Τα σκόπια η Μακεδονία και ο Μέγας Αλέξανδρος

στις

Πρόλογος

Τον τελευταίο καιρό γίνεται μια προσπάθεια να επιλυθεί ένα αρκετά σοβαρό ζήτημα για την εξωτερική πολιτική της χώρας μας. Προφανώς από τον τίτλο του άρθρου καταλαβαίνετε σε ποιό ζήτημα αναφερόμαστε, είναι το ζήτημα της ονομασίας της γείτονος χώρας, δηλαδή της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ή όπως θέλουμε να την λέμε, τα Σκόπια.

Σε αυτό το άρθρο δεν θέλουμε ούτε να βάλουμε εθνικιστικές κορώνες ούτε να κατηγορήσουμε κάποιον, απλά αναζητούμε τα γεγονότα, όπως έγιναν και για αυτό θα κάνουμε μια ιστορική αναδρομή η οποία περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα εδώ και αιώνες και από κει και πέρα ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του.

Πριν όμως προχωρήσουμε στην ιστορική αναδρομή θα πρέπει να πούμε ως οφείλουμε ότι είμαστε ενάντια σε όσους κατηγορούν τον Τσίπρα για ξεπούλημα. Είμαστε στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση θα ακουστούν πολλά, το θέμα είναι ποια θα είναι η λύση και επί αυτής μπορεί όλος ο Ελληνικός λαός να ασκήσει κριτική, όχι όμως πριν, είναι αδιανόητο να κατηγορείς κάποιον που προσπαθεί να λύσει ένα εθνικό ζήτημα πριν ακόμα φέρει την λύση του.

356 ΠΧ

Στις 20 Ιουλίου γεννιέται ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Αλέξανδρος Γ΄ ο Μακεδών. Ήταν ο γιος του βασιλιά της τότε Μακεδονικής αυτοκρατορίας του Φιλίππου Β’ και της Ολυμπιάδας της πριγκίπισσας των Μολοσσών της Ηπείρου. Ο Μέγας Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας. Ο πατέρας του ηταν ο βασιλιάς που έκανε τη Μακεδονία ισχυρό βασίλειο, ένωσε υπό την ηγεμονία του τα υπόλοιπα ελληνικά βασίλεια και προετοίμασε στην ουσία την κατάκτηση της Περσίας και του μεγαλύτερου μέρους του τότε γνωστού κόσμου από τον γιό του τον Μέγα Αλέξανδρο. 

Την εποχή που γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ήταν η Πέλλα. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε την ίδια νύχτα που ο Ηρόστρατος πυρπόλησε το ναό της Άρτεμης στην Έφεσο, με τους μάντεις και ιερείς να ερμηνεύουν το γεγονός ως οιωνό της υποταγής της Ασίας. Την ημέρα που ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Πέλλα, ο Φίλιππος έπαιρνε τρεις ευχάριστες ειδήσεις: τα άλογά του είχαν νικήσει στους Ολυμπιακούς αγώνες, ο στρατός του είχε καταλάβει την Ποτίδαια και ο στρατηγός του Παρμενίωνας είχε νικήσει τους Ιλλυριούς.

Το γεγονός πως οι αρχαίοι Μακεδόνες έπαιρναν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες αποδεικνύει από μόνο του την Ελληνικότητά τους. Στους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνες για να πάρεις μέρος έπρεπε να αποδειχθεί ότι είσαι Έλληνας. Η παρακολούθηση των αγώνων βέβαια επιτρεπόταν σε όλους, ελεύθερους και δούλους, ακόμα και βάρβαρους. Μονάχα απαγορευόταν αυστηρά στις γυναίκες. Για όποια μάλιστα τολμούσε να παραβεί τη διαταγή αυτή, υπήρχε η ποινή του θανάτου. Για τη διευθέτηση των ζητημάτων που αφορούσαν τους Αρχαίους ολυμπιακούς αγώνε υπήρχαν οι λεγόμενοι Ελλανοδίκες, που ήταν οι ανώτατοι κριτές και δικαστές των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων.

Οι Ελλανοδίκες διασφάλιζαν την διαιτησία των αγώνων και είχαν ως ιερό καθήκον να διατηρούν το επίπεδο και την κληρονομιά των Αγώνων, καθώς και να καθιστούν σίγουρο ότι οι κανόνες τηρούνται (https://christostriathlon.wordpress.com/2012/02/06/κανόνες-αρχαίων-ολυμπιακών-αγώνων/). 

Οι Ελλανοδίκες καλούνταν στην Ήλιδα δέκα μήνες πριν από την έναρξη των αγώνων και συγκεκριμένα στον οίκο των Ελλανοδικών. Εκεί εκπαιδεύονταν ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις που τους είχαν ανατεθεί. Ένα μήνα πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, μετέβαιναν στην Ολυμπία όπου επιτηρούσαν τις προπονήσεις των αθλητών, αποκλείοντας αυτούς που παρουσίαζαν χαμηλές επιδόσεις αλλά και όσους επεδείκνυαν χαμηλά επίπεδα ήθους και συμπεριφοράς.

Κατά τη διάρκεια των αγώνων, επέβλεπαν την τήρηση των κανονισμών και είχαν την τιμή να απονέμουν τα βραβεία στους νικητές των αγωνισμάτων. Παράλληλα, μπορούσαν να αποβάλουν από τους αγώνες αθλητές που παραβίαζαν τους κανόνες ενώ είχαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη βία προς συνετισμό κάποιου αθλητή ή προπονητή σε περίπτωση ανυπακοής προς τα κελεύσματά τους. Ο Μέγας Αλέξανδρος που πήρε με΄ρος στους Ολυμπιακούς αγώνες πέρασε από του Ελλανοδίκες όπως βέβαια και όλοι οι Μακεδόνες και οι Έλληνες. Οι ελλανοδίκες ενέκριναν τους Μακεδόνες ως Έλληνες μέσα από μια παράδοση που συνέδεε την γενεαλογία τους με τους Αργείους που είχαν πάει στην περιοχή κάποιους αιώνες πίσω για να φτιάξουν λίγο αργότερα την Μακεδονική αυτοκρατορία.

Μέσα από εκείνη την παράδοση ανάχθηκε η γενεαλογία του Αλεξάνδρου σε δύο κεντρικές μορφές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, αυτή του ημίθεου Ηρακλή, ο οποίος υπήρξε γενάρχης της δυναστείας των Αργεαδών Μακεδόνων, και αυτή του ήρωα Αχιλλέα, ο γιος του οποίου, ο Νεοπτόλεμος, ίδρυσε το βασιλικό οίκο των Μολοσσών, μέλος του οποίου ήταν η μητέρα του Ολυμπιάδα. 

349 ΠΧ

Ο Αλέξανδρος σε ηλικία 7 ετών παραδίδεται στον συγγενή της Ολυμπιάδας, τον Λεωνίδα, όπου ανέλαβε την ευθύνη της ανατροφής του πρίγκιπα. Υπό την επίβλεψή του, ο Αλέξανδρος, διδάχτηκε αριθμητική, γεωμετρία, μουσική και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ιππασία. Αργότερα, ο Φίλιππος ανέθεσε τις σπουδές του γιου του, στον Αριστοτέλη (ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες αρχαίους φιλόσοφους), ο οποίος του δίδαξε ιστορία, αστρονομία, γεωγραφία, ιατρική, φιλολογία και πολιτικές επιστήμες, μαζί με τα υπόλοιπα νεαρά μέλη της Μακεδονικής αριστοκρατίας. Η μαθητεία του κοντά στο μεγάλο φιλόσοφο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο χαρακτήρα του νεαρού Αλέξανδρου.

340 ΠΧ

Σε ηλικία 16 ετών ο Αλέξανδρος σταματάει τις σπουδές του και γυρνάει στην Πέλλα, όπου πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της Μακεδονίας. Κατά τις εκστρατείες του ο Φίλιππος εμπιστευόταν την διοίκηση της Μακεδονίας στον Αλέξανδρο. Σε ηλικία 16 χρονών και ενώ ο πατέρας του έλειπε στο Βυζάντιο, κατέστειλε μια εξέγερση των Μαιδών (φύλο από τη Θράκη, το οποίο κατοίκησε την πάνω κοιλάδα του Στρυμόνα περίπου τον 14ο αιώνα π.Χ.). Κατά τη μάχη της Χαιρώνειας, το 338 π.Χ., ο Φίλιππος συνέτριψε τις ενωμένες δυνάμεις Αθηναίων και Θηβαίων, με τον Αλέξανδρο επικεφαλής του ιππικού. Μετά από την ήττα των Αθηναίων πήγε στην Αθήνα ως αντιπρόσωπος του πατέρα του. Στο συνέδριο της Κορίνθου που ακολούθησε τη μάχη της Χαιρωνείας, ο Φίλιππος εξελέγη «στρατηγός αυτοκράτωρ της Ελλάδος» εν όψει της μεγάλης εκστρατείας κατά των Περσών που θα άρχιζε λίγα χρόνια αργότερα.

336 ΠΧ

Εκείνη την χρονιά δολοφονείται ο πατέρας του Μέγα Αλεξάνδρου και σε ηλικία 20 ετών ο Μέγας Αλέξανδρος αναλαμβάνει τα ηνία της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας. Αφού συνέτριψε τους εσωτερικούς αντιπάλους-μνηστήρες της Αυτοκρατορίας εισέβαλε στη Θεσσαλία και προχώρησε προς νότο αναγνωριζόμενος από όλους ως ο βασιλιάς των Ελλήννων. Αφού δεν εκδηλώθηκε καμιά επαναστατική κίνηση το φθινόπωρο του 336 το συνέδριο της Κορίνθου τον ανακήρυξε, όπως είχε ανακηρύξει και τον Φίλιππο, «στρατηγό αυτοκράτορα της Ελλάδος» για την εναντίον των Περσών εκστρατεία.

Πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του, πήγε να πάρει χρησμό από τους Δελφούς, που όμως εκείνη τη μέρα η Πυθία δεν χρησμοδοτούσε. Ο Αλέξανδρος μη θέλοντας να φύγει χωρίς χρησμό τράβηξε την ιέρεια προς το μαντείο, προσπαθώντας να την πείσει. Αυτή μη μπορώντας να του αντισταθεί φέρεται να του είπε, «Παιδί μου, είσαι ακαταμάχητος!» και ο έτσι ο Αλέξανδρος πήρε τον χρησμό που ήθελε. Την άνοιξη του επόμενου έτους εξεστράτευσε εναντίον των Ιλλυριών (πρόγονοι των σημερινών Αλβανών) και Τριβαλλών (θρακική φυλή, η οποία δέχτηκε επιρροές από τους Κέλτες, τους Σκύθες και τους Ιλλυρούς) προελαύνοντας από την Αμφίπολη μέχρι τον Αίμο σε διάστημα δέκα ημερών. Αφού νίκησε τους εκεί Θράκες, προχώρησε προς τον Δούναβη, νίκησε τους Τριβαλλούς και επιχείρησε επιδρομή κατά των Γετών (ομάδα θρακικών φυλών που κάποτε κατοικούσαν στις περιοχές εκατέρωθεν του Κάτω Δούναβη, στη σημερινή βόρεια Βουλγαρία και νότια Ρουμανία), την οποία όμως αναγκάστηκε να διακόψει λόγω εξέγερσης των Ιλλυριών.

Μετά στράφηκε προς τον νότο και υπέταξε τους Αγριάνες (αρχαίο παιονικό φύλο της Θράκης που κατοικούσε στην άνω κοιλάδα του Στρυμόνα, μεταξύ των βουνών Αίμου και Ροδόπης) και τους Παίονες (αρχαίο φύλο που κατοικούσε βόρεια τής αρχαίας Μακεδονίας) εξασφαλίζοντας την πλήρη κυριαρχία στην περιοχή.

Όσο καιρό όμως ο Αλέξανδρος πολεμούσε στον βορρά, οι Θηβαίοι επαναστάτησαν και πολιόρκησαν τη μακεδονική φρουρά της Καδμείας, ενώ και στην Αθήνα και άλλες πόλεις επικράτησε αναβρασμός που προκαλούσαν οι αντιμακεδονικοί διαδίδοντας φήμες ότι ο Αλέξανδρος είναι νεκρός. Ο Αλέξανδρος με μια αστραπιαία αντίδραση, διένυσε 500 χιλιόμετρα από την Ιλλυρία στη Θήβα σε δώδεκα μέρες. Εκεί, μετά από τη σύντομη αλλά σθεναρή αντίσταση των Θηβαίων κατόρθωσε να τους υποτάξει. Ακολούθως συγκάλεσε το Κοινό των Ελλήνων για να αποφασίσει την τιμωρία της Θήβας, την οποία εφάρμοσε διατάζοντας τον θάνατο έξι χιλιάδων Θηβαίων, με τους υπόλοιπους τριάντα χιλιάδες κατοίκους να πωλούνται ως δούλοι, και την ισοπέδωση της πόλης με εξαίρεση το σπίτι του ποιητή Πινδάρου. Τόσο τρομερή ήταν η καταστροφή, ώστε ο Αλέξανδρος πήγε προσκυνητής στους Δελφούς για να εξιλεωθεί. Μετά από αυτό όμως, καμία ελληνική πόλη δεν αψήφησε ανοιχτά το νεαρό βασιλιά της Μακεδονίας.

Το κοινό των Ελλήνων αποφάσισε τα εξής σύμφωνα με κάποια αποσπασματικά κείμενα που σώζονται και τα γράφει ο Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Πρόκειται για τη συνθήκη πριν ξεκινήσει η εκστρατεία.

«Όλοι οι Έλληνες είναι ελεύθεροι και αυτόνομοι. Όποιος τυχόν προσπαθήσει να καταλύσει αυτό το δικαίωμα των Ελλήνων, θεωρείται ότι στρέφεται εναντίον όλων των υπολοίπων που μετέχουν αυτής της Συνθήκης. Κανένας δεν μπορεί με τη βία να αναγορευθεί ηγέτης, όπως και κανένας έκπτωτος ηγέτης δεν μπορεί να επανέλθει στην θέση του. Απαγορεύεται κάθε μορφής αθέμιτης και καταχρηστικής ενέργειας του κράτους όπως, παράνομες δημεύσεις, εξορίες, αναδασμούς γης κλπ. Απαγορεύεται κάθε βιαιοπραγία πόλης εναντίον άλλης πόλης, όπως και παρεμπόδιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, είτε διά απαγωγής πλοίων είτε διά πολεμικών επιχειρήσεων ή παρανόμου ελλιμενισμού πλοίων στα άλλα λιμάνια. Κάθε νέα πόλη η οποία θα ήθελε να συμμετάσχει της Συνθήκης, είναι υποχρεωμένη να την αποδεχθεί. Τέλος, κάθε πόλη είναι υποχρεωμένη να αποστέλλει στρατό για κοινές ενέργειες των Ελλήνων, αν διαταχθεί από τον βασιλιά».

334 ΠΧ

Το Ιούνιο του 334 π.Χ. ο Αλέξανδρος ο Γ΄ πέτυχε θριαμβευτική νίκη επί των Περσών στο Γρανικό ποταμό. Με την νίκη αυτή άνοιξε ουσιαστικά ο δρόμος για την κατάκτηση της Περσικής αυτοκρατορίας, κατάκτηση που θα του έδινε την επωνυμία Μέγας και θα δημιουργούσε μια νέα εποχή. Μετά από τη νίκη αυτή, ο Αλέξανδρος ανέθεσε σε ένα σύνταγμα την κατασκευή 25 αγαλμάτων στο ιερό του Διός στο Δίον της Μακεδονίας, τα οποία απεικόνιζαν τους 25 εταίρους που έπεσαν σ’ αυτή την μάχη.

Έστειλε όμως κι ένα άλλο μεγάλο ανάθημα στην Ακρόπολη των Αθηνών, ένα σύνολο από 300 πανοπλίες, όπως αναφέρει ο Αρριανός, με την αναθηματική επιγραφή «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες, πλην Λακεδαιμονίων, από των Βαρβάρων των την Ασία κατοικούντων». Μέρος αυτού του αφιερώματος πρέπει να αποτελούσαν και επίχρυσες ασπίδες οι οποίες αναρτήθηκαν στον Παρθενώνα.

