ΚΚΕ: Ορθάνοιχτος ο δρόμος για την άρση κάθε εμποδίου στις ομαδικές απολύσεις

στις

Η πρόταση του γενικού εισαγγελέα προς το Δικαστήριο της ΕΕ για την υπόθεση των ομαδικών απολύσεων στα «Τσιμέντα Χαλκίδας» και η συνέντευξη που έδωσε την περασμένη Δευτέρα ο υπουργός Εργασίας στην ΕΡΤ προσθέτουν ορισμένα νέα στοιχεία στην υπόθεση της αναθεώρησης του πλαισίου για τις ομαδικές απολύσεις που συζητάνε κεφάλαιο – κυβέρνηση και ΕΕ, με βάση τα συμφωνηθέντα στο τρίτο μνημόνιο. Ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει παρακάτω μια σύντομη ανάλυση όσων προκύπτουν από τις δύο αποκαλυπτικές παρεμβάσεις.

Ορθάνοιχτος ο δρόμος για την άρση κάθε εμποδίου στις ομαδικές απολύσεις

Η πρόταση του γενικού εισαγγελέα δεν αφορά μόνο στη διοικητική έγκριση από τον υπουργό, αλλά και σε κάθε άλλον παράγοντα που εμποδίζει την ελευθερία δράσης του κεφαλαίου

«Η Ευρωπαϊκή Ενωση βασίζεται στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν την ελευθερία να ασκούν τις δραστηριότητές τους κατά το δοκούν. Ποια είναι λοιπόν τα όρια της παρεμβάσεως των κρατών – μελών, προκειμένου να διασφαλιστεί η εργασιακή ασφάλεια των εργαζομένων; Αυτό είναι το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως».

Μ’ αυτόν τον αποκαλυπτικό τρόπο ξεκινάει την πρότασή του προς το Δικαστήριο της ΕΕ ο γενικός εισαγγελέας Nils Wahl, ξεκαθαρίζοντας ευθύς εξαρχής ότι αυτό που καλείται να κρίνει το δικαστήριο, δεν είναι το γράμμα του νόμου και κατά πόσο εφαρμόζεται από την ελληνική νομοθεσία για τις ομαδικές απολύσεις, αλλά αν αυτή εναρμονίζεται με το «πνεύμα» της συνολικής λειτουργίας της ΕΕ, που έχει για θεμέλιο λίθο την ανεμπόδιστη δράση του κεφαλαίου.

Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ρόλος της οδηγίας 98/59 της ΕΕ για τις ομαδικές απολύσεις, η οποία, σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα «(…) δεν προβλέπει κανόνες σχετικά με την εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων ή τη διαχείριση του προσωπικού, ούτε θίγει την ελευθερία του εργοδότη να προβαίνει σε ομαδικές απολύσεις. Μοναδικός σκοπός της είναι η πρόβλεψη διαβουλεύσεως με τις ενώσεις εργαζομένων και η ενημέρωση της αρμόδιας δημόσιας αρχής πριν τις εν λόγω απολύσεις, ήτοι η εναρμόνιση της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται κατά τις ομαδικές απολύσεις».

Θεμελιώδεις αντεργατικές αρχές

Αφού ξεκαθαριστεί το πλαίσιο, ο γενικός εισαγγελέας μπαίνει στην ουσία της υπόθεσης, εξετάζοντας αν και κατά πόσο η ελληνική νομοθεσία και ειδικά η «διοικητική έγκριση» του υπουργού στις ομαδικές απολύσεις «εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων ή αμφότερων», όπως αυτές διασφαλίζονται από θεμελιακά κείμενα της ΕΕ και συγκεκριμένα από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ) και την Αναθεωρημένη Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Ειδικά η τελευταία, προβλήθηκε από την κυβέρνηση ως το απαύγασμα της προστασίας των εργατικών δικαιωμάτων και επικυρώθηκε «μετά βαΐων και κλάδων» στην ελληνική Βουλή τον περασμένο Γενάρη.

