο που δραστηριοποιήθηκε ο Γιώργος Κοσκωτάς ήταν πρωθυπουργός, αλλά και διότι σύμφωνα με τον ίδιο «η κυβέρνησή του δεν κατόρθωσε να εμποδίσει την οικονομική αναρρίχηση ενός ανθρώπου χωρίς επιφάνεια, που αποδείχθηκε εκ των υστέρων απατεώνας». Αρνήθηκε, όμως, την οποιαδήποτε σχέση με την ποινική πλευρά της υπόθεσης.

Χρόνια αργότερα στην τηλεοπτική εκπομπή «Ανατροπή» του δημοσιογράφου Γιάννη Πρετεντέρη στον τηλεοπτικό σταθμό Mega Channel, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δήλωσε ότι μετάνιωσε για την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, αλλά τόνισε ότι προχώρησε σ’ αυτή την πράξη, καθώς ήθελε να τηρήσει την προεκλογική του υπόσχεση.

Η επιστροφή στην εξουσία και το τέλος

Στις πρόωρες εκλογές της 10ης Οκτωβρίου του 1993, ο Ανδρέας Παπανδρέου, απαλλαγμένος πλέον από τις κατηγορίες, επιστρέφει θριαμβευτικά στην εξουσία με άνετη πλειοψηφία της τάξης του 47%. Ο Ανδρέας πλέον χωρίς το βάρος του διπόλου μεταξύ Δύσης και Ανατολή αποφασίζει τη μεταστροφή της οικονομικής πολιτικής της χώρας, μπαίνοντας έτσι ουσιαστικά σε πορεία προς την ΟΝΕ.

Επίσης με απόφαση της βουλής αναγνωρίζεται η γενοκτονία των Ποντίων, δημιουργείται το ΑΣΕΠ (νόμος Πεπονή), ανακοινώνεται το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα Ελλάδας-Κύπρου και επιβάλλεται εμπάργκο στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Όμως, η περιπέτεια του σκανδάλου Κοσκωτά και η πολιτική ένταση των περασμένων χρόνων είχαν επιβαρύνει πλέον σοβαρά την υγεία του και στις 21 Νοεμβρίου του 1995 εισάγεται εσπευσμένα στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο με σοβαρά προβλήματα υγείας, (αρχή πνευμονίας).

Οι πιέσεις που του ασκούνται τον αναγκάζουν να υπογράψει τον Ιανουάριο του 1996 την παραίτησή του, δηλώνοντας ότι «τα προβλήματα της χώρας δεν μπορούν να περιμένουν». Στις 23 Ιουνίου 1996 ο Ανδρέας Παπανδρέου πεθαίνει μετά από οξύ ισχαιμικό επεισόδιο στο σπίτι του στην Εκάλη. Κηδεύεται στις 26 Ιουνίου 1996 στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών με τιμές εν ενεργεία αρχηγού κράτους, κάτι που τελευταία φορά στην Ελλάδα είχε συμβεί το 1964, όταν είχε πεθάνει ο τότε βασιλέας Παύλος.

Ο θάνατός του προκάλεσε κύμα συγκίνησης σε όλη τη χώρα, και πλήθη κόσμου, που κυμαίνονταν από «εκατοντάδες χιλιάδες» έως «εκατομμύρια» παρευρέθησαν στη κηδεία του Ανδρέα Παπανδρέου. Εκφωνήθηκαν συνολικά 12 επικήδειοι λόγοι από Έλληνες και ξένους αξιωματούχους, με πρώτο αυτόν του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη και τελευταίο αυτόν του γιου του Ανδρέα Παπανδρέου και τότε υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Γιώργου Παπανδρέου, ενώ παρευρέθησαν σχεδόν 100 πολιτικές προσωπικότητες από όλο τον κόσμο, πρωτοφανές για Έλληνα πολιτικό.

Μεταξύ των προσωπικοτήτων που βρέθηκαν στην κηδεία ήταν  ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Ρόμπερτ Ρούμπιν (εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο Μπιλ Κλίντον), ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Κλάους Χενς, ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας Πιέρ Μωρουά (που εκφώνησε και έναν από τους επικήδειους) ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης, ο πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Βιμ Κοκ, ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας και στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου Φελίπε Γκονθάλεθ, ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Αλεξάντερ Μέξι, ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Ζαν Βίντενοφ, ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Χραντ Μπαγκρατιάν, ο πρωθυπουργός της Σλοβενίας Γιάνεζ Ντρνόβσεκ, ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Κλάους Κίνκελ, ο υπουργός Άμυνας της Μεγάλης Βρετανίας Μάικλ Πορτίλο, ο αντιπρόεδρος της Ρωσικής κυβέρνησης Βιτάλι Ιγκνατένκο, ο υπουργός Εξωτερικών του Καναδά Λόυντ Αξγουόρθι, ο αντιπρόεδρος της Ουκρανίας Ιβάν Κάδρας, ο αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών της Μάλτας Γκουίντο Ντε Μάρκο, υπουργός Εξωτερικών του Βελγίου Ερίκ Ντερικέ, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Εμρέ Γκιονενσάι και ο ηγέτης του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος της Τουρκίας Ερντάλ Ινονού, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αλί Αχμάρ Βελαγιατί, ο γενικός γραμματέας του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Λιονέλ Ζοσπέν, ο πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD) Όσκαρ Λαφοντέν, η πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Πωλίν Γκρην και πολλοί άλλοι.

Η προσωπικότητα του Ανδρέα σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητη από την ιστορία αυτού του τόπου, δυστυχώς όμως η πραγματική ιστορία που δεν έχει γραφτεί ακόμα, θα επιδείξει πολλά μελανά σημεία, παρόλα αυτά αναγνωρίζουμε το γεγονός πως τέτοιοι αποσφσιστικοί πολιτικοί δεν υπάρχουν πιά ή αν υπάρχουν δύσκολ φτάνουν το μεγαλείο του Ανδρέα.

Advertisements

Οι Αριστερές δράσεις δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s