323 ΠΧ

Ο Μέγας Αλέξανδρος πεθαίνει. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, το σώμα του καθαρίστηκε και τοποθετήθηκε σε ένα γυάλινο φέρετρο γεμάτο μέλι. Το σώμα του παρέμεινε στη Βαβυλώνα για δύο έτη, έως και το 321 π.Χ., οπότε και πήρε το δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα ώστε να ταφεί στη Μακεδονία. Ο Πτολεμαίος όμως, μεσολάβησε και απέσπασε το σώμα του Αλέξανδρου ενώ βρισκόταν σε πορεία προς τη Μακεδονία, παίρνοντας το στην Αίγυπτο της οποίας ήταν ο κυβερνήτης. Ανάλογα με τις μαρτυρίες, το σώμα του τοποθετήθηκε στη Μέμφιδα αρχικά και αρκετά αργότερα στην Αλεξάνδρεια όταν αυτή επεκτάθηκε, ή στην Αλεξάνδρεια από την αρχή.

Τα ιστορικά στοιχεία που έχουν διασωθεί ως σήμερα, αναφέρουν πως η Αλεξάνδρεια είναι η τελευταία γνωστή τοποθεσία της σωρού του. Ο τελευταίος που φέρεται να έχει επισκεφτεί τη σωρό ήταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καρακάλλας το 215 μ.Χ., και από τότε δεν διασώζονται άλλες μαρτυρίες επισκεπτών της σωρού, και η ακριβής τοποθεσία του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι άγνωστη μέχρι στιγμής. Θα μπορούσε εδώ να δοθεί και μια θρησκευτική αναφορά κατά την οποία ο όσιος Σισώης που έζησε τον 4ο αιώνα μ.Χ. απεικονίζεται σε τοιχογραφίες και εικονογραφίες να προσκυνά στον τάφο του Μ. Αλέξανδρου στην Αλεξάνδρεια. Η αναφορά αυτή στον βίο του μπορεί να θεωρηθεί η τελευταία.

Αμέσως μετά τον θάνατό του ξεκίνησε η μάχη των διαδόχων τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά. Η Μακεδονία πέρασε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και αργότερα στην βυζαντινή και μετέπειτα στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

macedonia
Χάρτης της Μακεδονίας. Η κόκκινη γραμμή ορίζει το αρχαίο βασίλειο της Μακεδονίας και η μοβ την περιοχή που ορίζεται γεωγραφικά σήμερα ως Μακεδονία.

Η Μακεδονία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η Οθωμανική κατάκτηση βρήκε τη Μακεδονία σε μία προνομιακή κατάσταση έναντι των άλλων κατακτημένων Ελληνικών χωρών, καθώς ο τεράστιος πρωτογενής πλούτος της περιοχής, η στρατηγική θέση της στο κέντρο των Βαλκανίων και των εμπορικών οδών, αλλά και η μεγαλούπολη της Θεσσαλονίκης που αποτελούσε το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο του Ελληνισμού επί αιώνες, δημιούργησαν συνθήκες τέτοιες, όπου η οικονομική και πολιτιστική δραστηριότητα δεν καταρρακώθηκε ολοσχερώς. Λόγιοι, όπως ο Δημήτριος Κυδώνης, ο Νικόλαος Καβάσιλας, καθώς και ο ιστορικός Ιωάννης Αναγνώστης, ο συγγραφέας Μάζαρις κ.α. εξακολούθησαν να παράγουν πνευματικό έργο, ενώ κάποιοι αναγκάστηκαν να εκπατριστούν.

Αργότερα, μεγάλοι Μακεδόνες πνευματικοί άνδρες όπως ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, ο Κωνσταντίνος Καλλοκράτος, ο Θεόδωρος Γαζής κ.α. μετανάστευσαν στη Δυτική Ευρώπη, όπου συνέβαλαν αφενός στην πνευματική αναγέννηση της Ευρώπης και αφετέρου στην πολιτιστική συνέχεια των ελληνικών γραμμάτων. Μεγάλοι Μακεδόνες ευεργέτες, όπως ο Μανωλάκης Καστοριανός ενίσχυσαν την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων ιδρύοντας σχολεία σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, ενώ Μακεδόνες λόγιοι και διδάσκαλοι όπως ο Ματθαίος Καμαριώτης, ο Δωρόθεος Μονεμβασίας, ο Δαμασκηνός Στουδίτης, ο Σεβαστός Λεοντιάδης, ο Θεοφάνης ο Θεσσαλονίκης, ο Θωμάς Λογοθέτης, ο Δημήτριος ο Θεσσαλονικεύς κ.α. συνέβαλαν με τη διδασκαλία τους κι αυτοί στην εκπαιδευτική ανάταση του Ελληνισμού. Ταυτόχρονα, πρώτα στα όρη της Μακεδονίας δημιουργήθηκαν οι θεσμοί των Αρματολικίων που ανέδειξαν σημαντικούς κλέφτες όπως οι Λαζαίοι, ο Πάνος Μεϊντάνης, ο γερο-Ζήδρος κ.α. που δημιούργησαν μια επαναστατική παράδοση. Έτσι, οι Μακεδόνες συμμετείχαν σε πλήθος επαναστατικών εξεγέρσεων, όπως του 1684 (κατά τον ΣΤ΄ Βενετοτουρκικό Πόλεμο), του 1705 στην Ημαθία (που οδήγησε στην κατάργηση του παιδομαζώματος), του 1716 (υπό το Ζωσιμά Ρούση), του 1749, των Ορλωφικών (με το Μακεδόνα Γεώργιο Παπαζώλη και τους Ζιακαίους), του 1806 (με το Νικοτσάρα, τους Λαζαίους, Γεώργιο Τζαχίλα, Βασίλειο Ρομφέη και τον Νικόλα Τσάμη) και του 1808 (με το Νικοτσάρα και τους Λαζαίους).

Μακεδόνες, πρόδρομοι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Αναστάσιος Μιχαήλ και ο Γεώργιος Κονταρής, καθώς και διαφωτιστές, όπως ο Θεόδωρος Καβαλιώτης, ο Δημήτριος Δάρβαρις, ο Δημήτριος Καρακάσης, ο Γεώργιος Ζαβίρας, ο Μηνάς Μηνωίδης, ο ποιητής Αθανάσιος Χριστόπουλος κ.α. δημιούργησαν ζωτικές εστίες του διαφωτισμού, όπως η Μοσχόπολη, η Καστοριά, η Κοζάνη και η Θεσσαλονίκη, όπου άνθησε η Ελληνική παιδεία και οι επιστήμες. Διαδάσκαλοι του Γένους, όπως ο Μιλτιάδης Αγαθόνικος και λόγιοι όπως ο Γρηγόριος Ζαλύκης (που ίδρυσε το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο, πρόδρομο της Φιλικής Εταιρείας), συνέβαλαν στην επαναστατική εγρήγορση των Ελλήνων. Σημαντικοί Μακεδόνες πλαισίωσαν το στενό κύκλο του Ρήγα Φεραίου και τις ζυμώσεις για την αναγέννηση του έθνους, όπως ο Θεοχάρης Τουρούντζιας, ο Γεώργιος Θεοχάρης, οι Αδελφοί Εμμανουήλ και ο έμπορος Χρήστος Μάνος (γενάρχης της οικογένειας Χρηστομάνου). Η μεγάλη μετανάστευση των Μακεδόνων εμπόρων προς την Κεντρική Ευρώπη (Αυστρουγγαρία, Βλαχία κ.α.) ενίσχυσε οικονομικά τις κοινότητες των υπόδουλων Μακεδόνων, και έδωσε νέα πνοή με ανθρώπους που διακρίθηκαν στο εξωτερικό, όπως ο έμπορος Στέργιος Δούμπας, ο διπλωμάτης Πέτρος Ίτσκος, και άλλοι. Η οικονομική δραστηριότητα επίσης, στην ύστερη Οθωμανική περίοδο, με τις βιομηχανοποιημένες πόλεις Νάουσα και Έδεσσα, τη γουνοποιεία της Καστοριάς, τη βαμβακοϋφαντουργία των Σερρών και τα λιμάνια της Θεσσαλονίκης κυρίως, αλλά και της Καβάλας, δημιούργησαν συνθήκες μιας ώριμης Ευρωπαϊκής κοινωνίας, όπου η Οθωμανική διοίκηση εμφανίζονταν όλο και περισσότερο ως παράγοντας οπισθοδρόμισης.

Ο συνδυασμός αυτός της πνευματικής άνθησης και της οικονομικής ανάπτυξης κατά τον 18ο αιώνα, οδήγησε τη Μακεδονία σε ένα ραγδαία επιδεινούμενο πολιτικό αδιέξοδο σε σχέση με την Οθωμανική διοίκηση, δημιουργώντας έτσι τις πλέον ώριμες συνθήκες για την επικείμενη εκδήλωση της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης.

1821 Μ.Χ

Ξεσπάει η ελληνική επανάσταση με αποτέλεσμα αργότερα να γίνει το πρώτο ελληνικό κράτος όπου δεν είχε μέσα την Μακεδονία αλλά με τους Μακεδόνες να έχουν λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

proto elliniko kratos.png
Το πρώτο ελληνικό κράτος μαζί με την επέκταση του 1832

Η συμμετοχή της Μακεδονίας στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν αθρόα και καθοριστική για την τύχη της, γεγονός που αποτυπώνεται στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, όπου ο πληρεξούσιος της Μακεδονίας Ιωάννης Σκανδαλίδης κατατάσσεται στο Α΄ κλήρο πληρεξουσίων. Κατά τη διάρκεια του 19ου αι. οι Μακεδόνες πήραν τα όπλα αρκετές φορές για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό (με σημαντικότερες το 1854 και το 1877), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την ίδια εποχή η οθωμανική διοίκηση σκλήρυνε τη στάση της απέναντι στο ελληνικό στοιχείο. Παράλληλα, η γενικότερη παρακμή της οικονομίας και η αποσύνθεση της δημόσιας διοίκησης είχε ως αποτέλεσμα να επιδεινωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των χριστιανών (και ιδιαίτερα των Ελλήνων) της Μακεδονίας.

1870 ΜΧ

Από αυτό το έτος και έπειρα οι Βούλγαροι άρχισαν να πιέζουν τη Μακεδονία στο εκκλησιαστικό, το εκπαιδευτικό και το οικονομικό πεδίο. Οι Βουλγαρικές πιέσεις είχαν σκοπό να υπερισχύσουν εθνικά εις βάρος των Ελλήνων, χτίζοντας σχολεία και εκκλησίες, διορίζοντας δασκάλους και καθηγητές, ιδρύοντας φιλεκπαιδευτικούς ομίλους. Η εκστρατεία αυτή επικεντρώθηκε κυρίως στην προσπάθεια προσεταιρισμού των σλαβόφωνων που κατοικούσαν στην κεντρική ζώνη της Μακεδονίας.

Η βουλγαρική αυτή εκστρατεία, λόγω και της θρησκευτικής αυτονόμησης των Βουλγάρων, άρχισε να παίρνει δραματικές διαστάσεις στα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα στις βόρειες περιοχές της Μακεδονίας. Η θέση των Βουλγάρων ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (ανώτατης εκκλησιαστικής αρχής, ανεξάρτητης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως).

1893 ΜΧ

Ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η οργάνωση Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) με επίσημο σκοπό το συντονισμό των προσπαθειών των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας για την απελευθέρωσή τους από τον Οθωμανικό ζυγό. Η οργάνωση αναφερόταν γενικά στα δικαιώματα του «Μακεδονικού λαού» χωρίς εθνικές ή δογματικές διακρίσεις, δηλώνοντας «σταθερά ενωτική» και «μαχητικά αντισωβινιστική». Στην πραγματικότητα ήταν μία Βουλγαρική εθνικιστική οργάνωση με μυστική ατζέντα τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και την απόσχισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ενδιάμεσο στάδιο πριν την τελική ένωσή της με τη Βουλγαρία.

Η διαδικασία του εκβουλγαρισμού ήταν μεθοδική και είχε προσεκτικά σχεδιαστεί ώστε να κλιμακωθεί σταδιακά, με πρώτο στάδιο τον εξαναγκασμό του σύνολου του ρευστής εθνικής συνείδησης χριστιανικού πληθυσμού να εκκλησιάζεται σε εκκλησίες που θα υπάγονταν στην Βουλγαρική Εξαρχία αντί στις υπάρχουσες, οι οποίες υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν σε όλη τη Μακεδονία πολυάριθμες Εξαρχικές εκκλησίες. Σ’ αυτές, ο εκκλησιασμός γίνονταν στη βουλγαρική γλώσσα και τα ονόματα των βαπτιζομένων ήταν βουλγαρικά. Σε δεύτερη φάση το κομιτάτο άρχισε να ιδρύει πολυάριθμα σχολεία στα οποία τα παιδιά θα διδάσκονταν τη βουλγαρική γλώσσα και θα κατηχούνταν πλέον εθνικά.

1897 ΜΧ

Μετά το 1897 η Βουλγαρική εκστρατεία πέρασε σε νέα φάση, καθώς άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στη Μακεδονία βουλγαρικά ένοπλα σώματα (κομιτατζήδες), τα οποία πίεζαν τους χριστιανούς να προσχωρήσουν στην Εξαρχία και να στέλνουν τα παιδιά τους σε βουλγαρικά σχολεία. Η τρομοκρατία αυτή έφερε αποτελέσματα, καθώς μεγάλο μέρος των σλαβόφωνων είχε αρχίσει να ακολουθεί τους Βούλγαρους. Το καλοκαίρι του 1903 μάλιστα, πραγματοποιήθηκε μία εξέγερση, γνωστή ως Εξέγερση του Ίλιντεν. Η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα από τους Τούρκους και πολλές ελληνικές πόλεις και κωμοπόλεις της βόρειας Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και το Κρούσοβο, καταστράφηκαν.

Η εξέγερση αυτή, όμως, οδήγησε τον Ελληνισμό σε γενική κινητοποίηση. Εκπρόσωποι των Μακεδόνων (ιδιαίτερα της βορειοδυτικής Μακεδονίας) μετέβησαν στην Αθήνα και πίεσαν τις Ελληνικές κυβερνήσεις για υποστήριξη γιατί δεν μπορούσαν πλέον να ανακόψουν τις Βουλγαρικές ενέργειες με ίδια μέσα. Η ελληνική θέση για τη Μακεδονία εκείνη την εποχή ήταν σαφής. Η Ελλάδα διεκδικούσε την ιστορική Μακεδονία (το σημερινό ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας και τη γραμμή Αχρίδας-Μοναστηρίου-Στρώμνιτσας-Μελενίκου) και πάντοτε ανέμενε από τη Βουλγαρία την εκδήλωση ενδιαφέροντος για τον καθορισμό της διαχωριστικής γραμμής.

Η πολιτική της διατήρησης καλών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία που εγκαινίασε ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός Στέφανος Σταμπούλωφ (1887-1894) αποσκοπούσε στη βουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία μέσω της έκδοσης σουλτανικών βερατιών για Βούλγαρους επισκόπους και της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Σόφιας-Κιούστεντιλ-Σκοπίων.

Η Ελλάδα όμως είχε ως άξονα της πολιτικής της, πέρα από την προώθηση του εκπαιδευτικού και του εκκλησιαστικού έργου, την κατανομή του ευρύτερου μακεδονικού χώρου σε ελληνική και σλαβική ζώνη επιρροής. Η Σερβία, για την οποία το βιλαέτι του Κοσόβου (με πρωτεύουσα τα Σκόπια) δεν συμπεριλαμβανόταν στον μακεδονικό χώρο, αλλά αποτελούσε την Παλαιά Σερβία, δεν ήταν βασικά αντίθετη στη ιδέα της διανομής. Κατά τις σχετικές ελληνοσερβικές διαπραγματεύσεις στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα η Αθήνα και το Βελιγράδι συμφωνούσαν ότι η νότια ζώνη ήταν ελληνική και η βόρεια σλαβική, αλλά υπήρχαν ορισμένες διαφωνίες σχετικά με την επιδίκαση ορισμένων πόλεων της μεσαίας ζώνης στην Ελλάδα ή τη Σερβία.