Ο εισαγγελέας παρατηρεί ότι «κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ απαγορεύει τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως, ήτοι, κάθε εθνικό μέτρο το οποίο ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους της Ενωσης, της ελευθερίας εγκαταστάσεως που εγγυάται η ΣΛΕΕ (…) Η απαίτηση προηγούμενης εγκρίσεως (σ.σ. των ομαδικών απολύσεων) συνιστά κατ’ αρχήν τέτοιον περιορισμό (…) η επίμαχη ρύθμιση περιορίζει την ελευθερία της εργοδότριας επιχειρήσεως να προβαίνει σε ομαδικές απολύσεις, ορίζοντας ότι, εφόσον δεν τηρηθεί η ρύθμιση αυτή, οι απολύσεις είναι άκυρες».

Συνεπώς, συνεχίζει ο εισαγγελέας στο σκεπτικό της απόφασης, «μια τέτοια ρύθμιση συνιστά ευθεία παρέμβαση στην εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων και στη διαχείριση του προσωπικού τους, ενδεχομένως εκθέτοντάς τες στον κίνδυνο να λειτουργούν με ζημία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει, στις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η επίμαχη ρύθμιση ενδέχεται να είναι περιοριστική».

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι «το άρθρο 49 της ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το άρθρο 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με το οποίο κατοχυρώνεται η επιχειρηματική ελευθερία (η οποία) περιλαμβάνει: i) Την ελευθερία ασκήσεως οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, ii) την ελευθερία των συμβάσεων και iii) τον ελεύθερο ανταγωνισμό (22).

Ζητάει αλλαγές και στα όρια των απολύσεων

Με αυτό το σκεπτικό, οποιοσδήποτε περιορισμός στις ομαδικές απολύσεις, συνιστά «περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως» και κατά συνέπεια «ισοδυναμεί με περιορισμό στην άσκηση της επιχειρηματικής ελευθερίας». Γι’ αυτό, ο εισαγγελέας δεν καταφέρεται μόνο ενάντια στη διαδικασία της έγκρισης των ομαδικών απολύσεων από τον εκάστοτε υπουργό, αλλά έμμεσα ζητάει να απαλειφθεί κάθε νομικό εμπόδιο που συναντά η εργοδοσία όταν θέλει να απολύσει.

Είναι αποκαλυπτικό το σημείο της εισαγγελικής πρότασης όπου γράφεται επί λέξει: «(…) Υπό αυτές τις περιστάσεις, φρονώ ότι το όριο για τον προσδιορισμό τού τι συνιστά «δικαιολογημένη απόλυση» δεν μπορεί να είναι πολύ υψηλό, καθώς τούτο θα είχε ως συνέπεια να αναγκάζεται η επιχείρηση να αναβάλλει τα σχέδια αναδιαρθρώσεώς της επ’ αόριστον, με κίνδυνο να παραμένει οικονομικά αναποτελεσματική». Δηλαδή, ανοίγει θέμα συνολικής αλλαγής της νομοθεσίας, ακόμα και για κατάργηση των ορίων που βάζει σήμερα ο νόμος στο πόσες απολύσεις μπορεί να κάνει μια επιχείρηση, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί.

Σημειώνει ακόμα ότι «(…) για να είναι πραγματικά αποτελεσματική η ελευθερία εγκατάστασης σε άλλη χώρα, πρέπει να παρέχει στους διασυνοριακούς οικονομικούς ομίλους το δικαίωμα να συρρικνώνουν και, τελικά, να κλείνουν τις εγκαταστάσεις τους σε ένα κράτος – μέλος. Με άλλα λόγια, να αποχωρούν από ένα κράτος – μέλος, ακόμη και αν το πράττουν απλώς και μόνο για να ασκήσουν μια οικονομική δραστηριότητα σε κράτος – μέλος όπου αυτή είναι πιο επικερδής.»

Οι εργαζόμενοι φταίνε για τις απολύσεις!

Μετά απ’ όλα αυτά, αυτονόητα η εισαγγελική πρόταση φτάνει να ενοχοποιεί τους εργαζόμενους που αντιδρούν στις ομαδικές απολύσεις, καθιστώντας τους υπεύθυνους για τυχόν αδυναμία λειτουργίας της επιχείρησης και για απολύσεις ακόμα περισσότερων εργαζόμενων. Γράφει συγκεκριμένα η πρόταση:

«(…) δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι μπορεί να συμβεί σε περίπτωση που η διοίκηση (σ.σ. κυβέρνηση) αρνηθεί να επιτρέψει τη διενέργεια των απολύσεων. Εάν η εργοδότρια επιχείρηση καταστεί αφερέγγυα, εξαιτίας της οφειλόμενης στην εν λόγω άρνηση οικονομικής αναποτελεσματικότητας, θα έχει σαφές κίνητρο να κινήσει διαδικασία λύσεως και εκκαθαρίσεώς της, μετά την οποία δεν θα δεσμεύεται πλέον από την οδηγία 98/59 (36) και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα διαθέτει τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αποζημίωση των εμπλεκόμενων εργαζομένων, εφόσον η επίμαχη ρύθμιση συνεχίσει να ισχύει σε μια τέτοια περίσταση. Τίθενται έτσι, παρεμπιπτόντως, σε κίνδυνο και οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων που δεν επρόκειτο να απολυθούν. Ως εκ τούτου, αμφιβάλλω ότι η επίμαχη ρύθμιση θα μπορούσε να συμβάλει, με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο, στη μείωση του ποσοστού ανεργίας».

Το …κλάμα για τα δικαιώματα των εργοδοτών που θίγονται από τους περιορισμούς στις ομαδικές απολύσεις συνεχίζονται και πιο κάτω: «(…) περιορίζοντας την ικανότητα των εργοδοτών να απολύουν τους εργαζομένους ομαδικά, η επίμαχη ρύθμιση προστατεύει φαινομενικά μόνο τους εργαζομένους (…) Από ιστορικής απόψεως, η ιδέα της τεχνητής διατηρήσεως των εργασιακών σχέσεων δίχως επαρκή οικονομικά θεμέλια έχει δοκιμαστεί και έχει αποτύχει παταγωδώς σε ορισμένα πολιτικά συστήματα του παρελθόντος. Τούτο επιβεβαιώνει ότι, θεσπίζοντας μια αποτελεσματική αλλά και ευέλικτη προστατευτική διαδικασία, η οδηγία 98/59 παρέχει πραγματική προστασία στους εργαζόμενους, ενώ ένα σύστημα προηγούμενης εγκρίσεως όπως το επίμαχο, το οποίο καταφανώς δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, δεν το πράττει».

Συχαρίκια στην ελληνική κυβέρνηση

Η εισαγγελική πρόταση καταλήγει όπως ακριβώς άρχισε: Με έναν ύμνο στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίου, στις επενδύσεις, στην καπιταλιστική ανάκαμψη, εκθειάζοντας μάλιστα την ελληνική κυβέρνηση για την απόφασή της να προχωρήσει σε αλλαγές που θα υπακούουν στο πνεύμα των όσων περιγράφονται πιο πάνω. Γράφει ανάμεσα σε άλλα:

«(…) σε περιόδους κρίσεως, είναι εξίσου σημαντικό να μειωθεί το σύνολο των παραγόντων που αποθαρρύνουν τις νέες επιχειρήσεις από το να πραγματοποιούν επενδύσεις, δεδομένου ότι η οικονομική αποδοτικότητα μπορεί να βοηθήσει στην τόνωση της δημιουργίας θέσεων εργασίας και της οικονομικής αναπτύξεως. Αυτός, υποθέτω, είναι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα, ως προϋπόθεση για την οικονομική βοήθεια που παρέχεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δέχτηκε «να προχωρήσει σε αυστηρή επανεξέταση και εκσυγχρονισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των εργατικών κινητοποιήσεων και, σύμφωνα με την οικεία οδηγία και βέλτιστη πρακτική της [Ενωσης], των ομαδικών απολύσεων βάσει του χρονοδιαγράμματος και της προσέγγισης που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς. Κατόπιν της επανεξέτασης αυτής, οι πολιτικές για την αγορά εργασίας πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές, θα πρέπει δε να μη συνεπάγονται την επιστροφή σε παλαιότερα πλαίσια πολιτικής ασύμβατα με τους στόχους της προώθησης βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς».

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ «κάρφωνε» αυτά που κάνει τώρα…

Τον Ιούνη του 2014, όταν βρισκόταν ξανά στα «ντουζένια» του το θέμα των ομαδικών απολύσεων, απ’ αφορμή της έκθεσης που είχε δημοσιοποιήσει τότε το ΔΝΤ για την πορεία της οικονομίας στην Ελλάδα, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν τότε στην αντιπολίτευση και ψάρευε ψήφους σε θολά νερά, κατέθεσαν Επίκαιρη Επερώτηση προς τον υπουργό Εργασίας της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ.