Ο Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών, Αλέξανδρος Ζαΐμης, τον Οκτώβριο του 1897, μετά την ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο και ενόψει των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνθήκης ειρήνης. Πρότεινε στον Βούλγαρο διπλωματικό πράκτορα στην Αθήνα, Πέταρ Ντιμιτρόφ, να καθορίσουν η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία τις σφαίρες επιρροής τους στη Μακεδονία, χαρακτηρίζοντας ως ουδέτερη μια ζώνη, στην οποία θα είχαν διεκδικήσεις και οι τρεις πλευρές. Η βουλγαρική κυβέρνηση του Στοίλοφ απάντησε διπλωματικά στις 13 Νοεμβρίου ότι δέχεται βασικά να συζητήσει το θέμα, αλλά με τον όρο ότι η ελληνική κυβέρνηση να καθορίσει επακριβώς τη γεωγραφική περιοχή που διεκδικεί, όπως και την ουδέτερη ζώνη.

Ένα μήνα αργότερα ο Ζαΐμης άφησε να εννοηθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση θα γνωστοποιήσει τα βόρεια όρια της ουδέτερης ζώνης, αλλά αναμένει ότι ταυτόχρονα και η Βουλγαρία θα αποσαφηνίσει τα νότια όρια της ουδέτερης ζώνης. Τέτοιες υπεκφυγές αποδείκνυαν την αμοιβαία καχυποψία. Η Βουλγαρία, έχοντας εξασφαλίσει τον Οκτώβριο του 1897 τρία νέα σουλτανικά βεράτια για εξαρχικούς επισκόπους στη Δίβρα, το Μοναστήρι και τη Στρώμνιτσα, ως αποτέλεσμα της ουδέτερης στάσης που τήρησε στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο, σε καμιά περίπτωση δεν δεχόταν τη λύση της διανομής και απλά ήθελε να βολιδοσκοπήσει την στάση της Ελλάδας.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν πρόθυμο να προβεί σε άρση του βουλγαρικού σχίσματος, υπό τον όρο ότι ο Βούλγαρος Έξαρχος θα εγκατέλειπε την Κωνσταντινούπολη, θα εγκαθίστατο στη Σόφια και η δικαιοδοσία του θα περιοριζόταν στη Βουλγαρική Ηγεμονία και την Ανατολική Ρωμυλία.

1902 ΜΧ

Η Αθήνα παρακολουθώντας τις κινήσεις των Βουλγαρομακεδονικών κομιτάτων κατάλαβε πως πολύ σύντομα θα γινόταν βουλγαρική εξέγερση στη Μακεδονία. Μιλώντας στις 19 Μαΐου 1902 με τον πρέσβη της Αυστρο-Ουγγαρίας στην Αθήνα Μπούριαν, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης αναφέρθηκε στην προπαγάνδα της ΕΜΕΟ (ВМРО) για μια υπερεθνική εξέγερση όλων των Χριστιανών της Μακεδονίας ώστε να αυτονομηθεί η Μακεδονία. Η προπαγάνδα αυτή, συνέχισε ο Ζαΐμης, παρέσυρε και μερικούς Έλληνες, που άρχισαν να πιστεύουν ότι ήρθε η στιγμή μιας κοινής ενέργειας με τους Σλάβους για την απελευθέρωση, αλλά η ελληνική κυβέρνηση μέσω των προξενείων της τους προειδοποίησε για τις οδυνηρές συνέπειες, διότι «αυτοί θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά αντί για τους Βούλγαρους».

Ο Ζαΐμης μάλιστα επισήμανε ότι η Θεσσαλία είχε καταστεί κέντρο λαθρεμπορίου όπλων από Βουλγάρους που εγκαθίσταντο εκεί δήθεν ως εργάτες, αλλά ο πραγματικός τους σκοπός ήταν η αγορά όπλων, που είχαν εγκαταλειφθεί από τον ελληνικό στρατό μετά την ήττα του 1897. Οι ελληνικές αρχές, όταν τους συνελάμβαναν, τους αφόπλιζαν και τους απέλαυναν, κατέληξε ο Ζαΐμης.

1903 ΜΧ

Ενόψει της προετοιμασίας της εξέγερσης του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903) χρίστικαν οι τοπικοί ηγέτες και στο τέλος του Αυγούστου του 1902 πραγματοποιήθηκε στο Σιδηροχώρι Καστοριάς συνάντηση του απεσταλμένου του Τσόντσεφ από το περιβάλλον της βουλγαρικής ανωτάτης αρχής Γιάγκωφ με τους τοπικούς ηγέτες που δηλώνουν ότι δεν είναι έτοιμοι για μια τέτοια εξέγερση, αντιδρώντας μερικοί και στην βουλγαρική πρωτοβουλία.

Η δράση του Βουλγάρικου κομιτάτου αρχικά είχε κάποια επιτυχία αλλά σύντομα έγιναν αντιληπτά τα πραγματικά του κίνητρα όταν ένοπλες ομάδες του (κομιτατζήδες) άρχισαν να εκτελούν και να βασανίζουν ιερείς, δασκάλους, τοπικές προσωπικότητες, αλλά και απλούς πολίτες που αρνούνταν το συγκεκαλυμμένο αυτό εκβουλγαρισμό που εντάθηκε κατά τη διάρκεια προετοιμασίας (1902-1903) για την εξέγερση του Ίλιντεν. Αυτό αφύπνισε την κοινή γνώμη στην Ελλάδα.

Κατόπιν δραματικών εκκλήσεων του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού, ο οποίος είχε αρχίσει ήδη να οργανώνει τοπικά τμήματα αυτοάμυνας σε Καστοριά και Φλώρινα, ιδρύθηκε στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο υπό τον δημοσιογράφο Δημήτριο Καλαποθάκη. Ενδεικτικό των συνθηκών είναι ότι ίδιος ο Μητροπολίτης είχε αναγκαστεί να περιέρχεται τους ναούς των χωριών της περιφέρειάς του και να εκκλησιάζει με το όπλο του παραπόδα (λόγω των αλλεπάλληλων απειλών κατά της ζωής του), σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τονώσει το ηθικό των τρομοκρατημένων πιστών. Ακολούθησαν κάποιες αποστολές Ελληνικών ένοπλων σωμάτων (κατά κύριο λόγο Κρητών και Μανιατών εθελοντών) στη Μακεδονία.

1904 ΜΧ

 Εκείνη την χρονιά ξεκινάει ο λεγόμενος Μακεδονικός Αγώνας, όπου διήρκεσε μέχρι το 1908 που ξεκίνησε το κίνημα των Νεότουρκων. Ο Μακεδονικός Αγώνας που διεξήχθη στη  τότε Μακεδονία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε κυρίως εναντίον  των Βουλγάρων κομιτατζήδων και δευτερευόντως έναντι των Ρουμάνων και των Σέρβων, απαντώντας έτσι σε μια σταδιακά αυξανόμενη οργανωμένη βία από τη Βουλγαρική πλευρά που ξεκίνησε ήδη από την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 και είχε ως σκοπό τη Βουλγαροποίηση των χριστιανικών πληθυσμών και την αλλοίωση της εθνικής τους φυσιογνωμίας προς όφελος των Βουλγαρικών διεκδικήσεων.

Ο Μακεδονικός Αγώνας ξεκίνησε από την περιοχή της Καστοριάς (ειδικότερα στα Κορέστια) και περί το τέλος του είχε επεκταθεί σ΄ όλη τη σημερινή Μακεδονία μέχρι και των περιοχών του Μοναστηρίου, Γευγελής, Δοϊράνης κ.λ.π. Σκοπός των αντιπάλων ήταν ο εκφοβισμός ή η εξόντωση των αντίθετων στοιχείων και ο προσεταιρισμός του πληθυσμού προς την Βουλγαρική και την Ελληνική εκκλησία και εθνικό φρόνημα, δράση η οποία γρήγορα εξελίχθηκε σε αγώνα αλληλοεξόντωσης των εκατέρωθεν ενόπλων τμημάτων. Ενδεικτικό είναι πως ένα μήνα περίπου μετά την εξέγερση στη Μακεδονία καίγονται τα περισσότερα χωριά από τους Οθωμανούς, μερικά ολοσχερώς και τον Οκτώβριο του 1904 σκοτώνεται στη Στάτιστα (σημερινός Μελάς) ο Παύλος Μελάς.

Στην κορύφωσή του, ο αγώνας των Ελληνικών σωμάτων, υπήρξε διπλός εναντίον Βουλγαρικών ομάδων και Οθωμανικών στρατιωτικών σχηματισμών. Ένα από τα διατάγματα ίδρυσης της Βουλγαρικής Εξαρχίας ήταν, και το πλέον επίμαχο σημείο, ο τελευταίος όρος που επέτρεπε την επέκταση της Εξαρχίας για δημιουργία επισκοπικών περιφερειών εφόσον «το όλον, ή τουλάχιστον τα δύο τρίτα των ορθοδόξων κατοίκων, θέλουν να υπόκεινται εις την βουλγαρικήν εξαρχίαν».

Αυτός ο όρος ήταν τελικά η αιτία να ακολουθήσουν στη συνέχεια βουλγαρικές θηριωδίες σε βάρος ομόθρησκων λαών Ελλήνων και Σέρβων ειδικότερα σε χωριά της Μακεδονίας στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν δηλώσεις των δύο τρίτων των κατοίκων ότι είναι «Εξαρχικοί», αλλοιώνοντας με τον τρόπο αυτό το φρόνημα των κατοίκων, φθάνοντας έτσι στον Μακεδονικό Αγώνα και όχι μόνο. Η εντεινόμενη Βουλγαρική τρομοκρατία οδήγησε την περιοχή της Μακεδονίας, να τεθεί υπό διεθνή Επιτροπεία μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878) και Γάλλοι, Ρώσοι και Αυστριακοί στρατιωτικοί ανέλαβαν καθήκοντα παράλληλης διοίκησης με τους Οθωμανούς.

Οι Γάλλοι και Αυστριακοί προωθούσαν τις ουνιτικές ιεραποστολές στην Κεντρική Μακεδονία εποφθαλμιώντας τη Θεσσαλονίκη, ο καθένας για λογαριασμό του, ενώ οι Ρώσοι υποστήριζαν φανερά τις Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Η Υψηλή Πύλη αδυνατούσε να παρέμβει δραστικά στις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, οι Βούλγαροι την περίοδο εκείνη προσπαθούσαν αφενός να στρέφουν τις ευρωπαϊκές και οθωμανικές στρατιωτικές διοικήσεις κατά των αντιπάλων τους, και αφετέρου να συνεργάζονται με όποιες απ’ αυτές ήταν δυνατό, ενώ παράλληλα το Ηνωμένο Βασίλειο υπέσκαπτε με κάθε τρόπο την ενδεχόμενη Ελληνο-Βουλγαρική συνεργασία, φοβούμενη την εκμετάλλευσή της από τη Ρωσία.

Στα ορεινά και στις πιο απομονωμένες περιοχές ύπήρχαν ελεύθερα χωριά, φτωχά και με άγονη γη. Πλήρωναν μόνο φόρους στους Οθωμανούς και ήταν στο έλεος ληστρικών συμμοριών όταν δεν ανέθεταν την ασφάλειά τους σε τοπικούς λήσταρχους. Οι πιο δραστήριοι ήταν εποχιακοί εργάτες, καρβουνιάρηδες ή ξυλοκόποι, ενώ άλλοι αναγκάζονταν να στραφούν στη ληστεία, επάγγελμα αρκετά αποδοτικό εκείνη την εποχή. Τόπος χωρίς οδικό δίκτυο και με περιοχές τελείως απομονωμένες η μια από την άλλη με έλλειψη ασφάλειας, σύντομα θα υποστεί τη βουλγαρική προπαγάνδα που θα κυριαρχήσει με την τρομοκρατία. Έτσι αναδεικνύονται πρωτοκλασάτα στελέχη, αρχικά της ΕΜΕΟ ο Τσακαλάρωφ στο Σμαρδέσι, ο Μήτρε Βλάχος στο Μακροχώρι και ο Λαζάρ Ποπτράϊκωφ στο Δενδροχώρι.

Όμως η Μακεδονία  για δεκαετίες παρέμενε αποκομμένη από το ελληνικό βασίλειο επειδή  το Ελληνικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά από εμπόδια, όπως την γεωγραφική απόσταση και την αρνητική διπλωματική συγκυρία, αφού  οι επαναστατικές κινήσεις των ετών 1839-1840, 1854 και 1866 ναυάγησαν επειδή η Ελληνική πλευρά πίστευε πως θα εκβίαζε την ενσωμάτωση της Μακεδονίας αν την ενέτασσε στις διεθνείς κρίσεις της περιόδου.

Η επίσημη εμπλοκή του Ελληνικού κράτους στα Μακεδονικά πράγματα πραγματοποιήθηκε μετά τον Ιανουάριο του 1904, όταν ο οπλαρχηγός Κώττας Χρήστου επικεφαλής αντιπροσωπείας των Κορεστίων συναντήθηκε με το διάδοχο Κωνσταντίνο. Αλλά οι εθελοντές και συνεπακόλουθα τα τμήματα πολλαπλασιάστηκαν θεαματικά μετά την πανελλήνια συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατος του Παύλου Μελά το 1904.

1905 Μ.Χ

Η Ζαγκορίτσανη (σημ. Βασιλειάδα Καστοριάς) στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν μια κωμόπολη με περισότερους από 3.500 κατοίκους. Γενέτειρα του Αναστάς Γιάγκωφ, απόστρατου συνταγματάρχη του βουλγαρικού στρατού, έγινε κέντρο εξορμήσεων και αποθήκη πολεμικού υλικού που έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην προετοιμασία της εξέγερσης του Ίλιντεν. Μετά την διάψευση όμως των ελπίδων για τη αναγνώριση από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις μιας αυτόνομης Μακεδονίας ή μιας μεγαλύτερης Βουλγαρίας, που ήταν ο αρχικός αλλά και ο τελικός σκοπός, στην περιοχή της Καστοριάς είχε παραμείνει μόνο το σώμα του Μήτρε Βλάχου (Ντίμιταρ Παντζούρωφ) βλάχικης καταγωγής.

Έτσι την άνοιξη του 1905 επαναμφανίζονται στην περιοχή οι βουλγαρόφρονες κομιτατζήδες, καταφθάνουν τα σώματα του Βασίλ Τσακαλάρωφ, Ιβάν Ποπώφ και Μιχαήλωφ, ενώ αναπτύσσουν εντονότερη δράση αυτά του Μήτρο Βλάχου, Ατανάς Κερσάκωφ από την Ιεροπηγή (τότε Κονστενέτσι) και Κόλε Αντρέιεφ μεθερμηνευόμενον (Νικόλαος Ανδρέου) από το Βαρικό Φλώρινας (τότε Μόκρενη). Στην βουλγαρική βιβλιογραφία η επίθεση στη Ζαγκορίτσανη αναφέρεται ως η «Σφαγή της Ζαγορίτσανης» βουλγ. (Загоричанско клане) που αποδίδεται στην αγριότητα Ελλήνων αξιωματικών και Κρητικών εθελοντών χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε διασύνδεση με προγενέστερα συμβάντα, όπως ότι στις 21 Φεβρουαρίου του 1905 πυρπολήθηκε η Μονή του Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς από τον Μήτρο Βλάχο και Κόλε και δολοφονούνται ο ηγούμενος της Άνθιμος Γιοβανόπουλος και οι εγκαταβιώντες μοναχοί. Ότι στις 24 Φεβρουαρίου πυρπολείται η Μονή του Αγίου Νικολάου του Τσιριλόβου σημαντικό κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα από τον Κόλε Αντρέεφ.

Στις 15 Μαρτίου 1905 δολοφονείται άγρια από τσέτα της Ζαγορίτσανης ο Καστοριανός δάσκαλος Βασίλειος Μελεγκάνος που είχε ορισθεί από τον Στέφανο Δραγούμη δάσκαλος στο πλησιέστερο χωριό το Κεφαλάρι από όπου υδροδοτούνταν και η πόλη της Καστοριάς.