Σ’ αυτήν ζητούσαν «εξηγήσεις», για το αν σκοπεύει «να προχωρήσει στην ουσιαστική απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, είτε με τη μορφή της πλήρους απελευθέρωσής τους, είτε με το μανδύα της έγκρισης από ένα πλήρως ελεγχόμενο και κατευθυνόμενο (λόγω σύνθεσης) θεσμικό όργανο»!

Ανάλογα ερωτήματα διατύπωνε ο αντιπολιτευόμενος ΣΥΡΙΖΑ και για τα άλλα ζητήματα που ετίθεντο από τότε στην αντεργατική ατζέντα της διαπραγμάτευσης, όπως η αλλαγή προς το χειρότερο του συνδικαλιστικού νόμου, με επιδείνωση των προϋποθέσεων για την κήρυξη απεργίας, η επαναφορά του «lock out» και άλλα. Πρόκειται για τα ίδια ζητήματα, που θα απασχολήσουν οσονούπω τη δεύτερη «αξιολόγηση», και τα οποία προβλέπονταν να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι το φθινόπωρο του 2014! Οσα δεν κατάφεραν η ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ, αναλαμβάνει τώρα να τα φέρει σε πέρας η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Οπως μας ενημερώνουν στο κείμενο της Επερώτησης οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, τα θέματα που βρίσκονταν τότε στο τραπέζι ήταν «η κατάργηση του ορίου για τις ομαδικές απολύσεις καθώς και της υποχρέωσης για έγκριση από θεσμικό όργανο των απολύσεων που υπερβαίνουν το όριο του 5% στις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερα από 150 άτομα, όπως ισχύει σήμερα».

Παρατηρούσαν ακόμα ότι «η απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, είτε με την πλήρη απελευθέρωση, είτε υπό τον μανδύα της «έγκρισης» ενός θεσμικού οργάνου που στη ουσία απλά θα επικυρώνει τις αποφάσεις για ομαδικές απολύσεις (όπως έγινε προσφάτως στην περίπτωση της «Χαλυβουργίας»), σημαίνει την περαιτέρω εκτίναξη της ανεργίας».

Αυτά τα …ωραία, βέβαια, εξαντλήθηκαν νωρίς. Μιλώντας την 1η Φλεβάρη σε τηλεοπτικό σταθμό, λίγες μόλις μέρες μετά τις εκλογές του Γενάρη, ο τότε υπουργός Εργασίας, Π. Σκουρλέτης, είπε για το καθεστώς των ομαδικών απολύσεων: «Την απόφαση (για τις ομαδικές απολύσεις) θέλουμε να δούμε αν είναι σκόπιμο να επανέλθει στην ευθύνη αποκλειστικά του υπουργού ή να προσπαθήσουμε να ουσιαστικοποιήσουμε και να αναβαθμίσουμε τη λειτουργία του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Είναι ένα από τα ζητήματα πάνω στα οποία διαβουλευόμαστε. Επειδή αυτά είναι κρίσιμα ζητήματα, πρέπει να γίνουνε μέσα από διάλογο και ευρύτερες συναινέσεις».

Στην πραγματικότητα, προεξοφλούσε ότι οι αντιδραστικές αλλαγές της προηγούμενης κυβέρνησης θα διατηρηθούν και ότι η νέα συγκυβέρνηση δεν είχε την πρόθεση να επαναφέρει ούτε καν το προηγούμενο καθεστώς…

Το χρονικό της υπόθεσης «Lafarge»

26 Μάρτη 2013: Η γαλλική πολυεθνική τσιμεντοβιομηχανία «Lafarge» ανακοινώνει την πρόθεσή της να κλείσει τα «Τσιμέντα Χαλκίδας», στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ομίλου.

16 Απρίλη 2013: Η «Lafarge» προσφεύγει στο υπουργείο Εργασίας και ζητάει να εγκριθεί το πρόγραμμα των ομαδικών απολύσεων για τους 229 εργαζόμενους των «Τσιμέντων Χαλκίδας».

24 Απρίλη 2013: Συνεδριάζει το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (ΑΣΕ) και απορρίπτει το αίτημα της εργοδοσίας, «λόγω μη τεκμηρίωσης της αναγκαιότητας των σχεδιαζόμενων ομαδικών απολύσεων».