Στις 18 Μαρτίου δέχεται επίθεση η Μονή Αγίου Αθανασίου Ζηκοβίστης και στις 21 Μαρτίου καταφθάνει στο Σισάνι το πολυπληθές σώμα του Στέφανου Δούκα (Καπετάν Μάλλιος) και συναντάται με τον Βάρδα. Μαζί με τα σώματα Καούδη, Γύπαρη, Δικώνυμου Μακρή, Καραβίτη , Γκούσα και Πουλάκα συγκεντρώνει ένα πολυπληθές σώμα περίπου 200 οπλιτών ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται οι σλαβόφωνοι Σταύρος Τσίλης από το Μαυρόκαμπο Καστοριάς ως οπλίτης, ο Θωμάς Χρήστου (Ρώμπακας) ομαδάρχης του Τσόντου Βάρδα από την Βυσσινιά Καστοριάς, ο Θανάσκας (Παπαδημητρίου) Φώτιος από τον Απόσκεπο Καστοριάς, ο Ζηκούλης Αχιλλέας (Κοκοφύνας) κ.α. που συναντώνται στη Μονή Αγίων Αναργύρων Μελισσοτόπου όπου και αποφασίζεται να επιτεθούν στην κωμόπολη της Βασιλειάδας εξαιτίας του γεγονότος ότι πολλοί κάτοικοί της συμμετείχαν στην πυρπόληση της Μονής Τσιριλόβου πριν ένα μήνα.

Το ξημέρωμα της 25ης Μαρτίου δόθηκε το σύνθημα για την επίθεση που δεν έπρεπε να διαρκέσει περισσότερο από μιάμισυ ώρα γιατί ήταν βέβαιο ότι θα κατέφθανε τουρκικό απόσπασμα από την διπλανή Κλεισούρα της Καστοριάς και τη Λιθιά. Οι αμυνόμενοι κάνανε χρήση του οπλισμού τους μέσα από τα παράθυρα των σπιτιών τους. Κατά την αποχώρηση, όταν άρχισε να φθάνει το τουρκικό απόσπασμα οι νεκροί ήτανε 42 μεταξύ των οποίων 6 γυναίκες, δύο παιδιά και μερικοί πατριαρχικοί για να προστεθούν λίγο αργότερα άλλοι 18 αιχμάλωτοι που εκτελέσθηκαν. Οι νεκροί παρέμειναν στο τόπο τους για αρκέτες ημέρες γιατί αναμένονταν η ευρωπαϊκή επιτροπή για να εκτιμήσει την κατάσταση. Η αναμονή αυτή αλλοίωσε τα νεκρά σώματα αλλά και προσέφερε και την δυνατότητα για κάθε είδους επέμβαση,όπως του λογχισμένου πολλαπλώς νεκρού παιδιού. Με το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 αναστέλλεται κάθε εμπόλεμη δραστηριότητα μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913.

Όμως οι αψιμαχίες μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων αλλά και του καθενός ξεχωριστά με τους Νεότουρκους συνεχίστηκε και μετά από εκείνη την 4 ετία σε πολύ μικρότερη ένταση βέβαια αλλά και πάλι με θύματα. Ενδεικτική της κατάστασης που επικρατούσε στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν και η δολοφονία του Μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανού, που αποτελούσε στυλοβάτη του Ελληνισμού προασπίζοντας την ταυτότητα των κατοίκων της περιοχής των Γρεβενών. Ο Αιμιλιανός, αποτέλεσε στόχο των Νεότουρκων και των Κομιτατζήδων και ο φόνος του έγινε σε δάσος και εν κρυπτώ την 1η Οκτωβρίου 1911, ενώ ο Μητροπολίτης μετέβαινε στο χωριό Γκριντάδες για να λειτουργήσει.

Η επικράτηση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων εκείνη την 4ετία μπορεί να μην επέφερε βέβαια ως άμεσο κέρδος τη Μακεδονία επειδή μεσολάβησε το Νεοτουρκικό κίνημα του 1908, το οποίο μετά την επικράτησή του οδήγησε στην απώλεια πολλών κεκτημένων των μειονοτήτων, εμπόδισε όμως να χαθούν οι περιοχές που αποτέλεσαν αργότερα την Ελληνική Μακεδονία. Η χαμένη αυτοπεποίθηση των Ελλήνων αξιωματικών από τον πόλεμο του 1897 ανακτήθηκε.

1908 ΜΧ

Η Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 έφερε την αποκατάσταση της συνταγματικής μοναρχίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την έναρξη της Δεύτερης Συνταγματικής Περιόδου. Όταν ξέσπασε η εξέγερση που υποστηρίχθηκε από διανοούμενους, το στρατό και σχεδόν όλες τις εθνοτικές μειονότητες της αυτοκρατορίας αναγκάστηκε ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ να υιοθετήσει εκ νέου το από χρόνια ανενεργό οθωμανικό σύνταγμα του 1876 και το κοινοβούλιο. Με την απόφαση αυτή γεννήθηκαν ελπίδες μεταξύ των βαλκανικών εθνοτήτων για μεταρρυθμίσεις και αυτονομία και πραγματοποιήθηκαν μάλιστα εκλογές για το σχηματισμό ενός αντιπροσωπευτικού, πολυεθνικού, οθωμανικού κοινοβουλίου.

Με την ανακήρυξη Συνταγματικού Πολιτεύματος παύει και επίσημα ο Μακεδονικός Αγώνας. Ωστόσο, μετά την απόπειρα αντιπραξικοπήματος του Σουλτάνου, το φιλελεύθερο στοιχείο των Νεοτούρκων παραγκωνιάστηκε και κατέστη κυρίαρχο το εθνικιστικό. Ταυτόχρονα, τον Οκτώβριο του 1908, η Αυστροουγγαρία εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία της οθωμανικής πολιτικής αναταραχής για να προσαρτήσει την de jure οθωμανική επαρχία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, που κατείχε από το 1878.

Η Βουλγαρία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, όπως είχε κάνει το 1878, αλλά αυτή τη φορά η ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε διεθνώς. Οι Έλληνες της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας ανακήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα, αν και η αντίδεαση των Μεγάλων Δυνάμεων εμπόδισε την ενέργεια αυτή να έχει πρακτικό αποτέλεσμα.

1912 ΜΧ

Μετά την νίκη της Ιταλίας στον Ιταλοτουρκικό Πόλεμο του 1911-1912 οι Νεότουρκοι έχασαν την εξουσία μετά από πραξικόπημα. Οι Βαλκανικές χώρες το είδαν ως ευκαιρία να επιτεθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους για επέκταση. Με την αρχική ενθάρρυνση Ρώσων αντιπροσώπων το Μάρτιο του 1912 η Σερβία και η Βουλγαρία υπέγραψαν συμμαχία εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Βάσει της συμφωνίας σε περίπτωση νίκης επί των Τούρκων, η Βουλγαρία θα προσαρτούσε τα εδάφη ανατολικά του Στρυμόνα, η Σερβία τα εδάφη βόρεια του όρους Σκάρδος. Οι δύο χώρες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας. Στην συμμαχία προστέθηκε αργότερα και το Μαυροβούνιο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος που ήταν ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, θεωρώντας ότι, αν ξεσπάσει ένοπλη σύγκρουση στα Βαλκάνια χωρίς Ελληνική συμμετοχή θα χανόταν για πάντα η δυνατότητα να υλοποιηθούν οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, υπέγραψε τον Μάιο του 1912 αμυντική συμμαχία με τη Βουλγαρία. Οι δύο χώρες επίσης δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας και συναίνεσαν απλώς στο να κρατήσει κάθε χώρα όσα εδάφη θα κατάφερνε να αποσπάσει από την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Ένας παράγοντας που ώθησε την Βουλγαρική ηγεσία να δεχθεί τέτοιου είδους συμφωνία ήταν το γεγονός πως η ήττα της Ελλάδας κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 είχε δημιουργήσει στους υπολοίπους Βαλκάνιους την πεποίθηση ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν αποτελούσε υπολογίσιμο παράγοντα. Οι Βούλγαροι, οι οποίοι θεωρούσαν ότι είναι «οι Πρώσοι των Βαλκανίων», πίστευαν ότι στην καλύτερη περίπτωση ο Ελληνικός Στρατός θα κολλούσε στα σύνορα ή θα σημείωνε λίγες τοπικές επιτυχίες χωρίς πάντως να μπορέσει να διεκδικήσει με αξιώσεις εδάφη που αποτελούσαν στόχο της Βουλγαρίας.

Δέχθηκαν λοιπόν την συμμαχία με την Ελλάδα επειδή πίστευαν στο αξιόμαχο του Ελληνικού στόλου, ο οποίος είχε την δυνατότητα να εμποδίσει την μεταφορά ενισχύσεων από τα λιμάνια της Μικράς Ασίας προς την Ευρωπαϊκή Τουρκία, όπως και πράγματι έκανε. Με τις τολμηρές του διπλωματικές πρωτοβουλίες ο Βενιζέλος ήρθε σε αντίθεση με την ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο (όπως και ο Ίων Δραγούμης) λόγω και του πρόσφατου Μακεδονικού αγώνα θεωρούσε πιο επικίνδυνο αντίπαλο την Βουλγαρία και εξέταζε την περίπτωση συμμαχίας με την Τουρκία.

Με δεδομένη την πρόσφατη περίοδο του Μακεδονικού αγώνα, την αντιπαλότητα με τη Βουλγαρία και γενικότερα με τους φορείς των ιδεών του πανσλαβισμού, στην ελληνική πολιτική ζωή κυριαρχούσε από τα τέλη του 19ου αιώνα η ιδέα του σλαβικού κινδύνου. Η Ελλάδα αντιμετώπιζε το δίλημμα εάν θα ήταν προτιμότερη η συμμαχία με τους Χριστιανούς Σλάβους εναντίον των Τούρκων ή εάν η σλαβική απειλή ήταν τόσο επικίνδυνη ώστε θα έπρεπε να προτιμηθεί η συμμαχία με την καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία μετεξελισσόμενη θα μπορούσε ίσως και να κυβερνηθεί από Έλληνες.

Ο καταστροφικός πόλεμος του 1897 είχε επηρεάσει πολλούς, ανάμεσα τους και τον Ίωνα Δραγούμη ο οποίος θεώρησε ότι το Ελληνικό κράτος είχε αποτύχει και ότι η πρόοδος του Ελληνισμού θα έπρεπε να αναζητηθεί με μία αυτοκρατορική λογική μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι απόψεις αυτές φτάνουν στο αποκορύφωμά τους λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους όταν ο Ίων Δραγούμης απογοητευμένος από το Ελληνικό κράτος μιλάει πιο ιδεαλιστικά για «ανατολικό κράτος», απαξιώνοντας «το κρατίδιον», όπως αποκαλούσε την Ελλάδα.

Αντίθετα ο Βενιζέλος, τέκνο της Κρήτης η οποία είχε μόλις πρόσφατα αποκτήσει την αυτονομία της, εμφανιζόταν περισσότερο ως οπαδός του κλασσικού αλυτρωτισμού του 19ου αιώνα. Θέτοντας δε ως άμεσο στόχο την απελευθέρωση των Οθωμανικών κτήσεων στην Ευρώπη, χωρίς μάλιστα προηγούμενη συμφωνία για το μοίρασμα τους, άλλαξε άρδην την εξωτερική πολιτική. Η επιλογή του Βενιζέλου για συμμαχία με τη Βουλγαρία αποτελούσε μεγάλη τομή ειδικά για την παλιά γενιά του μακεδονικού αγώνα. Τελικά ο κρητικός πολιτικός κατάφερε να υπερνικήσει τις αντιδράσεις της διπλωματικής γραφειοκρατίας, φροντίζοντας ταυτόχρονα να καταστήσει την χώρα ετοιμοπόλεμη, ώστε να μην επαναληφθεί η τραυματική εμπειρία του 1897.

Η αλήθεια είναι ότι μετά την επανάσταση στο Γουδί ο Ελληνικός στρατός είχε βελτιώσει με πολύ γρήγορους ρυθμούς το επίπεδο εκπαιδεύσεως με την άφιξη ξένων (Γαλλικών) εκπαιδευτικών αποστολών, είχε ανανεώσει και εκσυγχρονίσει τον εξοπλισμό του, και είχε διοικητικά αναδιοργανωθεί με την βελτίωση του συστήματος των προαγωγών των αξιωματικών και την απομάκρυνση των Βασιλοπαίδων από την ηγεσία. Ταυτόχρονα τέθηκε σε εφαρμογή και το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του στόλου με αποκορύφωμα την αγορά του Θωρηκτού «Αβέρωφ».

Οι τρεις Σλαβικοί σύμμαχοι (Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο) είχαν εκπονήσει εκτεταμένα σχέδια για το συντονισμό των πολεμικών προσπαθειών τους, σε συνέχεια των μυστικών προπολεμικών τους διακανονισμών και υπό στενή ρωσική εποπτεία (η Ελλάδα δεν είχε συμπεριληφθεί). Η Σερβία και το Μαυροβούνιο θα επετίθεντο στο Σαντζάκ, η Βουλγαρία και η Σερβία στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Η κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν δύσκολη. Ο πληθυσμός της των περίπου 26 εκατομμυρίων παρείχε τεράστιο όγκο ανθρώπινου δυναμικού, αλλά τα τρία τέταρτα του πληθυσμού και σχεδόν όλο το μουσουλμανικό τμήμα του ζούσαν στο ασιατικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Οι ενισχύσεις έπρεπε να προέλθουν από την Ασία κυρίως μέσω της θάλασσας, πράγμα που εξαρτιόταν από τα αποτελέσματα του πολέμου μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού ναυτικού στο Αιγαίο.

Με την ξέσπασμα του πολέμου η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενεργοποίησε τρία Αρχηγεία Στρατού: το Θρακικό στην Κωνσταντινούπολη, το Δυτικό στη Θεσσαλονίκη και του Αξιού στα Σκόπια, εναντίον των Βουλγάρων, των Ελλήνων και των Σέρβων αντίστοιχα. Οι περισσότερες από τις διαθέσιμες δυνάμεις της διατέθηκαν σε αυτά τα μέτωπα. Μικρότερες ανεξάρτητες μονάδες διατέθηκαν αλλού, κυρίως γύρω από τις βαριά οχυρωμένες πόλεις.

Το Μαυροβούνιο, υπό το Βασιλιά Νικόλαο, ήταν το πρώτο που κήρυξε πόλεμο στις 8 Οκτωβρίου. Η κύρια ώθησή του ήταν προς τη Σκόδρα, με δευτερεύουσες επιχειρήσεις στην περιοχή Νόβι Παζάρ. Οι υπόλοιποι σύμμαχοι, αφού επέδωσαν κοινό τελεσίγραφο, κήρυξαν τον πόλεμο μια εβδομάδα αργότερα. Η Βουλγαρία επιτέθηκε προς την Ανατολική Θράκη και αναχαιτίστηκε μόνο στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης στη γραμμή Τσατάλτσα και στον Ισθμό της Χερσονήσου της Καλλίπολης, ενώ δευτερεύουσες δυνάμεις κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Η Σερβία επιτέθηκε νότια προς τα Σκόπια και το Μοναστήρι και έπειτα στράφηκε δυτικά προς τη σημερινή Αλβανία, φτάνοντας στην Αδριατική, ενώ μια δεύτερη Στρατιά κατέλαβε το Κοσσυφοπέδιο και ενώθηκε με τις δυνάμεις του Μαυροβουνίου.

Πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων η Ελλάδα είχε φροντίσει να αποστείλει στη Μακεδονία 250 περίπου Μακεδονομάχους που είχαν προετοιμάσει τον πληθυσμό και οργανώσει ομάδες ανταρτών. Η Ελλάδα αποβίβασε στρατό στην Χαλκιδική αλλά οι κυριότερες δυνάμεις της Ελλάδας επιτέθηκαν από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία μέσω του στενού του Σαρανταπόρου και μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης στις 12 Νοεμβρίου επέκτεινε την κατεχόμενη έκτασή της και ενώθηκε με το Σερβικό στρατό στα βορειοδυτικά ενώ οι κύριες δυνάμεις της στράφηκαν ανατολικά προς την Καβάλα, φτάνοντας στους Βούλγαρους. Ένας άλλος ελληνικός στρατός επιτέθηκε στην Ήπειρο προς τα Ιωάννινα.