26 Απρίλη 2013: Ο τότε υπουργός Εργασίας κάνει δεκτή τη γνωμοδότηση του ΑΣΕ και δεν δίνει διοικητική έγκριση στις ομαδικές απολύσεις που ζητάει η «Lafarge». Αμέσως μετά, η πολυεθνική προσφεύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας την ακύρωση της υπουργικής απόφασης.

Απρίλης 2013 – Ιούλης 2014: Απολύεται όλο το προσωπικό των «Τσιμέντων Χαλκίδας» με το νόμο του 5% κάθε μήνα.

22 Γενάρη 2014: Η κυβέρνηση, σε συνεννόηση με τους «κοινωνικούς εταίρους» αναβαθμίζει τη λειτουργία και το ρόλο του ΑΣΕ στη διαδικασία έγκρισης των ομαδικών απολύσεων. Αν και παραμένει η «διοικητική έγκριση» από τον εκάστοτε υπουργό, η διαμόρφωση γνώμης από το ΑΣΕ γίνεται με βάση τις προβλέψεις της οδηγίας 98/59 της ΕΕ για τις ομαδικές απολύσεις και επομένως δεσμεύει την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας.

11 Ιούνη 2014: Η πρώτη απόφαση του αναβαθμισμένου ΑΣΕ αφορά την έγκριση των ομαδικών απολύσεων στη «Χαλυβουργία Ελλάδος».

30 Γενάρη 2015: Το Πρωτοδικείο Χαλκίδας ακύρωσε τις απολύσεις 118 εργαζομένων που είχαν γίνει από τον Απρίλη του 2013 έως τον Ιούλη του 2014.

7 Απρίλη 2015: Το Συμβούλιο της Επικρατείας αποστέλλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της ΕΕ σχετικά με την προσφυγή της «Lafarge».

25 Απρίλη 2016: Εκδικάζεται η υπόθεση της «Lafarge» στο Δικαστήριο της ΕΕ.

9 Ιούνη 2016: Δημοσιοποιείται η πρόταση του γενικού εισαγγελέα προς το Δικαστήριο της ΕΕ.

Ο … μαρτυριάρης υπουργός και η «ουρά» της διαπραγμάτευσης

Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ, ο Γ. Κατρούγκαλος άφησε να διαφανεί το πραγματικό περιεχόμενο της διαβούλευσης για τις ομαδικές απολύσεις

Μιλώντας τη Δευτέρα στην τηλεόραση της ΕΡΤ, ο Γ. Κατρούγκαλος είπε εν ολίγοις ότι το υπουργικό «βέτο», που τυπικά υφίσταται σήμερα στη διαδικασία της έγκρισης των ομαδικών απολύσεων, «πάει περίπατο», με το επιχείρημα ότι έτσι σκοπεύει η κυβέρνηση να διασώσει τα όρια των απολύσεων στα σημερινά επίπεδα και τη διαδικασία της διαβούλευσης.

Ας δούμε τι ακριβώς είπε ο υπουργός Εργασίας: «Εάν κρατήσουμε τις εγγυήσεις, εγώ δεν θα θεωρούσα σημαντικό πρόβλημα να μην είναι ο υπουργός Εργασίας, αλλά κάποιο άλλο όργανο, το οποίο βέβαια έχει κατοχύρωση αντικειμενικότητας, δημόσιο χαρακτήρα και να μπορεί να εκπληρώνει με ανάλογο τρόπο, αυτό που εκπληρώνει αυτήν τη στιγμή ο υπουργός».

Σε άλλο σημείο, ήταν πιο αναλυτικός: «(…) η τελική υπογραφή δεν είναι το σημαντικότερο θέμα (…) στις ομαδικές απολύσεις αμυνόμαστε και θα κρατήσουμε την προστασία εκεί που είναι (…) το ουσιαστικό θέμα είναι να κρατήσουμε τις ουσιαστικές εγγυήσεις ανέπαφες, το ποσοστό των εργαζομένων που θα απολυθεί, το ότι θα πρέπει να υπάρχει διαβούλευση. Λέω ότι η τελική υπογραφή δεν είναι το σημαντικότερο θέμα».

Οπως προκύπτει, η κυβέρνηση θεωρεί «διαδικαστικό» ζήτημα την κατάργηση της διοικητικής έγκρισης των ομαδικών απολύσεων από τον εκάστοτε υπουργό Εργασίας.