Στο ναυτικό μέτωπο, ο οθωμανικός στόλος δύο φορές βγήκε από τα Δαρδανέλια και τις δύο ηττήθηκε από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό στις Ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου. Η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο δεν επέτρεψε στους Οθωμανούς να μεταφέρουν τα σχεδιαζόμενα στρατεύματα από τη Μέση Ανατολή στο Θρακικό (κατά των Βουλγάρων) και το Μακεδονικό (κατά των Ελλήνων και Σέρβων) μέτωπο. Σύμφωνα με τον E.Τ. Ερικσον το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό έπαιξε επίσης σημαντικότατο, αν και έμμεσο ρόλο, στην εκστρατεία της Θράκης εξουδετερώνοντας όχι λιγότερα από τρία Θρακικά Σώματα (βλ. Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος, βουλγαρικό θέατρο επιχειρήσεων), σημαντικό τμήμα του εκεί Οθωμανικού Στρατού, -στο πολύ σημαντικό ξεκίνημα του πολέμου. Μετά την ήττα του οθωμανικού στόλου, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό ήταν επίσης ελεύθερο να απελευθερώσει τα νησιά του Αιγαίου. Ο Βούλγαρος Στρατηγός Νικόλα Ιβάνοφ αναγνώρισε τη δράση του Ελληνικού Ναυτικού ως κύριο παράγοντα της γενικής επιτυχίας των συμμάχων.

Τον Ιανουάριο, μετά από ένα επιτυχημένο πραξικόπημα νέων αξιωματικών του στρατού, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισε να συνεχίσει τον πόλεμο. Μετά από μια αποτυχημένη οθωμανική αντεπίθεση στο μέτωπο της Δυτικής Θράκης, οι Βουλγαρικές δυνάμεις, με τη βοήθεια του Σερβικού Στρατού, κατόρθωσαν να καταλάβουν την Αδριανούπολη, ενώ οι Ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να πάρουν τα Ιωάννινα αφού νίκησαν τους Οθωμανούς στη Μάχη του Μπιζανίουι. Στο κοινό θέατρο επιχειρήσεων Σερβίας-Μαυροβουνίου ο στρατός του Μαυροβουνίου πολιορκούσε και κατέλαβε τη Σκόδρα, τερματίζοντας την οθωμανική παρουσία στην Ευρώπη δυτικά της γραμμής Τσατάλτσα μετά από σχεδόν 500 χρόνια. Ο πόλεμος τελείωσε επίσημα με τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 30 Μαΐου του 1913.

Αν και οι Βαλκανικοί σύμμαχοι είχαν αγωνιστεί μαζί ενάντια στον κοινό εχθρό, αυτό δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσουν τις αμοιβαίες αντιπαραθέσεις τους. Στο αρχικό έγγραφο για το Βαλκανικό συνασπισμό η Σερβία υποσχέθηκε στη Βουλγαρία το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας. Αλλά, πριν τελειώσει ο πρώτος πόλεμος, η Σερβία (κατά παράβαση της προηγούμενης συμφωνίας) και η Ελλάδα αποκάλυψαν το σχέδιό τους να διατηρήσουν την κατοχή των εδαφών που είχαν καταλάβει οι δυνάμεις τους. Αυτή η πράξη ώθησε τον τσάρο της Βουλγαρίας να επιυεθεί στους συμμάχους του.

Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξέσπασε στις 29 Ιουνίου του 1913, όταν η Βουλγαρία επιτέθηκε στους πρώην συμμάχους της του Α΄Βαλκανικού Πολέμου, της Σερβίας και της Ελλάδας, ενώ το Μαυροβούνιο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρενέβησαν αργότερα κατά της Βουλγαρίας και η Ρουμανία επιτέθηκε στη Βουλγαρία από το βορρά. Όταν ο ελληνικός στρατός μπήκε στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο μόλις μια μέρα πριν από τη Βουλγαρικό, του ζητήθηκε να επιτρέψουν σε ένα βουλγαρικό τάγμα να εισέλθει στην πόλη. Η Ελλάδα δέχτηκε με αντάλλαγμα να επιτραπεί σε μιας ελληνική μονάδα να μπει στην πόλη των Σερρών.

Η βουλγαρική μονάδα που εισήλθε στη Θεσσαλονίκη αποδείχθηκε ότι ήταν μια ισχυρή μεραρχία 18.000 ανδρών, αντί του τάγματος, κάτι που προκάλεσε ανησυχία μεταξύ των Ελλήνων, που την είδαν ως βουλγαρική προσπάθεια να εγκαταστήσει μια συγκυριαρχία πάνω στην πόλη. Λόγω όμως της επείγουσας ανάγκης ενισχύσεων στο μέτωπο της Θράκης, το Βουλγαρικό Αρχηγείο σύντομα αναγκάστηκε να απομακρύνει τα στρατεύματά του από την πόλη (ενώ οι Έλληνες συμφώνησαν με αμοιβαία συνθήκη να απομακρύνουν τις μονάδες τους που έδρευαν στις Σέρρες) και να τις μεταφέρουν στο Δεδεαγάτς (σημερινή Αλεξανδρούπολη).

Η Ελλάδα είχε επίσης επιτρέψει στους Βούλγαρους να ελέγχουν το τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης που βρισκόταν στην κατεχόμενη από τους Ελληνες περιοχή, δεδομένου ότι η Βουλγαρία έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γραμμής προς τη Θράκη. Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων στη Θράκη – και επιβεβαιώνοντας τις ελληνικές ανησυχίες – η Βουλγαρία δεν ήταν ικανοποιημένη από το έδαφος που έλεγχε στη Μακεδονία και ζήτησε αμέσως από την Ελλάδα να παραιτηθεί από τη Θεσσαλονίκη και την περιοχή βόρεια της Πιερίας, παραδίδοντάς της ουσιαστικά όλη τη Μακεδονία του Αιγαίου. Αυτά τα απαράδεκτα αιτήματα, μαζί με τη βουλγαρική άρνηση αποστρατείας του στρατού της, εφόσον η Συνθήκη του Λονδίνου είχε τερματίσει τον κοινό πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, ανησύχησαν την Ελλάδα, που αποφάσισε και αυτή να διατηρήσει το στρατό της σε επιστράτευση.

Παρομοίως, στη βόρεια Μακεδονία, η ένταση μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας λόγω των μελλοντικών φιλοδοξιών τους για τη Μακεδονία του Βαρδάρη προκάλεσε πολλά επεισόδια μεταξύ των δύο στρατών, κάνοντας τη Σερβία να διατηρήσει την κινητοποίηση του στρατού της.  Η Σερβία και η Ελλάδα πρότειναν οι τρεις χώρες να μειώσουν το στρατό τους κατά ένα τέταρτο, ως ένα πρώτο βήμα για τη διευκόλυνση μιας ειρηνικής λύσης, αλλά η Βουλγαρία το απέρριψε. Η Ελλάδα και η Σερβία ξεκίνησαν μια σειρά διαπραγματεύσεων και υπέγραψαν μια συνθήκη την 1η Ιουνίου του 1913.

Με τη συνθήκη αυτή συμφωνήθηκαν αμοιβαία σύνορα μεταξύ των δύο χωρών μαζί με μια συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής και διπλωματικής υποστήριξης σε περίπτωση βουλγαρικής ή / και αυστρο-ουγγρικής επίθεσης. Ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας, καλά ενημερωμένος, προσπάθησε να σταματήσει την επερχόμενη σύγκρουση στις 8 Ιουνίου, στέλνοντας ένα ταυτόσημο προσωπικό μήνυμα στους βασιλιάδες της Βουλγαρίας και της Σερβίας, προσφερόμενος να ενεργήσει ως διαιτητής σύμφωνα με τις διατάξεις της Σερβοβουλγαρικής Συνθήκης του 1912. Ωστόσο η Βουλγαρία, θέτοντας όρους για την αποδοχή της ρωσικής διαιτησίας, αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση και έκανε τη Ρωσία να αποκηρύξει τη συμμαχία της με τη Βουλγαρία.

Οι Σέρβοι και οι Έλληνες είχαν στρατιωτικό πλεονέκτημα την παραμονή του πολέμου επειδή οι στρατοί τους αντιμετώπισαν συγκριτικά αδύναμες οθωμανικές δυνάμεις στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο και υπέστησαν σχετικά ελαφρές απώλειες, ενώ οι Βούλγαροι ενεπλάκησαν σε σφοδρές μάχες στη Θράκη. Οι Σέρβοι και οι Έλληνες είχαν χρόνο να ενισχύσουν τις θέσεις τους στη Μακεδονία. Οι Βούλγαροι είχαν επίσης κάποια πλεονεκτήματα, ελέγχοντας τις γραμμές εσωτερικής επικοινωνίας και εφοδιασμού.

Στις 29 Ιουνίου του 1913, ο στρατηγός Σαβόφ, με άμεσες εντολές του Τσάρου Φερδινάνδου Ι, έδωσε διαταγές για επίθεση εναντίον τόσο της Ελλάδας όσο και της Σερβίας χωρίς να συμβουλευτεί τη βουλγαρική κυβέρνηση και χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Τη νύχτα της 30ης Ιουνίου του 1913 επιτέθηκε στο Σερβικό στρατό στο ποταμό Μπρεγκάλνιτσα και στη συνέχεια στον Ελληνικό στρατό στη Νιγρίτα. Ο Σερβικός στρατός αντιστάθηκε στην ξαφνική νυχτερινή επίθεση, ενώ οι περισσότεροι στρατιώτες δεν γνώριζαν καν με ποιον μάχονταν, καθώς τα βουλγαρικά στρατόπεδα βρίσκονταν δίπλα στους Σέρβους και θεωρούντο συμμαχικά. Οι δυνάμεις του Μαυροβουνίου ήταν μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά και επίσης έσπευσαν στη μάχη. Η βουλγαρική επίθεση αναχαιτίστηκε.

Ο ελληνικός στρατός σημείωσε επίσης επιτυχίες. Υποχώρησε σύμφωνα με το σχέδιο για δύο ημέρες ενώ η Θεσσαλονίκη εκκαθαρίστηκε από το υπόλοιπο βουλγαρικό σύνταγμα. Στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός αντεπιτέθηκε και νίκησε τους Βούλγαρους στο Κιλκίς, μετά από την οποία καταστράφηκε η κυρίως βουλγαρική πόλη και ο πληθυσμός της εκδιώχθηκε. Μετά την κατάληψη του Κιλκίς η προέλαση του ελληνικού στρατού δεν ήταν αρκετά γρήγορη για να αποτρέψει την καταστροφή της Νιγρίτας, των Σερρών και του Δοξάτου και τις σφαγές Ελλήνων αμάχων στο Σιδηρόκαστρο και το Δοξάτο από το βουλγαρικό στρατό.

Ο ελληνικός στρατός μοίρασε τότε τις δυνάμεις του και προχώρησε σε δύο κατευθύνσεις. Το ένα τμήμα προχώρησε ανατολικά και κατέλαβε τη Δυτική Θράκη. Ο υπόλοιπος ελληνικός στρατός προέλασε στην κοιλάδα του ποταμού Στρυμόνα, νικώντας το βουλγαρικό στρατό στις μάχες της Δοϊράνης και του Μπέλες, και συνέχισε την προέλασή του βόρεια προς τη Σόφια. Στα στενά του Κρέσνας οι Έλληνες έπεσαν σε ενέδρα της Βουλγαρικής 2ης και 1ης Στρατιάς, που μόλις είχαν φτάσει από το σερβικό μέτωπο και είχαν ήδη καταλάβει αμυντικές θέσεις εκεί μετά τη βουλγαρική νίκη στο Καλιμάντσι.

Στις 30 Ιουλίου ο ελληνικός στρατός υστερούσε πλέον αριθμητικά του βουλγαρικού στρατού, που προσπάθησε να περικυκλώσει τους Έλληνες με μια μάχη τύπου των Καννών, ασκώντας πίεση στα πλευρά τους. Ο ελληνικός στρατός είχε εξαντληθεί και αντιμετώπιζε δυσκολίες εφοδιασμού. Η μάχη συνεχίστηκε για 11 ημέρες, από τις 29 Ιουλίου ως τις 9 Αυγούστου, σε ένα ορεινό και δασωμένο λαβύρινθο πάνω από 20 χιλιόμετρων, χωρίς καμμία έκβαση.

Ο Έλληνας Βασιλιάς, βλέποντας ότι οι μονάδες που πολεμούσε ήταν από το σερβικό μέτωπο, προσπάθησε να πείσει τους Σέρβους να επαναλάβουν την επίθεσή τους, καθώς το μέτωπο εκείνο είχε πλέον αδυνατίσει, αλλά οι Σέρβοι αρνήθηκαν. Τότε έφτασαν τα νέα για ρουμανική προέλαση προς τη Σόφια και την επικείμενη πτώση της. Αντιμέτωπος με τον κίνδυνο περικύκλωσης ο Κωνσταντίνος συνειδητοποίησε ότι ο στρατός του δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει τις εχθροπραξίες και συμφώνησε με την πρόταση του Ελευθέριου Βενιζέλου να αποδεχτεί το αίτημα της Βουλγαρίας για ανακωχή, όπως του είχε μεταφερθεί μέσω της Ρουμανίας.

Η Ρουμανία είχε κηρύξει επιστράτευση και κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία στις 10 Ιουλίου, καθώς είχε προειδοποιήσει επίσημα τη Βουλγαρία από τις 28 Ιουνίου ότι δεν θα παρέμενε ουδέτερη σε νέο Βαλκανικό πόλεμο, λόγω της άρνησης της Βουλγαρίας να παραχωρήσει το φρούριο της Σιλίστρας, όπως είχε υποσχεθεί πριν από τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο σε αντάλλαγμα της ρουμανικής ουδετερότητας.

Οι δυνάμεις της αντιμετώπισαν μικρή αντίσταση και τη στιγμή που οι Έλληνες δέχτηκαν το βουλγαρικό αίτημα για ανακωχή είχαν φθάσει στη Βράζντεμπνα, 11 χιλιόμετρα από το κέντρο της Σόφιας. Βλέποντας την στρατιωτική κατάσταση του βουλγαρικού στρατού οι Οθωμανοί αποφάσισαν να επέμβουν. Επιτέθηκαν και χωρίς αντίσταση κατάφεραν να ανακτήσουν την Ανατολική Θράκη με την οχυρωμένη της πόλη Αδριανούπολη, ανακτώντας μια περιοχή στην Ευρώπη ελάχιστα μεγαλύτερη από το σημερινό ευρωπαϊκό έδαφος της Τουρκίας.

1913 ΜΧ

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) δημιουργώντας μια νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσάρτησε την νότια Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα μέχρι τις εκβολές του Νέστου ποταμού, τη Νότια Ήπειρο και την Κρήτη. Η συμφιλίωση της Ελληνικής με την Γερμανική βασιλική οικογένεια μέσω του γάμου του Κωνσταντίνου με την αδελφή του Κάιζερ εξαργυρώθηκε με την προσάρτηση της Καβάλας, όταν στην συνθήκη του Βουκουρεστίου, παρενέβη ο ίδιος ο Κάιζερ υπέρ της Ελλάδος. Λίγα χρόνια αργότερα, στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και πριν η Ελλάδα εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η Βουλγαρία θα καταλάβει προκλητικά την πόλη της Καβάλας.

balkan b
Τα όρια των βαλκανικών κρατών όπως διαμορφώθηκαν επίσημα με την συνθήκη του Βουκουρεστίου (η πράσινη γραμμή δείχνει τα μέχρι του 1912 οθωμανικά σύνορα).

Η Σερβία προσάρτησε τη βόρεια Μακεδονία με το Μοναστήρι, τα Σκόπια και τη Στρώμνιτσα. Η Βουλγαρία απέκτησε έξοδο στο Αιγαίο μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Πόρτο Λάγος, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την επίθεση που έκανε στον B’ Βαλκανικό Πόλεμο μπόρεσε και κράτησε την ανατολική Θράκη μέχρι και την Αδριανούπολη.

Η Ρουμανία επίσης τακτοποίησε προς όφελος της τις συνοριακές της διαφορές με την Βουλγαρία στην περιοχή της Δοβρουτσάς.

Η Αλβανία έγινε ανεξάρτητο κράτος, στο οποίο περιλήφθηκε και η Βόρεια Ήπειρος, ύστερα από εντονότατες ιταλικές πιέσεις και απειλές εναντίον της Ελλάδος, ενώ τα νησιά του Αιγαίου αποδόθηκαν στην Ελλάδα ένα χρόνο αργότερα με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (13 Φεβρουαρίου 1914). Τα Δωδεκάνησα παρέμειναν προσωρινά υπό ιταλική κατοχή.

Η Αυστροουγγαρία ανησύχησε από τη μεγάλη αύξηση του εδάφους της Σερβίας σε βάρος των εθνικών της φιλοδοξιών στην περιοχή, καθώς και για την άνοδο του κύρους της Σερβίας, ιδίως στους Σλαβικούς πληθυσμούς της. Αυτή την ανησυχία συμμεριζόταν και η Γερμανία, που έβλεπε τη Σερβία ως δορυφόρο της Ρωσίας. Αυτό συνέβαλε σημαντικά στην προθυμία των δύο κεντρικών δυνάμεων να πάνε στον πόλεμο το συντομότερο δυνατό.

Τελικά, όταν μια υποστηριζόμενη από τη Σερβία οργάνωση δολοφόνησε το διάδοχο του Αυστροουγγρικού θρόνου, προκαλώντας την Κρίση του Ιουλίου του 1914, κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει τη σύγκρουση και ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

1919 ΜΧ

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου έγινε η διάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1919. Σκοπός της Διάσκεψης ήταν ο διακανονισμός των διαφορών και εκκρεμοτήτων που προέκυπταν μεταξύ νικητών και ηττημένων.

Ο ρόλος της Ελλάδας στο Συνέδριο δεν ήταν εύκολος. Ο Έλληνας υπουργός συνέταξε υπόμνημα για τις ελληνικές διεκδικήσεις λαμβάνοντας υπόψη εθνολογικούς και γεωπολιτικούς όρους. Στο υπόμνημα του αξιώνει περιοχές, με ελληνικό πληθυσμό, όπως η Θράκη, η Σμύρνη με την ενδοχώρα της και η Βόρειος Ήπειρος. Οι ελληνικές αξιώσεις έθιγαν τα συμφέροντα κάποιων Μεγάλων Δυνάμεων (Ιταλία, Γαλλία) και το έργο του κυβερνήτη γινόταν ακόμη δυσκολότερο από το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων μετά από θλιβερές περιπέτειες «την δωδεκάτην ώραν του αγώνος».

Παρά ταύτα το ζήτημα της δυτικής Θράκης βρήκε διευθέτηση με την συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919). Η Βουλγαρία εγκαταλείπει την περιοχή ανατολικά του Νέστου μέχρι τον Έβρο, που παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών που αφορούσε ζωτικής σημασίας περιοχές για την Ελλάδα και έκανε πράξη την Μεγάλη Ιδέα, θα χρειαστεί να μεσολαβήσουν γεγονότα, όπως η Ουκρανική Εκστρατεία (Φεβρουάριος 1919) και η αποβίβαση ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία (Μάιος 1919).

Ο Βενιζέλος για λόγους εθνικής σκοπιμότητος υπάκουσε στην πρόταση των Συμμάχων να συμμετάσχει και η Ελλάδα με εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία, προκειμένου να εμποδιστούν οι Μπολσεβίκοι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.

1920 ΜΧ

Η Συνθήκη των Σεβρών (1920) παραχωρούσε στην Ελλάδα τη Δυτική και Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, επικύρωνε την κυριαρχία της στα άλλα νησιά του Αιγαίου που κατείχε από το 1913 και εμπιστευόταν τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης στο ελληνικό κράτος, με ρόλο τοποτηρητή για τη δημόσια τάξη στην Ιωνία. Οι κάτοικοι της περιοχής θα καλούνταν σύμφωνα με την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, μετά από πέντε έτη να δηλώσουν αν προτιμούν την Ένωση με την Ελλάδα ή την παραμονή τους στην Τουρκία. Η Βόρεια Ήπειρος ενσωματωνόταν στο ιδρυόμενο αλβανικό κράτος, ουσιαστικά προτεκτοράτο της Ιταλίας, η οποία όμως παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου.

Το 1913 είχε προωθήσει με τη Συνθήκη του Λονδίνου και του Βουκουρεστίου τα σύνορα της Ελλάδας ώστε να συμπεριλάβουν τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Είχε εξασφαλίσει την Κρήτη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Τώρα, το 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών έδινε στην Ελλάδα τη Θράκη και δημιουργούσε βασικές προϋποθέσεις για την παραχώρηση τμήματος της Μικράς Ασίας στην Ελληνική επικράτεια μετά την παρέλευση πενταετίας. Η Ελλάδα πανηγύριζε για τη δημιουργία του κράτους «των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων».

Παρ’ όλα αυτά, ο φανατισμός εξακολουθούσε να δημιουργεί βαθύ χάσμα μεταξύ των αντιπάλων πολιτικών παρατάξεων και να ωθεί σε ανεπίτρεπτες πράξεις. Δύο βασιλόφρονες απότακτοι στρατιωτικοί θα πυροβολήσουν τον Έλληνα ηγέτη στο σταθμό της Λυών στο Παρίσι κατά την ώρα της επιστροφής του στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος τραυματίζεται στο δεξιό χέρι. Το γεγονός θα προκαλέσει ταραχή στην Ελλάδα και αλγεινή εντύπωση στους Συμμάχους και θα αναζωπυρώσει τον εθνικό διχασμό. Οι διώξεις αντιβενιζελικών αποκορυφώνονται με την αψυχολόγητη και άδικη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη.

Η επιστροφή του Βενιζέλου στην Αθήνα δημιουργεί κλίμα ενθουσιασμού. Αφού επικυρώθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο η Συνθήκη των Σεβρών και προκηρύσσονται οι εκλογές για τον Οκτώβριο του 1920 και διαλύεται η παρατεταμένης θητείας Βουλή. Το 1922 ακολουθεί η μικρασιάτικη καταστροφή και υπογράφεται η συνθήκη της Λωζάνης.

ellada 1947

1922 MX

Με την ανταλλαγή πληθυσμών το ελληνικό στοιχείο ενδυναμώθηκε σημαντικά στην Μακεδονία με την άφιξη Μικρασιατών προσφύγων και την απομάκρυνση των μουσουλμάνων. Η πολιτική ενσωμάτωσης συνεχίστηκε από το Ελληνικό κράτος, με σκοπό τον πλήρη γλωσσικό εξελληνισμό του σλαβόφωνου στοιχείου, με καταστολή χρήσης των σλαβικών γλωσσών και διαλέκτων στην Ελληνική επικράτεια (στην Πελοπόννησο και τη Στερεά διώχτηκε η χρήση της αρβανίτικης), κάτι που σε γενικές γραμμές επιτεύχθηκε, αλλά όχι απόλυτα και για αυτό όσο και αν λύθηκε το εδαφικό θέμα το μακεδονικό ζήτημα συνέχισε να απασχολεί όχι τόσο την Ελλάδα όσο τιςς υπόλοιπες χώρες της Βαλκανικής, όπου δεν είχαν διέξοδο προς την Θάλασσα.

1924 ΜΧ

Το μακεδονικό ζήτημα που απασχόλησε τη Β’ Διεθνή και αργότερα και την Γ’ Διεθνή, φέρνει το ελληνικό τμήμα των διεθνών, δηλαδή το ΚΚΕ να υιοθετήσει επίσημα το 1924 επίσημα την θέση για δημιουργία ενός ανεξάρτητου Μακεδονικού  κράτους. Η θέση της Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης, που υιοθετήθηκε καθ’ υπόδειξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς φέρει την ηγεσία του ΚΚΕ μοιρασμένη στα δύο.

Μια μερίδα της υπό τους Π. Πουλιόπουλο και Ελ. Σταυρίδη συμφώνησε πλήρως με τη θέση, ενώ μια άλλη υπό τους Γ. Κορδάτο και Θ. Αποστολίδη διαφώνησε θεωρώντας την «ανεδαφική». Τελικά, μπροστά στον κίνδυνο της απομόνωσης από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, το ΚΚΕ επέλεξε να αποδεχτεί τη θέση αυτή, που για πολλά χρόνια αποτέλεσε αφορμή για διώξεις εναντίον των κομμουνιστών.

1935 ΜΧ

Τον Απρίλη του 1935 η θέση του ΚΚΕ  κρίθηκε λανθασμένη και αντικαταστάθηκε από το σύνθημα για «πλήρη εθνική και πολιτική ισοτιμία σε όλες τις εθνικές μειονότητες» στο 6ο συνέδριο, που έλαβε χώρα στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1935. Η υιοθέτηση από το ΚΚΕ της θέσης για το Μακεδονικό υπήρξε το έναυσμα για διώξεις στελεχών και μελών του κόμματος. Ειδικά μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Πάγκαλου, το καλοκαίρι του 1925, οι διώξεις γενικεύτηκαν σύμφωνα με τον νόμο 4229 περί Μέτρων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος και της προστασίας των πολιτών γνωστότερος ως Ιδιώνυμο.

Στις 24 Αυγούστου 1925 25 κομμουνιστές, μεταξύ αυτών και ο Γραμματέας της ΚΕ Πουλιόπουλος, δικάστηκαν στην Αθήνα με την κατηγορία ότι προωθούσαν την αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης. Μετά από τις πολύωρες απολογίες των κατηγορουμένων και τη διεθνή πίεση η δίκη διακόπηκε. Στις 22 Φεβρουαρίου 1926, η δίκη των αυτονομιστών συνεχίστηκε. Οι κατηγορίες απορρίφθηκαν, αλλά αντί οι κρατούμενοι να απελευθερωθούν εξορίστηκαν στην Ανάφη, την Αμοργό και τη Φολέγανδρο. Όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι στα τέλη Αυγούστου 1926 μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου.

1940-1944 ΜΧ

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα, ορισμένοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί στην Ελληνική Μακεδονία προσχώρησαν ομαδικά στα αντάρτικα ένοπλα τμήματα του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ μετά από πιέσεις των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, δημιούργησε την οργάνωση ΝΟΦ (Εθνικό απελευθερωτικό Μέτωπο-Ναρόντνο Οσλομπουντίλνο Φρόντ)), η οποία ήταν παρακλάδι του, με σκοπό μελλοντικά να γίνει αντικείμενο εθνικιστικών στόχων της Γιουγκοσλαβίας. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου στην Ελλάδα πολλές χιλιάδες Μακεδόνων (γηγενών και προσφύγων) αποχώρησαν προς την Γιουγκοσλαβία, πολλοί από τους οποίους (οι πρώην κομιτατζήδες της Οχράνα) βαρύνονταν με καταδίκες για συνεργασία με τους κατακτητές.

Κατά την γενική αμνήστευση που εξέδωσε το ελληνικό κράτος στις αρχές του ΄80 προς τους πρώην πολίτες του Ελληνικού κράτους που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αρκετοί δεν μπόρεσαν ούτε τότε να επιστρέψουν στην πατρογονική τους εστία καθώς μια οδηγία της απόφασης της ελληνικής κυβέρνησης επισήμανε πως δικαίωμα επαναπατρισμού έχουν μόνο οι Έλληνες πρώην πολίτες του Ελληνικού κράτους και όχι οι μη Έλληνες στο γένος, πρώην πολίτες του Ελληνικού κράτους.

Αντίθετα τα πράγματα στην Τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία για τους Σλαβομακεδόνες, είναι εντελώς διαφορετικά. Μετά την τρομοκρατία και την πλήρη έλλειψη δικαιωμάτων για τους Σλαβομακεδόνες του Σερβικού Βασιλείου, ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, Πρόεδρος της πρώην Γιουγκοσλαβίας της οποίας τμήμα αποτελούσε η «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας», αναγνώρισε πλήρως το «Μακεδονικό έθνος», και ως εκ τούτου στην Ομόσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, συμπεριέλαβε ως ισότιμο ομόσπονδο κράτος μέλος, την «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», με πρωτεύουσα τα Σκόπια.

1991 ΜΧ

Μετά την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας όλα τα πρώην ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν άρχισαν ένα ένα να κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους. Έτσι στις 6 Σεπτεμβρίου του 1991, κήρυξε την ανεξαρτησία της και το κράτος της ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» (ΠΓΔΜ). Αυτό δημιούργησε ένταση μεταξύ των κρατών της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ, γνωστό ως ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ.

H Βουλή της τότε Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στα Σκόπια, που προήλθε από τις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1990, ψηφίζει τη διακήρυξη ανεξαρτησίας από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και ο πανεπιστημιακός Νίκολα Κλιούσεφ αναλαμβάνει την πρωθυπουργία του νέου κράτους. Άμεσα με συνταγματική τροποποίηση απαλείφεται το Σοσιαλιστική από την ονομασία του γειτονικού κράτους και αυτοανακηρύσσεται σε «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Συγκεκριμένα η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, βασίζοντας την ύπαρξη της ως ανεξάρτητο κράτος στην τεχνητή έννοια του «μακεδονικού έθνους», η οποία καλλιεργήθηκε συστηματικά μέσω της πλαστογράφησης της ιστορίας και της καπηλείας της αρχαίας Μακεδονίας, για λόγους καθαρής πολιτικής σκοπιμότητας.

Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα στην υποκλοπή της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς και το θέμα ήλθε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο με δύο αποφάσεις του συνιστά την εξεύρεση ταχείας διευθέτησης για το καλό των ειρηνικών σχέσεων και της καλής γειτονίας στην περιοχή.

Το 1991 πραγματοποιείται συνάντηση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά με τον Πρόεδρο της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στο Βελιγράδι. Αργότερα θα γίνει γνωστό ότι ο Μιλόσεβιτς πρότεινε κοινά σύνορα Σερβίας-Ελλάδας και ουσιαστικά διχοτόμηση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», πρόταση που απέρριψε ο Σαμαράς.

Στις 3 Δεκεμβρίου του 1991 ο πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ ζητά την διεθνή αναγνώριση της χώρας του ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με επιστολή του προς τους ηγέτες όλων των κρατών του κόσμου.

Την αμέσως επόμενη μέρα το Υπουργικό Συμβούλιο υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ασχολείται με το Μακεδονικό και καταλήγει σε τρεις όρους για την αναγνώριση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας»: α) Να αλλάξει η ονομασία «Μακεδονία», β) Να αναγνωρίσει ότι δεν έχει εδαφικές βλέψεις κατά της Ελλάδας και γ) Να αναγνωρίσει ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει «μακεδονική μειονότητα». Η Βουλγαρία γίνεται η πρώτη χώρα που αναγνωρίζει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα («Δημοκρατία της Μακεδονίας») στις αρχές του 1992 και έκτοτε οργανώνεται ένα μεγάλο κύμα διαδηλώσεων στην Ελλάδα.

Εκατοντάδες χιλιάδες άτομα συμμετέχουν στο Παμμακεδονικό Συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης για το ζήτημα της ονομασίας της αυτοαποκαλούμενης «Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Η περίοδος εκείνη είναι ιδιαίτερα πυκνή σε πολιτικό χρόνο και ταραγμένη.

Στις αρχές του 1992 συγκαλείται η πρώτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή για το θέμα των Σκοπίων. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός, ο Ανδρέας Παπανδρέου, η Αλέκα Παπαρήγα και η Μαρία Δαμανάκη, παρουσία του Υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, συμφωνούν για κοινή γραμμή πλεύσης, σε μια ονομασία που δεν θα περιέχει τη λέξη «Μακεδονία» ή παράγωγά της.

Ωστόσο η πορτογαλική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δια του υπουργού Εξωτερικών Ζοζέ Πινέιρο, προτείνει συμβιβασμό με αποδοχή από την πλευρά της Ελλάδος μιας σύνθετης ονομασίας για το κράτος των Σκοπίων, με επικρατέστερη ονομασία «Νοβοματσεντόνια» («Νέα Μακεδονία»). Πρόκειται για το λεγόμενο «Πακέτο Πινέιρο», που τότε προκάλεσε διάσταση στις σχέσεις του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά.