Η εκτίμησή της αυτή δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, καθώς η αλλαγή του ρόλου του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, που έγινε τον Γενάρη του 2014, κατέστησε ούτως ή άλλως διακοσμητικό το ρόλο του υπουργού Εργασίας, που καλείται απλά να επικυρώσει την πρόταση στην οποία καταλήγει το ΑΣΕ. Από αυτήν τη σκοπιά, η κατάργηση της «διοικητικής έγκρισης» στο νόμο για τις ομαδικές απολύσει, έχει εξελιχθεί σε διαδικαστικό ζήτημα.

Θέλουν κατάργηση και των ελάχιστων ορίων

Από τα λεγόμενα όμως του υπουργού Εργασίας, προκύπτει κάτι άλλο, πιο σημαντικό. Αποκαλύπτεται ότι στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με το κουαρτέτο, βρίσκεται η πλήρης απελευθέρωση του αριθμού των απολύσεων που μπορεί να κάνει μια επιχείρηση με βάση το νόμο και κατ’ αναλογία του προσωπικού που απασχολεί.

Θυμίζουμε ότι, με βάση τον νόμο που ισχύει σήμερα, ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζόμενους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 74 του Ν. 3863/2010, με το οποίο τροποποιήθηκαν οι προβλέψεις του νόμου 1387/1983, το όριο που οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές είναι:

α) Μέχρι 6 εργαζόμενους, προκειμένου για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που στην αρχή του μήνα απασχολούν από 20 έως 150 εργαζόμενους.

β) Σε ποσοστό 5% του προσωπικού και μέχρι 30 εργαζόμενους για τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από 150 εργαζόμενους.

Για απολύσεις πάνω από αυτά τα όρια, χρειάζεται η έγκριση του ΑΣΕ και (τυπικά) η διοικητική έγκριση του υπουργού Εργασίας. Οπως όμως προκύπτει τώρα, η κυβέρνηση συζητά την κατάργηση όλων αυτών των ορίων, ώστε η εργοδοσία να μπορεί να απολύει χωρίς κανέναν εμπόδιο όσους εργαζόμενους θέλει και όποτε θέλει, με μοναδική υποχρέωση να καταθέτει έναν καλά «αιτιολογημένο» φάκελο στο ΑΣΕ.

Επομένως, όπως όλα δείχνουν, οι παρεμβάσεις στο ζήτημα των ομαδικών απολύσεων δεν εστιάζονται τόσο στη (δεδομένη) κατάργηση του υπουργικού «βέτο», αλλά στην κατάργηση των επιμέρους ορίων για τις ομαδικές απολύσεις. Αυτός είναι, όπως όλα δείχνουν, ο βασικός λόγος για τον οποίο το ισχύον καθεστώς απασχόλησης στην Ελλάδα «παραμένει πολύ άκαμπτο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ομαδικές απολύσεις», όπως σημειώνονταν σε παλιότερες εκθέσεις αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Αυτή η «ακαμψία» είναι ο «κρίκος», που συνδέει τις προτάσεις των ιμπεριαλιστικών θεσμών του κουαρτέτου, τις δηλώσεις του Γ. Κατρούγκαλου και την πρόταση του γενικού εισαγγελέα προς το δικαστήριο της ΕΕ, στην υπόθεση των ομαδικών απολύσεων στα «Τσιμέντα Χαλκίδας».

Οπως φαίνεται και από το σημερινό δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη», ο εισαγγελέας ελάχιστα ασχολήθηκε με το υπουργικό «βέτο», αλλά έριξε το βάρος να στηρίξει, από τη σκοπιά του κεφαλαίου και της νομοθεσίας της ΕΕ, την ανάγκη να αρθεί κάθε εμπόδιο στην ελεύθερη εγκατάσταση και λειτουργία των επιχειρήσεων στα κράτη – μέλη της ΕΕ.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας και ο ρόλος του

Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας αποτελείται από επτά τακτικά μέλη. Τα πέντε από αυτά διορίζονται από την κυβέρνηση και τα άλλα δύο εκπροσωπούν τις εργοδοτικές ενώσεις και τη ΓΣΕΕ, αντίστοιχα.

Η αναβάθμιση του ρόλου του ΑΣΕ, επί της ουσίας, απάλλαξε τον εκάστοτε υπουργό Εργασίας από το βραχνά της «διοικητικής έγκρισης» που έπρεπε να δίνει σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων. Η «διοικητική έγκριση» διατηρείται τυπικά στη νομοθεσία, αλλά το βάρος πέφτει στη γνωμοδότηση του ΑΣΕ, για την οποία παίρνεται υπόψη ο φάκελος που καταθέτει ο εργοδότης.

Ετσι, για να εγκριθούν οι ομαδικές απολύσεις σε μια εταιρεία ή σε έναν όμιλο εταιρειών, αρκεί ο εργοδότης να καταθέσει έναν ολοκληρωμένο φάκελο, με τα στοιχεία που προβλέπει η σχετική οδηγία της ΕΕ (98/59). Σ’ αυτά περιλαμβάνονται: Στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης κατά την τελευταία τριετία (ισολογισμοί, κατάσταση χρεών και δανείων, συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα, φορολογική – ασφαλιστική ενημερότητα), για τη θέση της στην αγορά και τις προοπτικές βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας που έχει.

Επίσης, αναλυτικά στοιχεία για τη στελέχωση της επιχείρησης και το κόστος εργασίας κατά την τελευταία τριετία, για τον αριθμό των εργαζομένων, την ειδικότητα και την οικογενειακή τους κατάσταση, το είδος της εργασιακής τους σχέσης με την εταιρεία.

Ο φάκελος θα πρέπει να περιέχει ακόμα «αιτιολόγηση της αναγκαιότητας των ομαδικών απολύσεων», με καταγραφή όλων των αντεργατικών μέτρων (εκ περιτροπής εργασία, δυσμενή μετατροπή συμβάσεων κ.ά.) που εξάντλησε η εργοδοσία πριν καταθέσει το αίτημα για ομαδικές απολύσεις, καθώς και την πρόβλεψη της εργοδοσίας για τις επιπτώσεις από την εφαρμογή των ομαδικών απολύσεων στη βιωσιμότητα της επιχείρησης και στις προοπτικές ανάπτυξης.

Σε ό,τι αφορά αυτή καθ’ αυτή τη λίστα με τις απολύσεις, θα πρέπει να περιλαμβάνει τον αριθμό των εργαζομένων ανά ειδικότητα που προτείνεται να απολυθούν, τα κριτήρια με τα οποία επιλέχτηκαν, το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των ομαδικών απολύσεων, καθώς και «προτεινόμενα μέτρα άμβλυνσης των επιπτώσεων της απόλυσης», όπως: Προτεινόμενα ποσά για κάλυψη αυτασφάλισης, διαθέσιμα ποσά μέσω εταιρικής κοινωνικής ευθύνης για κατάρτιση και συμβουλευτική για επανένταξη στην αγορά εργασίας, ενέργειες για την αξιοποίηση ειδικών προγραμμάτων από τον ΟΑΕΔ, δυνατότητες, μέθοδοι και κριτήρια για την κατά προτεραιότητα επαναπρόσληψη των ομαδικώς απολυομένων.

Τέλος, στο φάκελο θα πρέπει να περιέχονται τα πρακτικά της διαβούλευσης που προηγήθηκε ανάμεσα στην εργοδοσία και τους εργαζόμενους.

Ενας τέτοιος πλήρης φάκελος αποτελεί το «διαβατήριο» για οποιαδήποτε επιχείρηση να πάρει την έγκριση του ΑΣΕ και να προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις. Είναι φανερό ότι με τέτοια «τεκμηρίωση» και με τη συντριπτική (αν όχι την καθολική) πλειοψηφία των μελών του ΑΣΕ να διορίζονται από την κυβέρνηση και τους εργοδότες, η τελική «διοικητική έγκριση» από την πλευρά του εκάστοτε υπουργού, όπως ισχύει ακόμα στο νόμο, καθίσταται διακοσμητική, πράγμα που αποδείχτηκε και στην περίπτωση των ομαδικών απολύσεων στην «Χαλυβουργία Ελλάδος».

ΚΚΕ: Ορθάνοιχτος ο δρόμος για την άρση κάθε εμποδίου στις ομαδικές απολύσεις | AlfaVita – Εκπαιδευτικό Ενημερωτικό Δίκτυο

Advertisements

Οι Αριστερές δράσεις δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s