Στις 13 Απριλίου 1992 συγκλήθηκε το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών για το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή χωρίς την παρουσία της γ.γ. του ΚΚΕ, Αλέκας Παπαρήγα. Αποφασίζεται να απορριφθεί το «πακέτο Πινέιρο» και η Ελλάδα να αναγνωρίσει το ανεξάρτητο κράτος των Σκοπίων μόνο αν τηρηθούν οι όροι της ΕΟΚ που συμφωνήθηκαν στις 16 Δεκεμβρίου 1991 και αν η ονομασία δεν περιλαμβάνει τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγά της.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανακοίνωσε την αποπομπή του Αντώνη Σαμαρά από την κυβέρνηση και ακολούθως ανέλαβε ο ίδιος το Υπουργείο Εξωτερικών, καθώς ο υπουργός είχε προηγουμένως διαφοροποιηθεί από την κυβερνητική γραμμή παρουσιάζοντας στη σύσκεψη σημείωμα με επτά σημεία δράσης, τα οποία προκάλεσαν την αντίδραση του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού.

Στο διάστημα από το 1992 έως το τέλος της κυβέρνησης Μητσοτάκη ο Αντώνης Σαμαράς διατήρησε τις απόψεις του επί της εξωτερικής πολιτικής. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα και αποχώρησε από τη Νέα Δημοκρατία. Μάλιστα για το Σκοπιανό ήταν μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής δάκρυσε.

1993 ΜΧ

Το 1993, κατόπιν της σύστασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε δεκτή, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, στα Ηνωμένα Έθνη με αυτήν την προσωρινή ονομασία έως ότου εξευρεθεί μια συμφωνημένη λύση. Είναι τότε που ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δηλώνει ότι το όνομα που θα λάβει η ΠΓΔΜ δεν έχει μεγάλη σημασία, γιατί κανείς δεν θα το θυμάται σε 10 χρόνια…

Από τότε με πρώτη την Κίνα, όλες σχεδόν οι μεγάλες χώρες, ΗΠΑ, Ρωσία, Γερμανία αναγνωρίζουν ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» τα Σκόπια.

1995 ΜΧ

Το 1995, η Ελλάδα και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας συνομολόγησαν μια Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία επέβαλε έναν δεσμευτικό «κώδικα συμπεριφοράς». Επί τη βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας τα δύο μέρη άρχισαν διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Κατά το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας παραβιάζει συστηματικά το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας και, βεβαίως, τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από αυτήν προβάλλοντας μεγαλοϊδεατικές εδαφικές βλέψεις κατά της Ελλάδας, μέσω της απεικόνισης σε χάρτες, σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας κλπ. ελληνικών εδαφών στην εδαφική επικράτεια μιας «μεγάλης» Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας χρησιμοποιώντας την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των Ηνωμένων Εθνών, στους οποίους έχει προσχωρήσει υπό την προϋπόθεση να χρησιμοποιεί την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, κατά παράβαση της σχετικής δεσμεύσεως που προβλέπει το άρθρο 11.1 (ακόμα και από το βήμα της 62ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ο τότε Πρόεδρος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Branko Crvenkovski, είχε δηλώσει ότι «το όνομα της χώρας μου είναι και θα είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας»).

2008 ΜΧ

Στις 3 Απριλίου η Ελλάδα ασκεί βέτο στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, κατά την Εαρινή Σύνοδο της Συμμαχίας στο Βουκουρέστι. Ο Κώστας Καραμανλής ξεκαθαρίζει ότι δεν επρόκειτο να δεχθεί την παραμικρή κουβέντα για το θέμα των Σκοπίων σ’ εκείνη τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008 τα μέλη της Συμμαχίας αποφάσισαν με συλλογική και ομόφωνη απόφαση ότι θα απευθυνθεί πρόσκληση στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ένταξή της εφόσον λυθεί το ζήτημα του ονόματος, κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε και επαναλήφθηκε σε όλες τις μεταγενέστερες Συνόδους Κορυφής της Συμμαχίας στο Στρασβούργο (2009), στη Λισσαβώνα (2010) και στο Σικάγο (2012). Η Σύνοδος Κορυφής της Ουαλίας (2014) δεν είχε διευρυνσιακή χροιά.

Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά της Ελλάδας την 17η Νοεμβρίου 2008, ισχυριζόμενη ότι η χώρα μας πρόβαλε αντίρρηση στην ένταξη της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008.

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση αυτή δεν υπεισήλθε στην ουσία της ονοματολογικής διαφοράς, σημειώνοντας ότι δεν έχει τη σχετική δικαιοδοσία και ότι η διαφορά πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο που ορίζουν οι Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, μέσω διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Κάλεσε, επίσης, τα δύο μέρη να εμπλακούν σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Το 2012 η ελληνική Κυβέρνηση πήρε μία σημαντική πρωτοβουλία προκειμένου να δώσει ώθηση στη διαπραγματευτική διαδικασία για την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος. Πρότεινε την υπογραφή μεταξύ των δύο χωρών Μνημονίου Κατανόησης, που θα θέσει το πλαίσιο και τις βασικές παραμέτρους για την οριστική επίλυση του ζητήματος της ονομασίας.

Η λύση πρέπει να περιλαμβάνει συμφωνία επί του γεγονότος ότι οποιαδήποτε πρόταση οφείλει να εμπεριέχει σαφή και οριστικό προσδιορισμό του ονόματος που δεν θα αφήνει περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τη διάκριση μεταξύ του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και περιοχών σε γειτονικές χώρες, ειδικότερα, της περιοχής της Μακεδονίας στη βόρεια Ελλάδα και ότι το συμφωνημένο όνομα θα χρησιμοποιείται έναντι όλων (erga omnes) και για όλους τους σκοπούς. Η ανταπόκριση διεθνώς υπήρξε θετική.

Στην απάντησή της, η πλευρά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας επαναλαμβάνει τις πάγιες θέσεις της και επί της ουσίας αντιπαρέρχεται πλήρως την ελληνική πρόταση.

Η θέση της Ελλάδος στο ζήτημα (Σελίδα υπουργείου εξωτερικών)

Το ζήτημα του ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν είναι απλώς μια διαφορά περί ιστορικών γεγονότων ή συμβόλων. Πρόκειται για τη συμπεριφορά ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών, της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η οποία αντιστρατεύεται τις θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς έννομης τάξης, και πιο συγκεκριμένα τον σεβασμό της καλής γειτονίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας.

Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του ονόματος είναι ένα πρόβλημα με περιφερειακή και διεθνή διάσταση, το οποίο συνίσταται στην προώθηση αλυτρωτικών και εδαφικών βλέψεων εκ μέρους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με κύριο όχημα την πλαστογράφηση της ιστορίας και την οικειοποίηση της εθνικής, ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας.

Το ζήτημα του ονόματος προέκυψε το 1991, όταν η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποσχίστηκε από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία και ανακήρυξε την ανεξαρτησία της υπό το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Ιστορικά, ο όρος «Μακεδονία», ο οποίος, σημειωτέον, είναι ελληνική λέξη, αναφέρεται στο Βασίλειο και τον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων, που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αδιαμφισβήτητο κομμάτι της ελληνικής ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Γεωγραφικά, ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια ευρύτερη περιοχή που εκτείνεται στο σημερινό έδαφος διάφόρων βαλκανικών χωρών, με το μεγαλύτερο τμήμα της να βρίσκεται στην Ελλάδα και άλλα μικρότερα τμήματά της στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Ο κύριος κορμός της ιστορικής Μακεδονίας κείται εντός των σημερινών ελληνικών συνόρων και καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της ελληνικής επικράτειας που διαχρονικά ονομάζεται Μακεδονία, με σημερινό πληθυσμό περίπου 2,5 εκατομμύρια Έλληνες υπηκόους.

Οι ρίζες του ζητήματος του ονόματος ανάγονται στην επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Στρατάρχης Τίτο διαχώρισε από τη Σερβία την περιοχή που καλείτο μέχρι τότε Vardar Banovina (δηλαδή τη σημερινή Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας), χορηγώντας της καθεστώς ομόσπονδης συνιστώσας της τότε νέας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και μετονομάζοντάς την αρχικά σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και, στη συνέχεια, σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Παράλληλα, άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα ενός χωριστού και διακριτού «μακεδονικού έθνους».

Ο Στρατάρχης Τίτο είχε βεβαίως πολλούς λόγους να προβεί σε αυτές τις ενέργειες, με κυριότερο την πρόθεσή του να θεμελιώσει μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και να εξασφαλίσει διέξοδο στο Αιγαίο. Οι βλέψεις του Στρατάρχη Τίτο στην ευρύτερη Μακεδονία είχαν επιβεβαιωθεί ήδη από το 1944, όταν ανήγγειλε δημόσια ότι στόχος του ήταν να επανενώσει «όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους βαλκάνιους ιμπεριαλιστές».

Τον Δεκέμβριο του 1944 τηλεγράφημα του State Department προς αμερικανικές Αρχές, με υπογραφή του τότε αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Stettinius, έγραφε, μεταξύ άλλων, ότι: « Η (αμερικανική) Κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές του τύπου μακεδονικό «έθνος», μακεδονική «Μητέρα Πατρίδα» ή μακεδονική «εθνική συνείδηση» αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε αυτές την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδας».

Σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, βασίζοντας την ύπαρξη της ως ανεξάρτητο κράτος στην τεχνητή και ψευδεπίγραφη έννοια του «μακεδονικού έθνους», η οποία καλλιεργήθηκε συστηματικά μέσω της πλαστογράφησης της ιστορίας και της καπηλείας της αρχαίας Μακεδονίας, για λόγους καθαρής πολιτικής σκοπιμότητας.

Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα στην υποκλοπή της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς και στις υφέρπουσες εδαφικές και αλυτρωτικές βλέψεις της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και το θέμα ήλθε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο με δύο αποφάσεις του [817(1993) και 845(1993)] συνιστά την εξεύρεση ταχείας διευθέτησης για το καλό των ειρηνικών σχέσεων και της καλής γειτονίας στην περιοχή.

Το 1993, κατόπιν της σύστασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε δεκτή, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, στα Ηνωμένα Έθνη με αυτήν την προσωρινή ονομασία έως ότου εξευρεθεί μια συμφωνημένη λύση.

Το 1995, η Ελλάδα και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας συνομολόγησαν μια Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία επέβαλε έναν δεσμευτικό «κώδικα συμπεριφοράς».  Επί τη βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας τα δύο μέρη άρχισαν διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Κατά το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας παραβιάζει συστηματικά το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας και, βεβαίως, τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από αυτήν:

• προβάλλοντας μεγαλοϊδεατικές εδαφικές βλέψεις κατά της Ελλάδας, μέσω της απεικόνισης σε χάρτες, σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας κλπ. ελληνικών εδαφών στην εδαφική επικράτεια μιας «μεγάλης» Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 7.1,

• ενισχύοντας αλυτρωτικές διεκδικήσεις και υποδαυλίζοντας εθνικιστικά αισθήματα εντός της ελληνικής επικράτειας, κατά παράβαση του άρθρου 6.2,

• χρησιμοποιώντας την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των Ηνωμένων Εθνών, στους οποίους έχει προσχωρήσει υπό την προϋπόθεση να χρησιμοποιεί την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, κατά παράβαση της σχετικής δεσμεύσεως που προβλέπει το άρθρο 11.1 (ακόμα και από το βήμα της 62ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ο τότε Πρόεδρος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Branko Crvenkovski, είχε δηλώσει ότι «το όνομα της χώρας μου είναι και θα είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας»),

• χρησιμοποιώντας σύμβολα, όπως ο Ήλιος της Βεργίνας, η χρήση των οποίων απαγορεύεται από την Ενδιάμεση Συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 7.2, καθώς και άλλα σύμβολα που ανήκουν στην ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά (μετονομασία αεροδρομίου Σκοπίων σε «Αλέξανδρος Μακεδών», έγερση αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου, ονομασία οδικού άξονα Χ, στο τμήμα που διέρχεται από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ως «Αλέξανδρος ο Μακεδών», έγερση στα Σκόπια αψίδας «Πόρτα Μακεδονία» με αποτυπωμένες μορφές της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, του Ήλιου της Βεργίνας και επί της οποίας υπάρχει ρητή αναφορά σε «Μακεδονία του Αιγαίου», ανέγερση μνημείων στο Κατλάνοβο και στο Τέτοβο διακοσμημένων με τον Ήλιο της Βεργίνας, ανέγερση μνημείων στη Γευγελή, στον δήμο Γκαζί Μπαμπά των Σκοπίων με απεικονίσεις του Ήλιου της Βεργίνας και χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας», κ.λπ.),

• προβαίνοντας ή ανεχόμενη προκλητικές ενέργειες, οι οποίες υποδαυλίζουν εχθρότητα και φανατισμό, όπως η παραποίηση της ελληνικής σημαίας και η αντικατάσταση του χριστιανικού σταυρού με τη ναζιστική σβάστικα, οι προπηλακισμοί κατά ελληνικών επιχειρήσεων, επιχειρηματιών και τουριστών, αλυτρωτικά συνθήματα από σκοπιανούς οπαδούς σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, προκλητικές και προσβλητικές σε βάρος της Ελλάδας ενέργειες στο καρναβάλι της πόλης Βέβτσανι, το οποίο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κ.ά.

Βασική αρχή κάθε διαπραγμάτευσης μεταξύ κρατών είναι ότι τα εμπλεκόμενα μέρη πρέπει να διαπραγματεύονται με καλή πίστη και εποικοδομητικό πνεύμα και να εξαντλούν κάθε δυνατότητα προκειμένου να καταλήξουν σε συμβιβαστική λύση.

Η Ελλάδα είναι σταθερή στην ειλικρινή επιθυμία της για την επίτευξη μιας βιώσιμης συμφωνίας στο ζήτημα του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.  Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει προτείνει ένα ρεαλιστικό και βιώσιμο πλαίσιο διευθέτησης, το οποίο στοχεύει στην εξεύρεση οριστικής λύσης στο θέμα του ονόματος. Η θέση μας είναι σαφής: σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή,

Η ελληνική Κυβέρνηση πήρε τον Οκτώβριο 2012 μία σημαντική πρωτοβουλία προκειμένου να δώσει ώθηση στη διαπραγματευτική διαδικασία για την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος. Ο Ελληνας Υπουργός Εξωτερικών απέστειλε επιστολή προς τον ομόλογό του της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με την οποία πρότεινε την υπογραφή μεταξύ των δύο χωρών Μνημονίου Κατανόησης, που θα θέσει το πλαίσιο και τις βασικές παραμέτρους για την οριστική επίλυση του ζητήματος της ονομασίας.  Συγκεκριμένα, η επιστολή αυτή πρότεινε ότι, προκειμένου να παρασχεθεί νέα ώθηση στην ουσία των διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, είναι απαραίτητο οι δύο πλευρές να προχωρήσουν επί τη βάσει ενός συμφωνημένου πλαισίου  για τις βασικές παραμέτρους μιας λύσης. Η λύση πρέπει να περιλαμβάνει συμφωνία επί του γεγονότος ότι οποιαδήποτε πρόταση οφείλει να εμπεριέχει σαφή και οριστικό προσδιορισμό του ονόματος που δεν θα αφήνει περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τη διάκριση μεταξύ του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και περιοχών σε γειτονικές χώρες, ειδικότερα, της περιοχής της Μακεδονίας στη βόρεια Ελλάδα και ότι το συμφωνημένο όνομα θα χρησιμοποιείται έναντι όλων  (erga omnes) και για όλους τους σκοπούς.Η ανταπόκριση διεθνώς υπήρξε θετική.

Στην απάντησή της, η πλευρά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αν και ευχαριστεί για την ελληνική πρωτοβουλία, επαναλαμβάνει τις πάγιες θέσεις της και επί της ουσίας αντιπαρέρχεται πλήρως την ελληνική πρόταση.

Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχει, μέχρι στιγμής, ανταποκριθεί στις κινήσεις της Ελλάδας και εμμένει κατά τρόπο αδιάλλακτο στην αρχική θέση της, την οποία προσπαθεί να επιβάλει de facto διεθνώς, με αποτέλεσμα να μην έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται επί 19 χρόνια υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Είναι προφανές ότι, με  τη στάση της, η πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν σέβεται την αρχή της καλής γειτονίας.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008 τα μέλη της Συμμαχίας αποφάσισαν με συλλογική και ομόφωνη απόφαση ότι θα απευθυνθεί πρόσκληση στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ένταξή της εφόσον λυθεί το ζήτημα του ονόματος, κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε και επαναλήφθηκε σε όλες τις μεταγενέστερες Συνόδους Κορυφής της Συμμαχίας στο Στρασβούργο (2009), στη Λισσαβώνα  (2010) και στο Σικάγο (2012). Η Σύνοδος Κορυφής της Ουαλίας (2014) δεν είχε διευρυνσιακή χροιά.

Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά της Ελλάδας την 17η Νοεμβρίου 2008, ισχυριζόμενη ότι η χώρα μας πρόβαλε αντίρρηση στην ένταξη της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008.

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση αυτή δεν υπεισήλθε στην ουσία της ονοματολογικής διαφοράς, σημειώνοντας ότι δεν έχει τη σχετική δικαιοδοσία και ότι η διαφορά πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο που ορίζουν οι Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, μέσω διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Κάλεσε, επίσης, τα δύο μέρη να εμπλακούν σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των ΗΕ.

Η Απόφαση δεν αφορά και δεν θα μπορούσε να αφορά τη διαδικασία λήψης απόφασης στο ΝΑΤΟ, ούτε τα ουσιαστικά κριτήρια και τις απαιτήσεις που θέτει η Συμμαχία για την εισδοχή νέων μελών σε αυτή.

Από πλευράς ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου 2008, με συλλογική και ομόφωνη απόφασήτου, αποφάσισε ότι η λύση του ζητήματος του ονόματος κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό αποτελεί θεμελιώδη αναγκαιότητα προκειμένου να γίνουν περαιτέρω βήματα στην ενταξιακή πορεία της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας προς την ΕΕ.

Τον Δεκέμβριο 2012, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με συλλογική και ομόφωνη απόφασή του αποφάσισε ότι η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΕΕ με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας εξαρτάται από την εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, την προώθηση και τον σεβασμό των σχέσεων καλής γειτονίας και την επίλυση του ονοματολογικού, στο πλαίσιο των υπό τον ΟΗΕ διαπραγματεύσεων. Με τον τρόπο αυτό, η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας τίθεται ως προϋπόθεση για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ της ΕΕ και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και κριτήριο για τη διατήρηση σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο 2013 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με συλλογική και ομόφωνη απόφασή του, δεν αποδέχθηκε την εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για απόδοση ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Το Συμβούλιο αποφάσισε ότι θα επανεξετάσει την προοπτική αυτή εντός του 2014, στη βάση νέας ενημέρωσης από την Επιτροπή για την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων και την πραγματοποίηση απτών βημάτων, από τα Σκόπια, για την προώθηση των σχέσεων καλής γειτονίας και την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης στο θέμα του ονόματος στο πλαίσιο των, υπό τον ΟΗΕ, διαπραγματεύσεων.

Η Ελλάδα όχι μόνον δεν αντιτίθεται στην ευρωπαϊκή και ευρω-ατλαντική προοπτική της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αλλά αντιθέτως την υποστηρίζει. Με ελληνική συναίνεση η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας απέκτησε καθεστώς υποψήφιας χώρας στην ΕΕ και έφθασε στα πρόθυρα της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Επίσης με ελληνική συναίνεση καταργήθηκε το καθεστώς των θεωρήσεων για τους πολίτες της γειτονικής χώρας. Βασική αντικειμενική προϋπόθεση, όμως, για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής και ευρω-ατλαντικής πορείας κάθε υποψήφιου κράτους είναι να ασπάζεται και να σέβεται στην πράξη τις θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο οργανισμός στον οποίο επιδιώκει την ένταξή του, και ιδίως την αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας που αποτελεί τη βάση μιας εταιρικής ή συμμαχικής σχέσης μεταξύ κρατών.

Αντί η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας να αναγνωρίσει και να εκτιμήσει την ελληνική υποστήριξη στην ευρωπαϊκή και ευρω-ατλαντική πορεία της, συνήθως απαντά στις ελληνικές υποστηρικτικές χειρονομίες με νέες προκλήσεις και σκλήρυνση της στάσης της.

Η Ελλάδα επιθυμεί και επιδιώκει την ταχύτερη δυνατή επίλυση του ζητήματος του ονόματος κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό, σαφή και οριστικό, ο οποίος δεν θα δημιουργεί εστίες μελλοντικών τριβών.

Η ελληνική Κυβέρνηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. H Ελλάδα παραμένει σταθερά προσηλωμένη στη διαπραγματευτική διαδικασία υπό τον Ειδικό Μεσολαβητή του ΟΗΕ, κ. Nimetz.

Παρά την ύπαρξη του σοβαρού αυτού ζητήματος που επηρεάζει τις σχέσεις των δύο χωρών, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει εξέχουσα οικονομική παρουσία στη γειτονική χώρα, η οποία συμβάλλει ουσιαστικά και σημαντικά στην ανάπτυξή της, με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την κατασκευή υποδομών κ.λπ.

Η επίλυση του ζητήματος του ονόματος θα άρει ένα σημαντικό σημείο τριβής στις σχέσεις των δύο χωρών και θα επιτρέψει την πλήρη αξιοποίηση του μεγάλου δυναμικού που ενέχει η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.

Η εθνολογική σύσταση της γείτονος Χώρας

macedonija-map-minorities.jpg

Σύμφωνα με την τελευταία επίσημη απογραφή (2002), ο συνολικός πληθυσμός της χώρας ήταν 2.022.547 άτομα, των οποίων η εθνικότητα κατανέμεται ως εξής: 1.297.981 ή το 64% είναι Σλαβομακεδόνες, 509.083 ή 25,2% είναι Αλβανοί, 77.959 ή 3,9 % είναι Τούρκοι, 53.879 ή 2,7% είναι Ρομά, 35.939 ή 1,8% είναι Σέρβοι, 17.018 ή 0,8% είναι Βόσνιοι, 9.695 ή 0,5% είναι Βλάχοι και οι υπόλοιποι 20.993 δεν ανήκουν σε καμία από τις προηγούμενες κατηγορίες.

Αυτές οι μειονότητες είναι οι μόνες που αναγνωρίζονται από το κράτος και αναφέρονται σε αυτή τη σειρά στο προοίμιο του Συντάγματος, που ορίζει επίσης ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι το κράτος προστατεύει και προωθεί τον πολιτισμό όλων των κοινοτήτων. Τα δικαιώματα των μειονοτήτων είναι ευρεία, καθώς μπορούν για παράδειγμα να χρησιμοποιούν επίσημα τη γλώσσα τους σε δήμους όπου αποτελούν τουλάχιστον το 20% του πληθυσμού. Αν μια ομάδα αποτελεί το 20% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, όπως οι Αλβανοί, η γλώσσα τους μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται στους κυβερνητικούς θεσμούς. Έτσι οι Αλβανοί βουλευτές μπορούν να εκφράζονται στη γλώσσα τους στο κοινοβούλιο.

Αν και το διακοινοτικό κλίμα είναι γενικά ήρεμο, υπάρχουν ωστόσο εντάσεις, κυρίως ανάμεσα στους Σλαβομακεδόνες και τους Αλβανούς, τις δύο μεγαλύτερες κοινότητες. Οι πολιτικές σχέσεις ανάμεσά τους έχουν βελτιωθεί μετά τη σύγκρουση του 2001, μετά την οποία οι Αλβανοί και οι μειονότητες εν γένει απέκτησαν περισσότερα δικαιώματα, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις παραμένουν συνήθως δύσκολες, κυρίως εξαιτίας των προκαταλήψεων της κάθε κοινότητας. Έτσι, οι Σλαβομακεδόνες είναι συχνά εχθρικοί απέναντι στο Ισλάμ, την πλειοψηφούσα ανάμεσα στους Αλβανούς θρησκεία, και εξηγούν την ισχυρή δημογραφική αύξηση των Αλβανών ως θέληση τους να γίνουν πολυπληθέστεροι. Από την άλλη, οι Αλβανοί έχουν συχνά την εντύπωση ότι οι Σλαβομακεδόνες τους θεωρούν πληθυσμό μεταναστών και δεν προσπαθούν να τους κατανοήσουν ή να αναγνωρίσουν τον πολιτισμό τους.

Οι Τούρκοι, πολύ λιγότεροι από τους Αλβανούς, είναι λιγότερο ορατοί και σχεδόν απόντες από την πολιτική σκηνή. Οι Ρομά, ζουν γενικά σε δύσκολες συνθήκες. Ανάμεσα στους 54.000 Ρομά της πΓΔΜ, 17.000 είναι άνεργοι και 14.000 δεν έχουν πρόσβαση σε αγαθά πρώτης ανάγκης. Οι περισσότεροι ζουν από το μικροεμπόριο, την συλλογή απορριμμάτων και την επαιτεία. Η ΠΓΔΜ δείχνει μια ορισμένη θέληση να ενσωματώσει τους Ρομά στην κοινωνία και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης, κυρίως διευκολύνοντας την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση δημιουργώντας υπουργείο για τους Ρομά.

Έτσι, στην ΠΓΔΜ βρίσκεται ο μόνος δήμος που έχει υιοθετήσει τη ρομάνι ως επίσημη γλώσσα, ο Chouto Orizari, προάστιο των Σκοπίων. Τέλος, η χώρα έχει έναν μεγάλο αριθμό μη-κυβερνητικών οργανώσεων αφιερωμένων στη βελτίωση της τύχης των Ρομά.

Οι Βλάχοι, των οποίων η ποιμενική παράδοση εξαφανίστηκε κατά τη σοσιαλιστική περίοδο, έχουν αφομοιωθεί στην σλαβομακεδονική κοινότητα, με την οποία μοιράζονται την ίδια θρησκεία. Έχουν ωστόσο κάποια σχολεία όπου διδάσκεται η γλώσσα τους, τα βλάχικα. Οι Σέρβοι διατηρούν μάλλον καλές σχέσεις με τους Σλαβομακεδόνες, ακόμα και αν υπάρχουν ελαφρές εντάσεις ανάμεσά τους, κυρίως εξαιτίας της αναγνώρισης της ανεξαρτησίας του Κοσόβου από τη ΠΓΔΜ.

Τέλος, οι Βόσνιοι, που παραδοσιακά αποκαλούνται Πομάκοι ή Τορμπέκι, είναι Σλάβοι που είχαν προσηλυτισθεί στο Ισλάμ από τους Οθωμανούς. Μιλούνε σλαβομακεδονικά, αλλά ταυτίζονται περισσότερο με τις υπόλοιπες μουσουλμανικές κοινότητες της χώρας. Η επίσημη ονομασία τους, Βόσνιοι αντικατέστησε εκείνη των Μουσουλμάνων, που είχε δοθεί από τον Τίτο το 1961 σε όλους τους Σλάβους της Γιουγκοσλαβίας που είχαν προσηλυτισθεί στο Ισλάμ. Η μουσουλμανική εθνικότητα αναγνωρίστηκε πλήρως ως έθνος δέκα έτη αργότερα

Η Σλαβομακεδόνικη γλώσσα

Η σλαβομακεδονική είναι η μόνη επίσημη γλώσσα της πΓΔΜ. Ομιλείται από τους Σλαβομακεδόνες καθώς και από τις άλλες κοινότητες, τα μέλη των οποίων είναι κατά πλειοψηφία δίγλωσσα ή τρίγλωσσα, όπως οι Αλβανοί, που πέραν της σλαβομακεδονικής και της αλβανικής, κάποιες φορές γνωρίζουν και τούρκικα. Οι Σλαβομακεδόνες σπάνια μιλούνε μειονοτικές γλώσσες.

Η σλαβομακεδονική είναι σλαβική γλώσσα, πολύ κοντινή με τη βουλγαρική, με την οποία μοιράζεται ισχυρές βαλκανικές επιδράσεις. Για παράδειγμα, είναι οι μοναδικές σλάβικες γλώσσες που δεν έχουν πτωτικό σύστημα και χρησιμοποιούν άρθρα. Η σλαβομακεδονική γράφεται με το κυριλλικό αλφάβητο και χρησιμοποιείται επίσης από Σλαβομακεδόνες σε άλλα κράτη της Βαλκανικής. Η σλαβομακεδονική δεν κωδικοποιήθηκε παρά το 1945, πράγμα που την καθιστά νέα γλώσσα από λογοτεχνική άποψη. Πλάι στην επίσημη σλαβομακεδονική υπάρχουν πολλές διάλεκτοι, που χρησιμοποιούνται ακόμα στην ιδιωτική σφαίρα, κυρίως σε αγροτικό περιβάλλον.

Οι μειονοτικές γλώσσες, η αλβανική, γκεγική, η τουρκική, η ρομάνι, τα βλάχικα και τα σέρβικα, έχουν και αυτά διαλέκτους που απαντώνται μόνο στην ΠΓΔΜ και παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους, για παράδειγμα στη φωνολογία. Η χώρα έχει υπογράψει τον Ευρωπαϊκό χάρτη περιφερειακών ή μειονοτικών γλώσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης και προστατεύει τις γλώσσες των μειονοτήτων της, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη διοίκηση, τα ΜΜΕ και τη διδασκαλία σύμφωνα με το ορισμένο από το νόμο πλαίσιο.

Θα πρέπει να πούμε όμως παρόλο που δεν έχουν αναγνωριστεί επισήμως ότι στην περιοχή της ΠΓΔΜ υπάρχουν πέρα από τους Βλάχους και Έλληνες πρόσφυγες από τον εμφύλιο πόλεμο και ζουν κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα.

Επίλογος

Αυτό το ιστορικό σημείωμα γράφτηκε για να βοηθήσει στην κατανόηση του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Το κράτος αυτό δυστυχώς δεν έχει ιστορία και προσπαθεί να την αποκτήσει μέσα από τον Μέγα Αλέξανδρο, που έχει αποδειχθεί και καταγράφεται και εδώ πως ήταν Έλληνας. Μακεδονικό έθνος δεν υπάρχει όπως δεν υπάρχει Μανιάτικο, Κρητικό και οτιδήποτε άλλο έθνος. Αυτό που υπάρχει είναι η Ελλάδα και οι κάτοικοί της που είναι Έλληνες, εξαιρουμένως βεβαίως τους μετανάστες.

Οι Μακεδόνες, οι Μανιάτες, οι Κρητικοί κ.τ.λ είναι Έλληνες, διαφορές ιδιωματικές στην γλώσσα τους υπάρχουν αλλά όλα αυτά είναι ιδιώματα της ίδιας γλώσσας, δηλαδή της Ελληνικής. Το ίδιο είναι και τα Σλαβομακεδόνικα, είναι ένα ιδίωμα της Βουλγάρικης γλώσσας. Ήταν λάθος που οι Σλαβόφωνοι της Βορείου Ελλάδος εκδιώχθηκαν. Με αυτό τον τρόπο πέρασαν στις αγκάλες της ΠΓΔΜ, δηλαδή της Βουλγαρίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι ξεχωριστοί από όλους τους άλλους. Έγιναν πολλά λάθη στο παρελθόν, ένα από αυτά είναι πως δεχτήκαμε στο προσωρινό όνομα να υπάρχει ο όρος Μακεδονία.

Αυτό όμως που πρέπει να γίνει είναι με σύνεση να προσπαθήσουμε να λύσουμε αυτό το θέμα, διότι αυτό το κράτος το χρειαζόμαστε. Είναι ένα ισχυρό όπλο που σταματάει τις οποιεσδήποτε επεκτατικές τάσεις στην Βαλκανική. Το τι θα γίνει μένει να το δούμε. Όσο για τους όψιμους πατριδοκάπηλους να μην βιάζονται, ας κάνουν κριτική μόνο επί της λύσης.

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΕΝΑ

 

Advertisements

Οι Αριστερές δράσεις δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s